Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 16-Μαϊ-2021 08:57

    Οι ΗΠΑ ρισκάρουν με τον πληθωρισμό

    Fed Federal Reserve επιτόκια
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Για πόσο ακόμη μπορεί η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ να συνεχίσει τις διευκολυντικές της πολιτικές, χωρίς να προσκρούσει σε πληθωριστικές πιέσεις. Αυτό είναι το ερώτημα από το οποίο κρίνεται η πορεία της μεταπανδημικής ανάκαμψης, όχι μόνο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, αλλά και διεθνώς.

    Η πίεση είναι αισθητή εδώ και κάποιους μήνες στον χώρο των εμπορευμάτων, με τον σίδηρο και τον χαλκό να σημειώνουν τιμές-ρεκόρ, αλλά και της στέγης, όπου οι νέες κατοικίες στις ΗΠΑ είναι ακριβότερες κατά 11% - και πλέον προκύπτει και από την αγορά εργασίας, καθώς η National Federation of Independent Businesses ανέφερε ότι το 45% των μελών της δυσκολεύεται να καλύψει ανοικτές θέσεις εργασίας, ποσοστό που δεν έχει καταγραφεί από τη δεκαετία του ’70 οπότε άρχισαν να τηρούνται τα σχετικά στοιχεία.

    Σε αντίθεση, μάλιστα, με την περίοδο μετά την κατάρρευση της Lehmann Brothers, τα αμερικανικά νοικοκυριά έχουν οικοδομήσει εν μέσω πανδημίας και περιοριστικών μέτρων αποταμιεύσεις οι οποίες αναμένουν την πλήρη απελευθέρωση των δραστηριοτήτων για να διαχυθούν στην καταναλωτική αγορά.

    Ήδη την εβδομάδα αυτή, οι αγορές αισθάνθηκαν τον κραδασμό από την ανακοίνωση των στοιχείων Απριλίου του αμερικανικού υπουργείου Εργασίας, με βάση τα οποία ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 0,8% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, μετά και από άνοδο κατά 0,6% τον Μάρτιο. Χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα, ο διαρθρωτικός πληθωρισμός ενισχύθηκε κατά 0,9% μετά από άνοδο 0,3% τον Μάρτιο. Όλα αυτά, ενώ οι μέσες εκτιμήσεις των αναλυτών σε δημοσκόπηση του Reuters έκαναν λόγο για αύξηση του συνολικού δείκτη κατά μόλις 0,2%, με τον δομικό δείκτη να σκαρφαλώνει 0,3%.

    Σε ετήσια βάση ο δείκτης εκτινάχθηκε σε υψηλό 13 ετών στο 4,2% τον Απρίλιο, με τον δομικό δείκτη να σκαρφαλώνει στο 3% που είναι το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 26 ετών.

    "Πολεμική οικονομία"

    Ωστόσο, οι επεκτατικές πολιτικές, τόσο νομισματικές όσο και δημοσιονομικές, καλά κρατούν. Η μεν Fed εξακολουθεί να διοχετεύει 120 δισ. δολάρια μηνιαίως στην αγορά ομολόγων, μολονότι το παραγόμενο προϊόν επέστρεψε στα προ της πανδημίας επίπεδα, ενώ, από την άλλη, η κυβέρνηση Μπάιντεν εκτοξεύει το έλλειμμα στο 13% του ΑΕΠ, στο πλαίσιο μιας "πολεμικής οικονομίας" η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει τη χορήγηση πρόσθετου επιδόματος ανεργίας ύψους 300 δολαρίων μηνιαίως μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Υπολογίζει μάλιστα η Goldman Sachs ότι οι μισοί από τους τωρινούς ανέργους θα αντιμετώπιζαν μείωση πραγματικού εισοδήματος αν επέστρεφαν αυτή τη στιγμή στην εργασία.

    Με άλλα λόγια, η κεντρική τράπεζα τυπώνει χρήμα το οποίο ευθέως καταλήγει διά των κυβερνητικών δαπανών στην αύξηση της ζήτησης.

    Η κατάσταση αυτή έχει μόνο δύο πιθανές εκβάσεις. Είτε η Fed θα υποχρεωθεί αργά ή γρήγορα να ανακρούσει πρύμναν, υιοθετώντας περισσότερο περιοριστικές πολιτικές, με αποτέλεσμα να επαναληφθεί το σοκ του tapering του Μπεν Μπερνάνκε το 2013, οπότε ο επαναπατρισμός κεφαλαίων κλυδώνισε τις αναδυόμενες οικονομίες, είτε θα συνεχίσει όπως τώρα, τροφοδοτώντας μιαν αύξηση των εισαγωγών και άρα επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Όμως κάτι τέτοιο θα είναι βιώσιμο μόνο στον βαθμό που η Κίνα, η Ιαπωνία και Ευρωζώνη θα ανακυκλώνουν τα δικά τους πλεονάσματα (αθροιστικού ύψους 720 δισ. δολαρίων) στις αμερικανικές κεφαλαιαγορές.

    Αντικρουόμενες εκτιμήσεις

    Σύμφωνα με αναλύσεις της Citigroup που παραθέτει η "Daily Telegraph", η Fed έχει περισσότερα κίνητρα να επιλέξει την πρώτη λύση, επισπεύδοντας και ταυτοχρόνως οριοθετώντας την "τιμωρία", καθώς τυχόν εκτίναξη του πληθωρισμού σε επίπεδα άνω του 4% κινδυνεύει να πλήξει ταυτοχρόνως την αγορά ομολόγων και μετοχών, οδηγώντας σε βίαιη προσαρμογή των τωρινών υψηλών αποτιμήσεων των χαρτοφυλακίων και μάλιστα σε μη προβλέψιμη μακρά διάρκεια.

    Αντιθέτως η Capital Economics εκτιμά ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν θα αντιδράσουν υπερβολικά στη βραχυπρόθεσμη αύξηση του πληθωρισμού, προκειμένου να μη διακόψουν πρόωρα την ανάκαμψη που έχει δρομολογηθεί και η οποία, ειδικά σε χώρες που έχουν σημειώσει πρόοδο στο εμβολιαστικό του πρόγραμμα, είναι εξαιρετικά ταχεία. Αναμένει μάλιστα ότι οι οικονομικές συνθήκες θα μοιάζουν μεσοπρόθεσμα περισσότερο με αυτές των αρχών της δεκαετίας του 1950, με ισχυρή ανάπτυξη και πληθωρισμό, παρά με την περίοδο στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 1970.

    Το βάρος στα νοικοκυριά και το αθόρυβο "κούρεμα" του χρέους

    Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) που εδρεύει στη Βασιλεία, ήτοι η "κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών", εμφανίζεται πάντως ανήσυχη. Και σπεύδει να αμφισβητήσει την πεποίθηση ότι η ανεξέλεγκτες διευκολυντικές πολιτικές έχουν "κοινωνικό χαρακτήρα".

    Όπως τονίζει ο εκτελεστικός διευθυντής της BIS Άγκουστιν Κάρστενς (η μεξικανική καταγωγή του οποίου του προσφέρει πικράν πείρα) "δεν θα πρέπει να ξεχνούμε τα μακροπρόθεσμα τραύματα που επιφέρει ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός ως προς την ανισότητα. Η ιστορία βρίθει επεισοδίων υψηλού και ανεξέλεγκτου πληθωρισμού τα οποία οδήγησαν σε αύξηση της φτώχειας και της ανισότητας λόγω της δραστικής μείωσης των πραγματικών μισθών. Τα νοικοκυριά στο κατώτερο άκρο του εισοδηματικού φάσματος είναι λιγότερο ικανά να αντισταθμίσουν τις συνέπειες: το εισόδημά τους είναι σταθερό σε ονομαστικές τιμές και οι αποταμιεύσεις τους βρίσκονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή μετρητά".

    Ενδέχεται, όμως, ο πληθωρισμός να προβάλλει στα μάτια κάποιων ως μια βολική λύση για την αναδιάρθρωση του χρέους μέσω της νομισματοποίησής του. Από αυτή την άποψη η εμπειρία της δεκαετίας του '40 είναι διδακτική, καθώς οι επεκτατικές πολιτικές συνεχίστηκαν με τη δύναμη της αδράνειας και μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο οποίος τις είχε καταστήσει αναπόφευκτες, με αποτέλεσμα οι πιστωτές να υποστούν ένα αθόρυβο "κούρεμα" διά του πληθωρισμού. Κατά τον τρόπο αυτόν, το αμερικανικό ομοσπονδιακό δημόσιο χρέος βρέθηκε να προσγειώνεται από το 120% του ΑΕΠ στο 70% μία δεκαετία αργότερα.

    Σε αντίθεση, όμως, με εκείνους τους παλαιότερους καιρούς, η Fed δεν μπορεί να υπομείνει το αυξημένο κόστος δανεισμού στις συναλλαγές της με τις εμπορικές τράπεζες, που διακινδυνεύει να επισπεύσει την πολιτικά εκρηκτική ανακεφαλαιοποίησή της από το αμερικανικό Δημόσιο.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ