Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 19-Ιουν-2022 12:00

    Οι διεθνείς οίκοι αποκωδικοποιούν τα πυροσβεστικά μέτρα της ΕΚΤ

    32177939
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Ισχυρό πρώτο όπλο για τη σταθεροποίηση της αγοράς ομολόγων, ειδικά της περιφέρειας η οποία έχει δει τα spreads να εκτοξεύονται το τελευταίο διάστημα σε υψηλά δύο ετών, αποτελεί η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζα να ενεργοποιήσει το πρόγραμμα των ευέλικτων επανεπενδύσεων του PEPP, που θα ωφελήσει ιδιαίτερα την Ελλάδα.

    Ωστόσο, δεν θα είναι αρκετό σε βάθος χρόνου, παρά μόνο βραχυπρόθεσμα, εκτιμούν οι αναλυτές. Τα 200-300 δισ. ευρώ ομολόγων του PEPP που λήγουν στο επόμενο 12μηνο, ακόμα και αν επανεπενδυθούν εμπροσθοβαρώς ή να στραφούν ολοκληρωτικά στη στήριξη της περιφέρειας, φαίνονται λίγα σε σχέση με το υπερόπλο του PEPP το οποίο αρχικά είχε μέγεθος 750 δισ. ευρώ και κατάληξε να αγγίζει το 1,7 τρις ευρώ.

    Η ΕΚΤ έδωσε εντολή στις υπηρεσίες της να επιταχύνουν τον σχεδιασμό ενός νέου προγράμματος. Κατά τους διεθνείς οίκους μόνο ένα νέο "μπαζούκα" που να μοιάζει με το ΟΜΤ του Μάριο Ντράγκι αλλά να περιέχει light προϋποθέσεις – για παράδειγμα, να συνδεθεί με την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του NGEU, είναι αυτό που θα μπορέσει να θωρακίσει την ευρωζώνη από μία νέα κρίση. Η ακριβής μορφή του παραμένει άγνωστη, ενώ το πότε και εάν εφαρμοστεί αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ΕΚΤ.

    Αυτά είναι τα συμπεράσματα των επενδυτικών οίκων οι οποίοι επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν τις νέες έκτακτες αποφάσεις της ΕΚΤ, οι οποίες, όπως έδειξε και η πορεία της αγοράς, παρείχαν μόνο εφήμερη ανακούφιση στα ομόλογα του Νότου. 

    Société Générale: Στο χέρι και των κυβερνήσεων η αποφυγή του κατακερματισμού

    Κατά τη Société Générale η ευελιξία του PEPP δεν φαίνεται να είναι αρκετή. Ελάχιστες λεπτομέρειες έχουν αποκαλυφθεί, αλλά υποθέτει ότι η ευελιξία του PEPP δίνει στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να προκαταβάλει την επανεπένδυση περίπου 200-300 δισ. ευρώ ομολόγων του PEPP που λήγουν το επόμενο έτος και να αποκλίνει σημαντικά όσον αφορά την κλείδα κεφαλαίου. Αυτό θα πρέπει να επαναφέρει κάποιους φόβους στους επενδυτές ομολόγων και, χωρίς πολλές λεπτομέρειες σχετικά με ένα πιθανό νέο μέσο κατακερματισμού, η σταθεροποίηση που μπορεί να σημειωθεί στην αγορά μπορεί να είναι μόνο προσωρινή.

    Η μακροπρόθεσμη λύση πρέπει να περιλαμβάνει τις κυβερνήσεις κατά τη SocGen. "Ενώ μπορούμε να φανταστούμε πρόσθετα βήματα που θα μπορούσε να κάνει η ΕΚΤ (εφαρμογή ευελιξίας στις επανεπενδύσεις του APP, προσθήκη περίπου 250 δισ. ευρώ πυροσβεστικής ισχύος ή να TLTRO), μια πιο ολοκληρωμένη λύση θα ήταν η διάθεση ενός κονδυλίου, ας πούμε 750 δισ. ευρώ, με αποκλειστικός σκοπός την καταπολέμηση του κατακερματισμού", τονίζει η γαλλική τράπεζα. Αυτό θα βασιζόταν στην εμπειρία του PEPP, το οποίο είναι πλήρως ευέλικτο και χωρίς να χρειάζεται να δαπανηθεί ολόκληρο το ποσό. Πιθανότατα θα χρειαστεί επίσης "αποστείρωση" (sterilization) δηλαδή η ρευστότητα που αποσύρεται να επιστρέφει στην αγορά, προκειμένου να μην έρχεται σε αντίθεση με την ομαλοποίηση της πολιτικής που απαιτείται λόγω των υψηλών προοπτικών πληθωρισμού. Ωστόσο, η ΕΚΤ προσπάθησε αυτού του είδους την παρέμβαση με το Πρόγραμμα Αγοράς Τίτλων (SMP) κατά τη διάρκεια της κρίσης κρατικού χρέους της ζώνης του ευρώ και δέχθηκε έντονη κριτική για την επιλεκτική υποστήριξη κρατών χωρίς όρους. Αυτό οδήγησε γρήγορα στην εγκατάλειψη του SMP, με το OMT να το αντικαθιστά το οποίο και συνδέθηκε με την εφαρμογή προγράμματος διάσωσης από τον ESM.  

    "Παραμένουμε επιφυλακτικοί με την ιδέα ότι η ΕΚΤ μπορεί μόνη της να διατηρήσει τη σταθερότητα της αγοράς και των τιμών εάν αμφισβητηθεί η βιωσιμότητα του χρέους των κυβερνήσεων", καταλήγει η SocGen. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν η ΕΚΤ μπορεί να υλοποιήσει ένα σημαντικό πρόγραμμα κατά του κατακερματισμού, τελικά οι κυβερνήσεις θα πρέπει να καθίσουν και να συζητήσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, περαιτέρω δημοσιονομική ολοκλήρωση ή/και εύρυθμους μηχανισμούς αναδιάρθρωσης του χρέους. Η ΕΚΤ μπορεί ασφαλώς να διαδραματίσει υποστηρικτικό ρόλο, αλλά όχι χωρίς προϋποθέσεις, καθώς διαφορετικά θα συνεπαγόταν κινδύνους για τον πρωταρχικό της στόχο της σταθερότητας των τιμών.

    Goldman Sachs: Σημαντικά τα οφέλη για την Ελλάδα

    Η ΕΚΤ μπορεί να ασκήσει ευελιξία επανεπένδυσης PEPP σε δύο κύριες διαστάσεις, σημειώνει από την πλευρά της η Goldman Sachs: σε βάθος χρόνου και δικαιοδοσίας, κάτι που αναμένεται αν ευνοήσει την Ελλάδα περισσότερο από τις άλλες χώρες της περιφέρειας. Πράγματι, με τις επανεπενδύσεις του PEPP να θεωρούνται ένα εργαλείο κατά του κατακερματισμού, ο βασικός καθοριστικός παράγοντας της αποτελεσματικότητάς τους θα είναι το ποσό των επανεπενδύσεων που μπορούν να κινητοποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα για τη στήριξη ευάλωτων κρατών. Όσον αφορά τη διάσταση του χρόνου, η τρέχουσα πρακτική της ΕΚΤ είναι ότι επανεπενδύει πλήρως τα έσοδα των τίτλων που λήγουν στο πλαίσιο των PEPP και PSPP και προκειμένου να αποφευχθούν τοπικές μετατοπίσεις μετά από μεγάλες λήξεις ομολόγων και εξομαλύνει την επανεπένδυση σε μια περίοδο που κυμαίνεται από αρκετές εβδομάδες έως αρκετούς μήνες. Αυτό υποδηλώνει ότι, ενώ υπάρχει μεγάλος βαθμός διακριτικής ευχέρειας στη λειτουργική διαδικασία, η ΕΚΤ είναι απίθανο να προχωρήσει σε επανεπενδύσεις άνω των 18-24 μηνών.

    Σχετικά με την κατανομή των επανεπενδύσεων ανά χώρα, η ανακοίνωση της ΕΚΤ, καταρχήν, δείχνει πλήρη ευελιξία. Ωστόσο, ενώ αυτή η ευελιξία αποτελούσε ήδη χαρακτηριστικό των καθαρών αγορών υπό το PEPP, ασκήθηκε με φειδώ, στο αποκορύφωμα των εντάσεων της αγοράς την άνοιξη του 2020. Λειτουργικά, ασκώντας σημαντική ευελιξία στη χωρική κατανομή των επανεπενδύσεων περιλαμβάνει επίσης υψηλό βαθμό συντονισμού μεταξύ των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών που φέρουν το 80% των συμμετοχών PEPP στους ισολογισμούς τους. Αυτό, κατά την Goldman, θα μπορούσε να υποδηλώνει περιορισμένη προθυμία να διατηρηθούν αποκλίσεις από την κλείδα κεφαλαίου σε μια περίοδο που εκτείνεται πέρα από μερικούς μήνες.

    Χρησιμοποιώντας τις εκτιμήσεις της για τις επανεπενδύσεις PEPP τα επόμενα χρόνια, η Goldman επιχειρεί να αξιολογήσει τον αντίκτυπο αυτού του εργαλείου στα spreads. Υποθέτει μια πλήρη διάθεση των επανεπενδύσεων του PEPP του 2022 και του 2023 σε χώρες της περιφέρειας ανάλογα με το βάρος της κλείδας κεφαλαίου εντός της περιφέρειας. Αυτό υποδηλώνει αντίκτυπο της ευελιξίας επανεπένδυσης 30-40 μ.β στα spreads της περιοχής σe μέσο όρο. Για την Ελλάδα, από 5 δισ. ευρώ ομόλογα που λήγουν φέτος και θα αγόραζε η ΕΚΤ χωρίς την ευελιξία, με την πλήρη διάθεση των ευέλικτων επανεπενδύσεων μπορεί να αγοράσει ομόλογα ύψους 13 δισ. ευρώ, που θα οδηγήσει σε μείωση κατά 84 μ.β στα ελληνικά spreads. Φυσικά, όπως τονίζει η Goldman, ο αντίκτυπος σε ακραίες συνθήκες θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος, αλλά, αντίθετα, οι αγορές είναι απίθανο να τιμολογήσουν μια πλήρη διάθεση των επανεπενδύσεων προς την περιφέρεια χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες από την ΕΚΤ. Αυτή η ανάλυση δείχνει ότι, ενώ η πλήρης κινητοποίηση της ευελιξίας στις επανεπενδύσεις θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ανακούφιση, πιθανώς δεν επαρκεί ως εργαλείο καταπολέμησης της κρίσης. Αντίθετα, η πρόοδος στον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός προγράμματος backstop θα είναι πιο σημαντική για την μείωση των spreads.

    H Goldman αναμένει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο θα ανακοινώσει τις λεπτομέρειες του νέου μέσου κατά του κατακερματισμού στη συνεδρίαση του Ιουλίου. Εκτιμά ότι το νέο εργαλείο θα ενσωματώσει πιθανότατα i) την ευελιξία για την κατανομή αγορών μεταξύ των δικαιοδοσιών, την καμπύλη αποδόσεων και τον χρόνο, ii) χωρίς εκ των προτέρων όριο στον όγκο αγορών, iii) καμία ενοποίηση συμμετοχών με άλλα χαρτοφυλάκια κρατικών ομολόγων της ΕΚΤ, iv) ορισμένες προϋποθέσεις για οικονομικές μεταρρυθμίσεις, και v) αποστείρωση των αγορών. Τα κύρια διακριτικά χαρακτηριστικά ενός τέτοιου μέσου σε σύγκριση με το πρόγραμμα OMT θα ήταν η μεγαλύτερη ευελιξία στην κατανομή των αγορών (που προέκυψε από την επιτυχία του PEPP) και ο σχεδιασμός των όρων.

    HSBC: Σημαντικές οι επανεπενδύσεις αλλά πολλές οι προκλήσεις

    Θα είναι αρκετές για να ηρεμήσουν την αγορά οι επανεπενδύσεις του PEPP; "Θεωρητικά, θα έπρεπε να είναι", απαντά η HSBC, καθώς εκτιμά ότι θα μπορούσαν να φέρουν μια εντυπωσιακή δύναμη πυρός, εάν χρησιμοποιηθεί όλη τη δύναμη της ευελιξίας επανεπένδυσης. Αν και ποικίλλει από μήνα σε μήνα, οι επανεπενδύσεις του PEPP κατά μέσο όρο διαμορφώνεται λίγο πάνω από 15 δισ. ευρώ το μήνα το 2022 και σε περίπου 10 δισ. ευρώ το μήνα τα επόμενα χρόνια. Εκ πρώτης όψεως, αυτό το ποσό φαίνεται μικρό σε σχέση με τα αρχικά 750 δισ. ευρώ PEPP. Αλλά το PEPP κατανεμήθηκε σε όλες τις δικαιοδοσίες καθώς και σε εταιρικά εκτός από κρατικά ομόλογα. 

    Μια σειρά από προκλήσεις εφαρμογής και ανοιχτά ερωτήματα δεν αντιμετωπίστηκαν ωστόσο στην ανακοίνωση της ΕΚΤ, σημειώνει η HSBC, τα εξής: 

    Υλοποίηση: Παρόλο που οι επανεπενδύσεις μπορεί να είναι ευέλικτες διαχρονικά, ο ακριβής μηχανισμός έχει σημασία. Για παράδειγμα, θα μπορούν οι κεντρικές τράπεζες να αγοράζουν ομόλογα εν όψει μιας λήξεις, εάν χρειαστεί (και έτσι να επεκτείνουν προσωρινά τον ισολογισμό τους); Πόσο γρήγορα θα απαιτηθεί από μια κεντρική τράπεζα να επανεπενδύσει τα έσοδα ενός ομολόγου που λήγει ή θα μπορούσε να υπάρξει μια περίοδος όπου ο ισολογισμός της θα συρρικνωθεί αλλά θα έχει το δικαίωμα να τον επεκτείνει ξανά αργότερα; Εν ολίγοις, δεν είναι σαφές πόσο ευέλικτες μπορεί να είναι οι επανεπενδύσεις στην πράξη.

    Νομικά όρια και νομικές προκλήσεις: Εάν η ΕΚΤ πρόκειται να ισχυριστεί ότι αυτή η ενέργεια είναι απαραίτητη λόγω μιας "αδικαιολόγητης" κίνησης των spreads, μπορεί να είναι χρήσιμο να καθοριστεί ένα πλαίσιο για αυτό - κυρίως επειδή θα μπορούσε να καταλήξει προσβάλλεται εκ νέου στο δικαστήριο. Επιπλέον, λόγω νομικών περιορισμών θα ήταν δύσκολο για την ΕΚΤ να αγοράσει περισσότερο από το 50% οποιουδήποτε εκκρεμούς ομολόγου, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε επίσης να περιορίσει την ικανότητα ευέλικτης χρήσης των επανεπενδύσεων.

    Μόνιμες αποκλίσεις από την κλείδα κεφαλαίου: Παρόλο που το PEPP δεν έπρεπε να τηρήσει την κλείδα κεφαλαίου, στην πράξη το έκανε. Η δυνατότητα ανακατεύθυνσης των ροών επανεπένδυσης σε μια μεμονωμένη χώρα απαιτεί δυνητικά μεγάλη απόκλιση από την κλείδα κεφαλαίου, το οποίο παραμένει η βασική άγκυρα για όλες τις αγορές περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ, παρόλο που επιτρέπονται προσωρινές αποκλίσεις. 

    Η επανεπένδυση μπορεί να μην συνεχιστεί επ' αόριστον; Μια άλλη πρόκληση είναι ότι, επί του παρόντος, η ΕΚΤ έχει πει μόνο ότι η επανεπένδυση PEPP θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του 2024 (και μπορεί να είναι δύσκολο να συμφωνηθεί μια παράταση, δεδομένου του πληθωριστικού περιβάλλοντος). Επιπλέον, η ανακατεύθυνση των επανεπενδύσεων σε μια δικαιοδοσία τώρα, σημαίνει επίσης ότι θα υπάρξουν περισσότερες λήξεις όταν η ΕΚΤ θα αποφασίσει να μην μετακυλήσει πλέον το χαρτοφυλάκιό της, αυξάνοντας το ποσό που θα πρέπει να αντληθεί στις αγορές από τις κυβερνήσεις.

    Deutsche Bank: Σύνδεση του νέου εργαλείου στήριξης με το NGEU

    Οι στρατηγικοί αναλυτές της Deutsche Bank υπολογίζουν ότι εάν η ΕΚΤ συσσωρεύσει όλες τις επανεπενδύσεις του PEPP μέχρι το τέλος του 2024, θα δημιουργούσε επαρκείς πόρους για να επιτρέψουν νέες καθαρές αγορές 30 δισ. ευρώ ανά μήνα των ομολόγων των χωρών της περιφέρειας. Αυτός είναι ένας ταχύτερος ρυθμός αγορών ιταλικών ομολόγων, για παράδειγμα, από ό,τι οι καθαρές αγορές υπό το PEPP. Εν ολίγοις, ένας σημαντικός βαθμός ισχύος πυρός θα μπορούσε να δημιουργηθεί μέσω ευέλικτων επανεπενδύσεων.

    Η επιτάχυνση της ολοκλήρωσης του εργαλείου κατά του κατακερματισμού έχει νόημα, σύμφωνα με την γερμανική τράπεζα. Για να είναι αποτελεσματικό, η ΕΚΤ πρέπει να είναι σε θέση να πραγματοποιεί θετικές καθαρές αγορές (QE) στην περιφέρεια, χωρίς να εμπλέκεται σε πολύ αρνητικές καθαρές αγορές ή πωλήσεις στον πυρήνα – τουλάχιστον αυτή τη στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται ένα νέο μέσο που να μπορεί να πραγματοποιεί στοχευμένες καθαρές αγορές. Το πώς θα δομηθεί μένει να φανεί.

    Η ΕΚΤ δεν ήταν ποτέ πιθανό να ανακοινώσει προληπτικά τις λεπτομέρειες του νέου μέσου. Η νομική διάρκεια των νέων μέσων εξαρτάται από το αν κριθεί ότι είναι αναλογικά με το πρόβλημα. Η αναλογικότητα δικαιολογείται ευκολότερα ως απάντηση στις πιέσεις της αγοράς και οι ιδιαιτερότητες του εργαλείου μπορούν να κατασκευαστούν για να ταιριάζουν με τις περιστάσεις. Αυτό μπορούν τώρα να κάνουν οι εσωτερικές επιτροπές.

    Επίσης, προσθέτει η Deutsche Bank, στην πρόσφατη ομιλία της η Ίζαμπελ Σνάμπελ –στην οποία ουσιαστικά είπε ότι είχε σημειωθεί βλάβη στον μηχανισμό μετάδοσης, προειδοποιώντας για δράση κατά του κατακερματισμού– μίλησε για ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού. Όπως το OMT του Ντράγκι συνδέθηκε με προγράμματα διάσωσης των ESM/EFSF, η ΕΚΤ θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο εργαλείο νομισματικής πολιτικής κατά του κατακερματισμού ως αντίστοιχο (και υπό τον όρο) του NGEU. Το NGEU μπορεί να είναι προσωρινό (μέχρι το 2026), αλλά "σηματοδοτεί μια σταθερή πολιτική δέσμευση για προστασία της συνοχής της ΕΕ ανά πάσα στιγμή". Είναι πιθανό η επιλεξιμότητα για το εργαλείο κατά του κατακερματισμού να ενισχύεται και με τη συμμόρφωση με άλλες συμφωνίες (Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, Διαδικασία μακροοικονομικής ανισορροπίας, Συστάσεις για συγκεκριμένες χώρες, κ.λπ.).

    Barclays: Σε δύσκολο σταυροδρόμι η ΕΚΤ

    Η Barclays πιστεύει ότι οι επανεπενδύσεις του PEPP θα παραμείνουν η πρώτη γραμμή άμυνας της ΕΚΤ. Η πλήρης ευελιξία των αγορών μεταξύ των δικαιοδοσιών θα συνεπάγεται ότι οι εθνικές κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να αγοράζουν τίτλους που εκδίδονται από άλλες κυβερνήσεις και να διατηρήσει τον πιστωτικό κίνδυνο στον δικό της ισολογισμό, ένα μέτρο που θα είναι αμφιλεγόμενο. Επίσης, η πλήρης ευελιξία με την πάροδο του χρόνου θα είναι ισχυρή, αλλά de facto σημαίνει ότι ο ισολογισμός της ΕΚΤ θα συνεχίσει να επεκτείνεται προσωρινά μέχρι τη λήξη των τίτλων. Επιπλέον, στο μέλλον θα μπορούσε να υπάρξει πρόβλημα όταν δεν θα είναι δυνατές οι επανεπενδύσεις για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, και η ΕΚΤ θα μπορούσε να βρεθεί σε μια κατάσταση στην οποία ορισμένες αλλά όχι όλες οι εθνικές κεντρικές τράπεζες χρησιμοποιούν αυτήν την ευελιξία για να προστατεύσουν τη δική τους αγορά ομολόγων – ένα μέτρο που θα έθετε πραγματικά υπό αμφισβήτηση την άσκηση μιας κοινής νομισματικής πολιτικής.

    Την ίδια στιγμή, η βρετανική τράπεζα πιστεύει ότι ο πήχης για την αποτελεσματική παρέμβαση της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων για την αποτροπή του κατακερματισμού της αγοράς είναι υψηλός, διότι θα έπρεπε να περιλαμβάνει μεγάλες αγορές ορισμένων κρατικών ομολόγων για να είναι αποτελεσματική. Αν και αυτό θα μπορούσε να δικαιολογηθεί λόγω ανησυχιών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι πιθανό να παραμείνει αμφιλεγόμενο για πολλά μέλη του Δ.Σ. και δύσκολο να δικαιολογηθεί για λόγους σταθερότητας των τιμών, δεδομένου του τρέχοντος αυξημένου επιπέδου πληθωρισμού. Επιπλέον, πιστεύει ότι η ΕΚΤ θα δυσκολευτεί να κατευθύνει τις αγορές μόνο με λεκτικές παρεμβάσεις.

    Ο σχεδιασμός ενός εργαλείου κατά του κατακερματισμού είναι πρόκληση, από νομική, πολιτική και επιχειρησιακή σκοπιά, τονίζει η Barclays. Από νομική άποψη, η Συνθήκη απαγορεύει τη νομισματική χρηματοδότηση και, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η ΕΚΤ πρέπει να διενεργεί αγορές περιουσιακών στοιχείων με αναλογικό τρόπο με στόχο την εκπλήρωση της εντολής για τη σταθερότητα των τιμών και δεν πρέπει να λαμβάνει σημαντική θέση σε μια συγκεκριμένη αγορά ομολόγων. Από πολιτική και επιχειρησιακή σκοπιά, ο καθορισμός του επιπέδου των spread ή των αποδόσεων που θεωρείται "δίκαιο" είναι τέχνη και επιστήμη και κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου θα έχει διαφορετική αξιολόγηση. "Πιστεύουμε ότι αυτό είναι πιθανό να καθυστερήσει τη χρήση του εργαλείου και να ανοίξει την πόρτα στις αγορές να δοκιμάσουν την κεντρική τράπεζα να αποκαλύψει τα επίπεδα αποδόσεων και spreads που δεν συνάδουν με τα οικονομικά και δημοσιονομικά θεμελιώδη μεγέθη των χωρών. Επιπλέον, η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και οι ανησυχίες για ηθικό κίνδυνο θα παίξουν επίσης ρόλο", τονίζει η Barclay. 

    Όπως εξηγεί, η συμμόρφωση με τα σχέδια του NGEU μπορεί να το αντιμετωπίσει αυτό και η ανάθεση της αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους των χωρών στην Επιτροπή της ΕΕ μπορεί να είναι μια επιλογή. Τέλος, η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους μπορεί επίσης να αλλάξει γρήγορα ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και με την απόφαση της κεντρικής τράπεζας για το εάν και πότε θα ενεργήσει ως δανειστής έσχατης ανάγκης για τις κυβερνήσεις, ενώ κατά πόσον θα πρέπει να υπάρξει οποιαδήποτε μορφή όρων θα αποτελέσει επίσης αντικείμενο συζήτησης.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ