Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 13-Αυγ-2022 12:00

    Πώς εκτίναξαν τα επιτοκιακά και οργανικά έσοδα οι τράπεζες το α’ εξάμηνο

    50747096
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Μια αναλυτικότερη ματιά στα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στο πρώτο εξάμηνο δεν υπήρξε αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, αλλά, υπενθυμίζεται, παροδική αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και αύξηση του euribor.

    To διατραπεζικό επιτόκιο euribor 3 μηνών από το -0,53% στο α’ τρίμηνο αυξήθηκε στο -0,36% στο β’ τρίμηνο. Το euribor 6 μηνών από το -47% στο α’ τρίμηνο, πέρασε σε θετικό έδαφος (0,10%) στο β’ τρίμηνο.

    Μείωση επιτοκίων καταθέσεων

    Το μέσο επιτόκιο καταθέσεων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις μειώθηκε κατά 1 μονάδα βάσης. Δηλαδή από 0,05% για τους ιδιώτες έπεσε στο 0,04%, ενώ στις επιχειρήσεις από το 0,01% στο 0%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ.

    Αύξηση επιτοκίων δανείων

    Στα επιτόκια δανείων, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο νέων χορηγήσεων αυξήθηκε μεταξύ του α’ και β’ τριμήνου κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες. Προς τα νοικοκυριά η αύξηση ήταν μόλις 4 μονάδες βάσεις που προήλθε από σημαντική μείωση των επιτοκίων στην καταναλωτική πίστη (από 22 έως 37 μονάδες βάσης) και από αύξηση των επιτοκίων στα στεγαστικά δάνεια κατά 12 μονάδες βάσεις. Η μεγαλύτερη, όμως, άνοδος σημειώθηκε στα επιτόκια νέων δανείων προς επιχειρήσεις, η οποία διαμορφώθηκε σε 34 μονάδες βάσης, σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ.

    Επιπλέον, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων (όπως και όλων της Ευρωζώνης, αλλά κυρίως του νότου, όπως της Ιταλίας) αυξήθηκαν. Ενδεικτικά, η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου από το 1,62% τον Ιανουάριο εκτινάχθηκε κοντά στο 4% (μέσος όρος) τον Ιούνιο για να πέσει στο 3,38% τον Ιούλιο, σύμφωνα με την ΤτΕ. Η εξέλιξη αυτή δεν επηρεάζει τα επιτοκιακά έσοδα αλλά εκείνα από συναλλαγές και περιλαμβάνονται στην οργανική κερδοφορία.

    Τι πέτυχαν

    Με τις παραπάνω κινήσεις, οι τέσσερις συστημικές πέτυχαν, στο β’ τρίμηνο έναντι του πρώτου, τα εξής:

    Πρώτον, τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα αυξήθηκαν κατά 81 εκατ. ευρώ. Τα μεγέθη κυμαίνονται γύρω από τα 20 εκατ. ευρώ για κάθε μία συστημική τράπεζα.

    Δεύτερον, μείωση των τόκων που πλήρωσαν κατά 1 εκατ. ευρώ συνολικά. Οι Eurobank και Alpha Bank είχαν τη μεγαλύτερη μείωση στα επιτοκιακά έξοδα (από 2 εκατ. ευρώ η μία), ενώ μηδενική μεταβολή είχε η Εθνική Τράπεζα.

    Τρίτον, αύξησαν τα έσοδα από τόκους που εισπράττουν κατά 94 εκατ. ευρώ. Εδώ παρατηρείται ότι οι εισπράξεις από τόκους ήταν αυτές που καθόρισαν την άνοδο του καθαρού επιτοκιακού εσόδων (ήταν μικρές οι μεταβολές στις δαπάνες για τόκους).

    Τέταρτον, αύξηση επιτοκιακού περιθωρίου για όλες. H Eurobank πέτυχε αύξηση κατά 8 μονάδες βάσεις, οι υπόλοιπες τρεις (Alpha Bank, Πειραιώς και ΕΤΕ) κατά 10 μονάδες βάσης. Η ΕΤΕ ήταν εκείνη με το μεγαλύτερο επιτοκιακό περιθώριο (194 μονάδες βάσης), ενώ η Alpha Bank με το μικρότερο (160 μονάδες βάσης).

    Πέμπτον, μείωση κόκκινων δανείων και επίτευξη μονοψήφιου ποσοστού, γεγονός που περιορίζει το κόστος για προβλέψεις.

    Έκτον, αύξηση του στοκ των εξυπηρετούμενων δανείων (από όπου προκύπτουν τα επιτοκιακά έσοδα) κατά 4 δισ. ευρώ. Η μεγαλύτερη αύξηση στα εξυπηρετούμενα δάνεια σημειώθηκε από τη Eurobank (1,4 δισ. ευρώ), η οποία εμφανίζει επίσης το υψηλότερο απόθεμα στα 39,9 δισ. (Alpha Bank: 30,6 δισ., Πειραιώς: 27,4 δισ. και Εθνική: 29,8 δισ.). Στα υπόλοιπα των συνολικών χορηγήσεων η κατάταξη έχει ως εξής: Eurobank 42,3 δισ, Alpha Bank, 38,1 δισ, Πειραιώς 35,5 δισ. και Εθνική 29,8 δισ. Η εκτίναξη της καθαρής πιστωτικής επέκτασης κατά 4 δισ. επηρέασε οριακά ανοδικά το κόστος κινδύνου που με τη σειρά του μειώνει τα καθαρά οργανικά έσοδα.

    Έβδομον, αυξήθηκαν ακόμα περισσότερο οι καταθέσεις, όπου μειώθηκαν τα επιτόκια προς τους καταθέτες. Οι νέες καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν στο β’ τρίμηνο κατά 217 εκατ. ευρώ, σε σχέση με το πρώτο, και εκείνες των επιχειρήσεων κατά 455 εκατ. ευρώ.

    Όγδοον, οι τράπεζες δεν κάνουν credit hedging στα ομόλογα, αλλά αποδόσεων. Αυτό γίνεται με ανταλλαγές επιτοκίων, δηλαδή δίνουν στον αντισυμβαλλόμενο το δικό τους και εισπράττουν του αντισυμβαλλόμενου (swap). Από τη στιγμή που δεν πούλησαν τα ελληνικά ομόλογα, δεν έγραψαν ζημιές από την πτώση των τιμών. Αντίθεται, η άνοδος των αποδόσεων έμεινε ως επιπλέον κέρδος από τη διαφορά των αποδόσεων της αγοράς και του swap όπου έχει κλείσει. Οι κινήσεις αυτές και γενικά η άνοδος των τραπεζικών εργασιών αύξησαν τα έσοδα από συναλλαγές κατά περίπου 6-7% για τις τέσσερις συστημικές σε τρεις μήνες (β’ τρίμηνο).

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ