Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 25-Σεπ-2021 09:15

    Γερμανικές εκλογές: Η ώρα των αποφάσεων για Γερμανία και Ευρώπη

    Γερμανικές εκλογές: Η ώρα των αποφάσεων για Γερμανία και Ευρώπη
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Όταν μιλά η κάλπη, οι εικασίες και οι ασάφειες των δημοσκοπήσεων δίνουν τη θέση τους στη βεβαιότητα. Ή μήπως όχι; Οι ομοσπονδιακές βουλευτικές εκλογές που πραγματοποιούνται αύριο στη Γερμανία θα αποτυπώσουν ασφαλώς τις προτιμήσεις ενός εκλογικού σώματος που το προηγούμενο διάστημα θύμιζε κινούμενη άμμο. Όμως και πάλι, το ερώτημα του πώς θα πορευτεί στο εξής η Γερμανία και άρα σε μεγάλο βαθμό και η Ευρώπη δεν πρόκειται αυτομάτως να απαντηθεί, καθώς η έξοδος της Άνγκελα Μέρκελ από την καγκελαρία μπορεί να καθυστερήσει αρκετές εβδομάδες ή και μήνες, μέχρι να τελεσφορήσουν οι διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης.

    Τελευταία δεδομένα

    Προφανώς είναι κρίσιμο στο έδαφος ποιων καταγεγραμμένων συσχετισμών θα πραγματοποιηθούν αυτές οι διαβουλεύσεις. Αλλά τα μέχρι χθες διαθέσιμα δημοσκοπικά δεδομένα επιβάλλουν επιφύλαξη. 

    Η διαφορά των δύο μεγάλων κομμάτων (αν τους αξίζει ακόμη η ονομασία, εφόσον αμφότερα πολύ απέχουν από την κατάκτηση έστω του ενός τρίτου της λαϊκής ψήφου) έχει περιοριστεί στα όρια του στατιστικού λάθους. Έτσι, η Σοσιαλδημοκρατία (SPD), με υποψήφιο καγκελάριο τον Όλαφ Σολτς, νυν υπουργό Οικονομικών στον "μεγάλο συνασπισμό", εμφανίζεται σταθερή στο 25%, ενώ η Ένωση CDU-CSU με επικεφαλής τον πρωθυπουργό της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Άρμιν Λάσετ, ανήλθε στο 21%-22% και οι Πράσινοι της Αναλένα Μπέρμποκ υποχωρούν στο 14%-15% (μετά από μία προηγούμενη δημοσκοπική εκτίναξη). Ακολουθούν η AfD με 12%, οι Φιλελεύθεροι (FDP) του Κρίστιαν Λίντνερ με 11% και το κόμμα της Αριστεράς (Linke) με 6%-7%, ενώ ενισχυμένο εμφανίζεται αθροιστικά το ποσοστό των κομμάτων που δεν προορίζονται να ξεπεράσουν το όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης του 5%. Όλα αυτά με την επιφύλαξη ότι οι έρευνες πραγματοποιούνται κυρίως σε σταθερές τηλεφωνικές γραμμές.

    Είναι πάντως ενδεικτικό της "μεταμερκελικής κόπωσης" το γεγονός ότι το κόμμα της καγκελαρίου κινδυνεύει να καταταγεί δεύτερο για μόλις τέταρτη φορά στις 20 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολεμικής ομοσπονδιακής Γερμανίας, ενώ και η ίδια η πολιτική της "παρακαταθήκη" ενδέχεται να ακυρωθεί.

    Τα μετεκλογικά σενάρια

    "Μεγάλος συνασπισμός" Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, αντιστοίχως με αυτόν που τώρα κυβερνά τη Γερμανία, είναι εξαιρετικά δύσκολο να συγκροτηθεί ξανά. Όχι μόνο διότι απουσιάζει η πολιτική βούληση προς τούτο από τους υποψήφιους εταίρους, αλλά διότι ενδέχεται να μην αρκούν καν τα δεδομένα της κοινοβουλευτικής αριθμητικής. Εξού και τα υπό συζήτηση σενάρια αναφέρονται όλα σε τρικομματική κυβέρνηση. 

    Στη γερμανική δημόσια συζήτηση οι πιθανοί κυβερνητικοί συνασπισμοί ονοματίζονται με βάση τα χρώματα που συμβολίζουν το κάθε κόμμα. Έτσι γίνεται λόγος για κυβέρνηση "φαναριών της τροχαίας" (SPD, FDP και Πράσινοι) ή "σημαίας της Γερμανίας" (CDU, SPD, FDP) ή "Κένυας" (CDU, SPD, Πράσινοι) ή "Τζαμάικας" (CDU, FDP και Πράσινοι, όπως συζητούνταν το 2017) ή "Κοκκινο-κοκκινο-πράσινης συμμαχίας" (SPD, Πράσινοι και Αριστερά), με την τελευταία αυτή εκδοχή να κυκλοφορεί στην παραλλαγή μιας κυβέρνησης μειοψηφίας α λα πορτογαλικά, όπου η Αριστερά θα προσφέρει ψήφο ανοχής. 

    Δεν υπάρχει κανένας γραπτός ή άγραφος κανόνας που να επιβάλλει την ανάληψη της καγκελαρίας από τον υποψήφιο του πρώτου κόμματος – ο Βίλι Μπραντ κατόρθωσε το 1969 να ηγηθεί κυβερνητικού συνασπισμού, μολονότι το κόμμα του είχε καταταγεί δεύτερο. Κανένας, δε, από τους πολιτικούς πρωταγωνιστές δεν έχει αποκλείσει καμία επιλογή συνεργασίας, εξαιρουμένου του Λάσετ ο οποίος έχει δεσμευθεί να μην συνεργασθεί με την AfD, καλώντας τον Σολτς να πράξει το ίδιο σε ό,τι αφορά το "έτερο άκρο" της Αριστεράς. 

    "Πολύφερνοι" εταίροι, όπως οι Φιλελεύθεροι και οι Πράσινοι, δεν έχουν λόγους να βιαστούν να ανοίξουν τα χαρτιά τους, ενώ δημοσιογραφικές πληροφορίες φέρουν αυτές ακριβώς τις δύο δυνάμεις να συντονίζονται διακριτικά τις τελευταίες ημέρες. 

    Το πραγματικό δίλημμα

    Όμως ο δαίδαλος των σεναρίων εντέλει καταλήγει σε ένα απλό και πολιτικά κρίσιμο ερώτημα που εναπόκειται να απαντήσουν πρωτίστως ο Σολτς και ο Λίντνερ. Με μία κατάταξη σαν αυτή που αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις θα προτιμήσει ο εκλεκτός των Σοσιαλδημοκρατών να στραφεί προς την Αριστερά (παραβλέποντας τις θέσεις της κατά του ΝΑΤΟ), σε μια επιλογή μεγαλύτερης προγραμματικής συνοχής, ή θα επιλέξει κυβέρνηση ευρύτερης βάσεως συνεργαζόμενος με τους Φιλελεύθερους – και αν ναι, ποιες από τις "κόκκινες γραμμές" τους, ήτοι τη μη αύξηση των φόρων και τη διατήρηση του συνταγματοποιημένου "φρένου χρέους", θα ήταν αυτοί πρόθυμοι να εγκαταλείψουν;

    Με άλλα λόγια, θα υλοποιηθεί ή όχι η ριζικά επεκτατική οικονομική πολιτική (με αύξηση λ.χ. του κατώτατου μισθού κατά 25%) που υπόσχεται υπό την πίεση του ίδιου του του κόμματος ο κατά τα λοιπά "συνετός" Σολτς; Και δευτερευόντως, κατά πόσον θα προχωρήσει η πράσινη μετάβαση με τους ταχείς ρυθμούς που ζητά το κόμμα της Μπέρμποκ και δεν ενθουσιάζουν καθόλου το FDΡ αλλά κατά βάθος ούτε το SPD; 

    Ο "γκαφατζής" Λάσετ, ο οποίος άρχισε να κατακρημνίζεται δημοσκοπικά αφότου η κάμερα τον συνέλαβε να γελά σε εκδήλωση στη μνήμη των θυμάτων των πλημμυρών του Ιουλίου στο κατεξοχήν πληγέν κρατίδιό του, θεωρείται πάντως και "βασιλιάς του comeback". Επιχείρησε δε το τελευταίο διάστημα να ενισχύσει τους φόβους των Γερμανών απέναντι σε μία "αριστερή στροφή" και την απέχθειά τους για την προοπτική αύξησης των φόρων.

    Τριπλή κληρονομιά 

    Σε κάθε περίπτωση, η Γερμανία καταδιώκεται από μία τριπλή "κληρονομιά": την αύξηση των ανισοτήτων (που δρομολόγησαν οι Σοσιαλδημοκράτες με τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Σρέντερ και τώρα θέλουν μετανοήσαντες να αντιστρέψουν), την καθήλωση των επενδύσεων κατά την εποχή του "απόλυτου μηδενός" στα ελλείμματα, με αποτέλεσμα την τωρινή υστέρηση των υποδομών και της εκπαίδευσης-κατάρτισης, την ώρα που οι ανταγωνίστριες χώρες εφορμούν στην ψηφιοποίηση, αλλά και την απόφαση της Μέρκελ να αποπυρηνικοποιήσει την παραγωγή ενέργειας, εξαρτώντας τη χώρα της ακόμη περισσότερο από το ρωσικό φυσικό αέριο.

    Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, οι συνέπειες των γερμανικών εκλογών δεν θα είναι εύκολο να προβλεφθούν, ακόμη και μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος, όσο δεν θα είναι γνωστή η συγκρότηση του νέου κυβερνητικού συνασπισμού και οι συμβιβασμοί που θα τον θεμελιώσουν. Θα αποτελέσει πάντως ιστορική ειρωνεία πρώτης τάξεως το ενδεχόμενο η ηγέτιδα δύναμη της ευρωζώνης να εγκαταλείψει το πρότυπο της "πειθαρχίας" που η ίδια επέβαλε στα λοιπά κράτη-μέλη και να παρεκκλίνει από το κοινοτικό πλαίσιο που το ενσαρκώνει. 

    Για δε την εξωτερική πολιτική, η οποία ουδόλως απασχόλησε τον προεκλογικό αγώνα, το μίγμα που μπορεί να προκύψει ανάμεσα στον "ατλαντισμό" των Πρασίνων, τον "αντιτουρκισμό" των Φιλελευθέρων και τη φιλορωσική κλίση των Σοσιαλδημοκρατών είναι αδύνατον να διαγνωσθεί.

     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ