Πώς επηρεάζει την Τουρκία η αποσταθεροποίηση του Ιράν

Δευτέρα, 12-Ιαν-2026 13:27

τουρκία-ιράν

Του Κώστα Ράπτη

Η σχέση Τουρκίας και Ιράν είναι παραδοσιακά ανταγωνιστική. Είναι όμως ταυτόχρονα και μια σχέση βαθιάς αλληλεπίδρασης.

Η κάθοδος των τουρκικών φύλων από την Κεντρική Ασία στην Ανατολία συντελέστηκε μέσω του ιρανικού χώρου και η περσική πολιτισμική επίδραση στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας των Τούρκων ήταν βαθιά. Τα φαρσί ήταν σε μεγάλο βαθμό η γλώσσα της αυλής και της υψηλής ποίησης τον καιρό των Σελτζουκιδών, αλλά και των Οθωμανών, ενώ αντιστρόφως τουρκικές δυναστείες κυριάρχησαν για μεγάλο διάστημα σε ιρανικά εδάφη. Στις εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν το μωσαϊκό του σημερινού Ιράν περιλαμβάνονται ουκ ολίγοι τουρκόφωνοι (Αζέροι, Κασκάι, Αφσάρ κ.ο.κ.).

Το Ιράν απέκτησε ουσιαστικά τη μορφή που γνωρίζουμε με τη δυναστεία των Σαφαβιδών τον 16ο αιώνα, οπότε και υιοθέτησε τον σιιτισμό ως επίσημο δόγμα, στο πλαίσιο ακριβώς της αντιπαράθεσης με τον Οθωμανό σουλτάνο, που είχε μόλις αναγορευθεί Χαλίφης των σουνιτών.

Οι τουρκοπερσικοί πόλεμοι υπήρξαν αλλεπάλληλοι: 1505-1517, 1532-1555, 1578-1590, 1603-1612, 1616-1618, 1623-1639, 1730-1735, 1743-1746, 1775-1776, 1821-1823, 1830-1833, με τους δύο τελευταίους να επηρεάζουν εμμέσως και την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης. Την ένταση αυτής της σύγκρουσης μείωσε μόνο η προς νότον προώθηση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (το Αζερμπαϊτζάν, η Αρμενία, η ανατολική Γεωργία και το Νταγκεστάν υπήρξαν περσικές επαρχίες μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα).

Αντιμέτωπες με την πρόκληση της νεωτερικότητας, η Τουρκία και η Περσία βρέθηκαν συχνά να αντιγράφουν η μία την άλλη. Η ιρανική Συνταγματική Επανάσταση του 1906 υπήρξε πηγή έμπνευσης για την Επανάσταση των Νεότουρκων το 1908, ενώ αντιστρόφως οι μεταρρυθμίσεις του Κεμάλ Ατατούρκ επηρέασαν τον σάχη Ρεζά Παχλεβί στη δική του προσπάθεια να επιβάλει άνωθεν τον εκσυγχρονισμό δυτικού τύπου (με μέτρα, λ.χ., όπως η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας).

Ενδιάμεσα, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε τα τουρκικά, τα ρωσικά και τα βρετανικά στρατεύματα να επιχειρούν εντός του Ιράν και τους Ιρανούς να πληρώνουν, λόγω αποκλεισμού, το βαρύ τίμημα του λιμού που στοίχισε δύο εκατομμύρια ζωές. Η αποσχισθείσα Συνταγματική Δημοκρατία του Γκιλάν και η βραχύβια Σοβιετική Δημοκρατία του Ιράν στα βόρεια της χώρας (1920-1921) αποτέλεσαν χαρακτηριστικά επεισόδια στο πλαίσιο αυτής της αναταραχής και άνοιξαν τον δρόμο για την άνοδο στην εξουσία του μετέπειτα σάχη Ρεζά Παχλεβί.

Η Τουρκία υπήρξε χώρα πραξικοπημάτων, ενώ το Ιράν χώρα επαναστάσεων. Η πρώτη πέτυχε μεγαλύτερη εθνική ομογενοποίηση μέσω γενοκτονιών και ανταλλαγών πληθυσμών, ενώ κατοχύρωσε την κυριαρχία της σε μεγαλύτερο βαθμό (π.χ. με την πολιτική του "επιτήδειου ουδέτερου" κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την ώρα που το Ιράν υφίστατο σοβιετο-βρετανική εισβολή και αργότερα, το 1953, την ανατροπή του πρωθυπουργού Μοσαντέκ από ΗΠΑ και Βρετανία). Ο δε άνωθεν εκδυτικισμός της Τουρκίας αναιρέθηκε μερικώς μόνο μετά από δεκαετίες, μέσω του εκλογικού δρόμου – αντίθετα, στο Ιράν οδήγησε στο επαναστατικό ξέσπασμα του 1979 και την εγκαθίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, σε αναζήτηση ενός "τρίτου δρόμου" πέρα από το δυτικό και το σοβιετικό μπλοκ και ενός εκσυγχρονισμού (πρβ. τη διάδοση του εγγραμματισμού, τη ραγδαία υποχώρηση της γεννητικότητας, την ανάπτυξη υποδομών κτλ.) που θα βασιζόταν στην ιρανική πολιτισμική αυτοπεποίθηση, τις προσδοκίες των πληβειακών στρωμάτων που συνέρρεαν στα διογκούμενα αστικά κέντρα, καθώς και το Ισλάμ ως κοινό κώδικα της πολυεθνοτικής χώρας και εργαλείο άσκησης επιρροής στο εγγύς εσωτερικό.

Ο αγιατολλάχ Χομεϊνί, που είχε εγκαταλείψει το Ιράν το 1963 (με τη βοήθεια των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών), βρέθηκε έτσι εν μέσω αμερικανικών ταλαντεύσεων να κυριαρχεί σε μία χώρα την οποία έστρεψε (όπερ παράδοξο για συντηρητικό κληρικό) κατά της "παγκόσμιας αλαζονείας", δηλ. του ιμπεριαλισμού, ενώ ο οκταετής πολύνεκρος πόλεμος με το Ιράκ, το οποίο είχε την ενθάρρυνση των κυριότερων διεθνών παικτών, συντέλεσε στη σκλήρυνση του νεοπαγούς ιρανικού καθεστώτος και στο ξεκαθάρισμα του μετεπαναστατικού εσωτερικού συσχετισμού υπέρ των χομεϊνιστών.

Το "Σύμφωνο της Βαγδάτης" (ΗΠΑ, Βρετανία, Ιράν, Ιράκ, Τουρκία, Πακιστάν), που είχε ιδρυθεί ως ένα "μεσανατολικό ΝΑΤΟ" ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τον Περσικό Κόλπο, ήταν πια νεκρό. Ομοίως, η πολιτική του Ισραήλ να καλλιεργεί τις σχέσεις του με τα μη αραβικά κράτη της περιοχής έδωσε τη θέση της (μετά την ήττα ή την εξαγορά των πιο απειλητικών αραβικών καθεστώτων) στην ολοένα και μεγαλύτερη "δαιμονοποίηση" του Ιράν – και εν μέρει πλέον και της Τουρκίας. Η στήριξη των Παλαιστινίων είχε γίνει περισσότερο εξωαραβική υπόθεση.

Το αφήγημα "Τεχεράνη θα καταντήσουμε" υπήρξε προσφιλές στους Τούρκους κεμαλιστές για την πολεμική τους κατά των ισλαμιστών τύπου Ερντογάν. Όμως στο εσωτερικό της Τουρκίας τα πράγματα έχουν λίγο πολύ κριθεί. Και η μεγαλύτερη συμφιλίωση της γείτονος με τον βαθύτερο μουσουλμανικό εαυτό της (μέσω της οποίας ελπίζεται ότι θα επιλυθεί και το κουρδικό ζήτημα) διευκολύνει το ξεδίπλωμα των φιλοδοξιών της στην Ανατολή, προς την οποία οι ανδριάντες του Ατατούρκ στρέφουν επιδεικτικά την πλάτη.

Μικρές ή μεγάλες ευκαιρίες συνεννόησης μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης υπήρξαν το τελευταίο διάστημα αρκετές: από το πρόγραμμα "πετρέλαιο έναντι χρυσού", το οποίο παρέκαμπτε τις κυρώσεις κατά του Ιράν, μέχρι τον κοινό φόβο των δύο πλευρών για τον κουρδικό αυτονομισμό. Όμως η τωρινή αποσταθεροποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας πολλαπλασιάζει για την τουρκική πλευρά τόσο τα ρίσκα όσο και τις ευκαιρίες.

Πολλά, βεβαίως, θα κριθούν από το αν οι ιρανικές αρχές θα προσπεράσουν σχετικά αλώβητες και αυτή την αναταραχή και ως πότε θα συνεχίσουν να το καταφέρνουν. Επίσης, η πιθανότητα αμερικανικής επέμβασης γίνεται, όσο περνούν οι μέρες, περισσότερο ισχυρή.

Όσο και αν ο Ντόναλντ Τραμπ οραματίζεται μια "απαγωγή καθεστώτος" κατά το βενεζουελάνικο πρότυπο, που θα τον απαλλάσσει από μεγάλα κόστη και δεσμεύσεις, αξιοποιώντας υφιστάμενα δίκτυα εξουσίας, το πιθανότερο σενάριο για την "επόμενη μέρα" μετά από τυχόν κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι περισσότερο χαοτικό, παραπέμποντας στα προηγούμενα της Συρίας και της Λιβύης.

Η έλλειψη μιας ηγεσίας και ενός προγράμματος που να μπορεί να ενώσει το πολύμορφο Ιράν, η πίστη ενός μειοψηφικού αλλά υπολογίσιμου τμήματος του πληθυσμού στο ισλαμικό καθεστώς, η ύπαρξη ένοπλων αποσχιστικών οργανώσεων στο Κουρδιστάν, το Βελουχιστάν και το αραβόφωνο Χουζεστάν αποτελούν υλικά εκρηκτικού μείγματος. Και το Ισραήλ, ως άμεσα ενδιαφερόμενος παίκτης, έχει κάθε λόγο να επενδύει περισσότερο στον κατακερματισμό του Ιράν παρά σε κάποια μελλοντική "συνεργάσιμη" εξουσία, με στέμμα ή χωρίς.

Για την Τουρκία, τα σενάρια αυτά είναι ανησυχητικά – πόσω μάλλον αν κινητοποιήσουν και προσφυγικές ροές. Από την άλλη, όμως, ένα "φυσικό αντίβαρο" στην εξάπλωση της επιρροής της μέχρι τα σύνορα της Κίνας θα έχει εκλείψει, προς δόξαν του παντουρανισμού. Ένας ιστορικός ανταγωνιστής θα παλεύει να διατηρήσει την ακεραιότητά του, χωρίς ουσιαστική στήριξη από τους συμμάχους του στο Σύμφωνο της Σαγκάης, ενώ αντίθετα η Τουρκία, ως "δύστροπο" μέλος του ΝΑΤΟ, θα είναι ασφαλέστερη και ενισχυμένη.