Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 12-Μαϊ-2022 00:05

    Η Ευρώπη είναι σε κίνδυνο - Όπως ήταν πάντα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
                                                                                                                      Εικονογράφηση The New York Tmes 

    Σε ένα κόσμο πολέμου και καταστροφών, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να ενωθεί ακόμα περισσότερο.

    Τον Ιούλιο του 2020 μου ζητήθηκε να συμμετάσχω μαζί με Ευρωπαίους αξιωματούχους και εμπειρογνώμονες σε ένα παιχνίδι πολιτικής. Υπό την αιγίδα ενός γερμανικού think tank, μας ζητήθηκε να εξετάσουμε τι θα συνέβαινε αν ανέβαιναν στην εξουσία είτε ο Ματέο Σαλβίνι είτε η Μαρίν Λεπέν, οι ηγέτες της ακροδεξιάς στην Ιταλία και τη Γαλλία. Περάσαμε μερικές ώρες συζητώντας μανιωδώς πώς θα αντιδρούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση σε κάθε περίπτωση. Για ένα πράγμα ήμασταν σίγουροι: Θα ήταν καταστροφή.

    Κανένα από τα δύο σενάρια δεν υλοποιήθηκε φυσικά. Στην Ιταλία, ο Μάριο Ντράγκι είναι πρωθυπουργός και ο κ. Σαλβίνι υποχωρεί στις δημοσκοπήσεις. Στη Γαλλία, ο πρόεδρος Εμάνουελ Μακρόν νίκησε την κ. Λεπέν κι επανεκλέχθηκε. Την ίδια μέρα, ο δεξιός πρωθυπουργός της Σλοβενίας, ένας θαυμαστής του Ντόναλντ Τραμπ, ηττήθηκε επίσης. Ήταν μερικές καλές ώρες για την Ευρώπη.

    Τόσο ήταν περίπου που κράτησε. Στις Βρυξέλλες και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η ανακούφιση μετατράπηκε γρήγορα σε άγχος. Οι γαλλικές βουλευτικές εκλογές τον Ιούνιο, στις οποίες ο κ. Μακρόν θα μπορούσε να χάσει την πλειοψηφία του και να εξαναγκαστεί σε άβολους συμβιβασμούς με την ακροδεξιά ή τη ριζοσπαστική αριστερά, συνιστούν τη νέα ανησυχία. Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν, αφότου εξασφάλισε την επανεκλογή του στις αρχές του Απριλίου, παραμένει μια ανατρεπτική παρουσία στο σκηνικό. Και ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία συνεχίζεται.

    Ένα τέτοιο άγχος είναι συνηθισμένο στην Ευρώπη. Πολλοί φαίνεται να πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία με διάφορους τρόπους είχε προσφέρει ευημερία και ειρήνη στους Ευρωπαίους από τη δεκαετία του 1950, βρίσκεται πάντα στο κατώφλι της καταστροφής. Η περασμένη δεκαετία - που περιλάμβανε μια κρίση χρέους, μια προσφυγική κρίση, το Brexit, την άνοδο της ακροδεξιάς και κυρίως την πανδημία - πυροδότησε τακτικά κραυγές για το επικείμενο τέλος της Ένωσης. Κι όμως, παρ' όλα αυτά, αντέχει. Σε έναν κόσμο πολέμου και καταστροφών, χρειάζεται να ενωθεί ακόμα περισσότερο.

    Η σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της. Αλλά δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στη θεσμική σταθερότητα. Η Ευρώπη έχει βρεθεί ξανά σε επικίνδυνη θέση. Όπως είχε πει κάποτε ο πρώην πρωθυπουργός της Σουηδίας Καρλ Μπιλντ, η Ένωση είχε συνηθίσει να περιβάλλεται από φίλους, αλλά τώρα περιβάλλεται από φωτιά. Ορισμένοι γείτονές της προσπαθούν σθεναρά να υπονομεύσουν την ένωση και να καταστρέψουν όλα όσα πρεσβεύει η Ευρώπη - με τον πόλεμο στην Ουκρανία να είναι το τελευταίο τρομακτικό παράδειγμα. Μπροστά σε έναν τέτοιο κίνδυνο, που απειλεί να επαναφέρει τη βαρβαρότητα στην ήπειρο, η περίπτωση μίας πιο στενής σύνδεσης γίνεται ακόμα πιο επιτακτική.

    Ευτυχώς, οι Ευρωπαίοι έχουν γνωρίσει καλύτερα ο ένας τον άλλον το τελευταίο διάστημα. Στη διάρκεια της κρίσης χρέους πριν από μια δεκαετία, άνθρωποι από όλη την ήπειρο παρακολουθούσαν έντονες συζητήσεις στο ελληνικό κοινοβούλιο. Η μοίρα της χώρας, που δεσμεύτηκε σε επώδυνες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, είχε απήχηση πολύ πέρα από τα σύνορά της. Οι Ευρωπαίοι δείχνουν παρομοίως μεγάλο ενδιαφέρον για την Πολωνία και την Ουγγαρία –οι οποίες επεμβαίνουν στην ανεξαρτησία των δικαστικών αρχών και του Τύπου τους – και επιθυμούν το Κράτος Δικαίου να γίνεται σεβαστό στα κράτη-μέλη.

    Ο άγριος πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και οι αυξανόμενοι οικονομικοί και πολιτικοί εκβιασμοί της Κίνας, έχουν φέρει ακόμα πιο κοντά τους Ευρωπαίους. Συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε αυτές τις καταιγίδες μόνοι τους. Καθώς αισθάνονται ότι διακυβεύεται ο τρόπος ζωής τους, αντανακλαστικά ενώνονται περισσότερο. Μπορεί να μην είναι ακόμα ιδιαίτερα ευχαριστημένοι με την Ευρωπαϊκή Ένωση - τον τρόπο που λειτουργεί, τα είδη των συμβιβασμών στους οποίους βασίζεται - αλλά είναι σίγουρα πιο ευτυχισμένοι σε αυτήν. 

    Μια τέτοια κοινή αίσθηση είναι σύμφυτη με τη δομή της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μια ομοσπονδιακή, πολιτειακή κατασκευή που θα μπορούσε να είναι αρκετά ισχυρή για να υπερασπιστεί τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα απέναντι στις γεωπολιτικές αντιξοότητες. Έχει ένα εκτελεστικό όργανο (την Επιτροπή), ένα κοινοβούλιο που εκπροσωπεί τους πολίτες, μια γερουσία που εκπροσωπεί τα κράτη (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο), ένα ανεξάρτητο δικαστήριο, μια κεντρική τράπεζα, ακόμα και έναν κοινό συνοριοφύλακα. Αυτή η στιβαρή ομοσπονδιακή αρχιτεκτονική είναι το θεμέλιο της σταθερότητας της Ευρώπης.

    Στην πράξη, ωστόσο, δεν είναι όπως η ομοσπονδιακή δομή των ΗΠΑ ή της Γερμανίας. Στην de facto πρωτεύουσα της ένωσης, τις Βρυξέλλες, τις περισσότερες αποφάσεις τις λαμβάνουν τα κράτη - μέλη. Όταν συναντώνται Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, το κάνουν ως εθνικοί ηγέτες. Έχουν εκλεγεί για να ενεργούν προς το συμφέρον όχι της Ευρώπης αλλά των εθνών τους. Όποιο και αν είναι το επίμαχο θέμα, κάθονται, βάζουν στο τραπέζι τα εθνικά τους ενδιαφέροντα και αρχίζουν να διαπραγματεύονται. Στο τέλος, ο καθένας θα βρει ορισμένα από τα αιτήματά του στον τελικό συμβιβασμό.

    Το σύστημα έχει σαφώς τα πλεονεκτήματά του. Εγγυάται λίγο ή πολύ την εθνική ιδιοκτησία της ευρωπαϊκής λήψης αποφάσεων. Όλοι αναγνωρίζουν τα δακτυλικά τους αποτυπώματα στην τελική συμφωνία. Αυτή η αίσθηση ιδιοκτησίας βοηθά στο να εξηγηθεί γιατί η Ένωση έχει επιβιώσει από τόσες πολλές κρίσεις τα τελευταία χρόνια. Τα κράτη μέλη έχουν επενδύσει σε αυτήν, εξαρτώνται από αυτήν και - το σημαντικότερο - θέλουν να επιβιώσει. Αλλά το μειονέκτημα της προσέγγισης αυτής είναι ότι επιδιώκοντας συναίνεση για σχεδόν κάθε ζήτημα, η Ευρώπη καθίσταται τόσο ισχυρή όσο και ο πιο αδύναμος κρίκος της. Οι ηγέτες παίρνουν τακτικά "μισές” αποφάσεις επειδή ορισμένες χώρες αρνούνται να προχωρήσουν περαιτέρω, οι οποίες έχουν αποτελέσματα που δεν ανταποκρίνονται πάντα στις πραγματικές ανάγκες της Ευρώπης.

    Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα. Η Ουγγαρία, για την περίσταση, έχει μπλοκάρει αρκετές δηλώσεις εξωτερικής πολιτικής κατά της Ρωσίας ή της Κίνας στις οποίες είχαν συμφωνήσει όλα τα υπόλοιπα κράτη - μέλη. Η Πολωνία, από την πλευρά της, υποβάθμισε από μόνη της τους κλιματικούς στόχους της Ευρώπης. Και πριν τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, η κυβέρνηση της χώρας καθυστέρησε μια απόφαση για ευρωπαϊκό εμπάργκο πετρελαίου κατά της Ρωσίας, φοβούμενη ότι η επακόλουθη αύξηση των τιμών της ενέργειας θα μπορούσε να ευνοήσει την κ. Λεπέν στην προεκλογική της εκστρατεία κατά του κ. Μακρόν. Συχνά, η Ευρώπη καθίσταται το παιχνίδι των κρατών - μελών που επιδιώκουν να προωθήσουν τα δικά τους στενά συμφέροντα. Ο κ. Μακρόν, όσο "φιλοευρωπαϊστής" κι αν είναι, δεν αποτελεί εξαίρεση.

    Αυτός είναι ο λόγος που οι εκλογές προκαλούν συχνά τέτοιους πονοκεφάλους. Η δημοκρατία είναι ασφαλώς η δύναμη της Ευρώπης. Είναι η βασική αξία της ένωσης, η παλλόμενη καρδιά της. Αλλά η δημοκρατία είναι επίσης η αδυναμία της Ευρώπης. Αυτό συμβαίνει επειδή η ένωση δεν είναι πραγματικά ευρωπαϊκή. Αντίθετα, περιλαμβάνει 27 ξεχωριστές, εθνικές δημοκρατίες. Αν μία από αυτές αναπτύξει μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση, μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρο το ευρωπαϊκό εγχείρημα, που εξαρτάται από την ομοφωνία. Η ένωση ουσιαστικά κρατιέται όμηρος κάθε φορά που διεξάγονται εκλογές οπουδήποτε - ένας δύσκολα βιώσιμος τρόπος να γίνονται τα πράγματα.

    Οι γαλλικές εκλογές, είπε ο κ. Μακρόν, ήταν "ένα δημοψήφισμα για την Ευρώπη". Το πρόβλημα με την Ευρώπη είναι ακριβώς αυτό. Όλες οι εκλογές είναι ένα δημοψήφισμα για την Ευρώπη, σε κάθε γωνιά της ηπείρου. Θα ήταν περίεργο εάν μία πολιτειακή εκλογική διαδικασία στη Μοντάνα ή τον Μισισιπή απειλούσε να αναιρέσει το κράτος ή να εκτροχιάσει την εξωτερική του πολιτική. Στην Ευρώπη, αυτό είναι φυσιολογική πρακτική. Αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που, παρά την επιτυχία της ως παγκόσμια οικονομική δύναμη και ως φάρος σταθερότητας, η Ευρώπη συχνά στερείται αυτοπεποίθησης και φαίνεται ευάλωτη και στον πιο ήπιο άνεμο.

    Ωστόσο, το παράδοξο αυτό δεν χρειάζεται να είναι μόνιμο. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αστάθεια, μεγάλο ανταγωνισμό ισχύος και αυξανόμενες τιμές, η Ευρώπη πρέπει να φροντίσει τον εαυτό της - και έχει τα μέσα να το κάνει. Ένα σταδιακό εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο είναι μόνο η αρχή. Στον απόηχο του πολέμου στην Ουκρανία, η συλλογική παροχή άμυνας και ασφάλειας είναι επίσης απαραίτητη, όπως και μια ενεργειακή ένωση. Επιπλέον, μπορεί να είναι απαραίτητο και κάποιο είδος δημοσιονομικής ένωσης - που θα επιτείνει την τρέχουσα νομισματική ένωση - προκειμένου να συντονιστούν οι σοβαρές επενδύσεις που απαιτούνται για να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της Ευρώπης. Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για αυξημένη ενότητα, μια ομάδα Ευρωπαίων διανοουμένων ζήτησε πριν μερικές μέρες ακόμα και τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

    Δεν είμαι σίγουρη ότι η ένωση θα φτάσει ποτέ σε αυτό. Αλλά θα ήταν ωραίο αν φέτος στο παιχνίδι πολιτικής του think tank στο Βερολίνο αντί να αγχωνόμαστε για τα χειρότερα δυνατά σενάρια, αφήναμε ίσως τους εαυτούς μας να φανταστούν μια πιο τολμηρή, ισχυρότερη Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν μπορούσαμε όλοι να επιτρέψουμε στην Ευρώπη να σταθεί λίγο περισσότερο στα πόδια της, αυτό θα μπορούσε να φέρει έναν διαφορετικό κόσμο.

    * Η Caroline de Gruyter είναι ανταποκρίτρια Ευρωπαϊκών υποθέσεων με έδρα τις Βρυξέλλες, αρθρογράφος της ολλανδικής εφημερίδας NRC και τακτική συνεργάτης του Foreign Policy

    © 2022 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ