Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 20-Νοε-2017 14:00

    Σε κακή στιγμή για την Ε.Ε. η γερμανική πολιτική κρίση

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Σε κακή στιγμή για την Ε.Ε. η γερμανική πολιτική κρίση

    Του Κώστα Ράπτη

    Και ξαφνικά, η Γαλλία του Emmanuel Macron έμεινε χωρίς συνομιλητή (έστω και προσχηματικό) για την εμβάθυνση της ευρωζώνης. Η Βρετανία χωρίς εκείνον τον παίκτη που θα είχε τη δύναμη και το συμφέρον να αποτρέψει ένα Brexit χωρίς συμφωνία. Και η Πολωνία με την Ουγγαρία χωρίς εμπόδιο στην ευρωσκεπτικιστική αντιφιλελεύθερη ροπή τους – ίσα ίσα δικαιούνται να υποστηρίζουν ότι η Γερμανία είναι ένας "χάρτινος τίγρης” και ότι οι πολιτικές που καταγγέλλουν για το προσφυγικό πλέον καθιστούν αδύνατη τη δημιουργία κυβέρνησης στο ίδιο το Βερολίνο.

    Η κατάρρευση των συνομιλιών για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού τύπου "Τζαμάικα” έρχονται σε μία κακή στιγμή για όλη την Ευρώπη. Μάλιστα η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι ενώ ακριβώς διαπιστώνεται ευρύτερα ότι η Ε.Ε. έχει αφήσει πίσω της την οικονομική κρίση, έρχεται η πολιτική κρίση, με τους δικούς της χρόνους και ρυθμούς, να ξαναβυθίσει στην αβεβαιότητα την ήπειρο.

    Όμως στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό οι διαθέσιμες επιλογές μοιάζει να έχουν εξαντληθεί.

    Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Christian Lindner παίρνει την πρωτοβουλία να αποχωρήσει από τις συνομιλίες, έχοντας προφανώς κατά νου το προηγούμενο της συγκυβέρνησης του 2009, οπότε το κόμμα προχώρησε, γρήγορα και με προγραμματικές υποχωρήσεις, στην "αυτονόητη” συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες της Angela Merkel, μόνο και μόνο για να τιμωρηθεί σκληρά από τους ψηφοφόρους το 2013 και να βρεθεί εκτός κοινοβουλίου.

    Οι Πράσινοι δηλώνουν εγκαίρως δια του Juergen Trittin ότι δεν ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν σε μία κυβέρνηση μειοψηφίας υπό την Merkel και ουσιαστικά καταγγέλλουν τον Lindner για τεχνητή κρίση.

    Οι Σοσιαλδημοκράτες υπενθύμισαν ήδη από το Σαββατοκύριακο, δια του Martin Schulz και της γραμματέως τους Andrea Nahles ότι εμμένουν στην θέση στην οποία κατέληξαν την επαύριο των εκλογών, δηλ. να μην συμμετάσχουν σε νέο "μεγάλο συνασπισμό”, αλλά να επιστρέψουν στα έδρανα της αντιπολίτευσης.

    Συνδυαζόμενα όλα αυτά, δείχνουν να επιτρέπουν μόνο μία λύση: την διενέργεια νέων εκλογών, στον βαθμό που ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας αποτελεί λύση ασταθή και ξένη προς τη γερμανική μεταπολεμική πολιτική παράδοση.

    Όμως και η εκ νέου προσφυγή στις κάλπες παρουσιάζει ιδιαίτερα θεσμικά προβλήματα, χωρίς να λύνει κάποιο από τα πολιτικά.

    Κατά το γερμανικό Σύνταγμα, καθοριστικός στην παρούσα φάση είναι ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Frank Walter Steinmeier, ο οποίος σε κάθε περίπτωση οφείλει να προτείνει προς την Bundestag υποψήφιο καγκελάριο. Εάν το κοινοβούλιο δεν παράσχει ψήφο εμπιστοσύνης (με απόλυτη πλειοψηφία), επιχειρείται νέα προσπάθεια μετά από 14 ημέρες και μόνο σε περίπτωση που χρειαστεί και τρίτη εντολή, μετά από άλλες 14 ημέρες, είναι δυνατή η έγκριση κυβέρνησης μειοψηφίας. Εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό, προκηρύσσονται νέες εκλογές.

    Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι μόνες αλλαγές σε σχέση με τον Σεπτέμβριο που θα μπορούσε να επιφέρει η νέα προσφυγή στις κάλπες είναι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η περαιτέρω αποδυνάμωση Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών και η ενίσχυση Φιλελευθέρων, Πρασίνων και (το χειρότερο) της ακροδεξιάς "Εναλλακτικής για τη Γερμανία”. Δεν είναι αυτό ένα σκηνικό που θα διευκολύνει την εξεύρεση λύσης την επόμενη μέρα. Πόσω μάλλον που η πρόωρη προκήρυξη εκλογών προϋποθέτει τεχνικά την καταψήφιση της Angela Merkel από το κοινοβούλιο ως υποψήφιας καγκελαρίου – δηλ. τον περαιτέρω τραυματισμό του προφίλ της.

    Ομοίως, για τους Σοσιαλδημοκράτες, που προετοιμάζονταν για μία μακρά περίοδο ανάκαμψης στην αντιπολίτευση, τυχόν νέες εκλογές θα αποτελέσουν μεγάλο αιφνιδιασμό και θα δημιουργήσουν πρόβλημα εξεύρεσης υποψήφιου καγκελαρίου άλλου από τον Martin Schulz, ο οποίος μόλις αποδοκιμάστηκε εκλογικά. 

    Από την άλλη πλευρά, εκτιμάται ότι το εκλογικό σώμα θα φερθεί τιμωρητικά σε όποιον προκαλέσει νέες εκλογές (και μάλιστα υπ' αυτές τις συνθήκες).

    Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο η τωρινή αδιαλλαξία παικτών όπως ο Lindner να ληφθεί τοις μετρητοίς. Μία διαπραγματευτική "επιστροφή στην αφετηρία” παραμένει πιθανή. Το απογευματινό διάγγελμα του Frank Walter Steinmeier ίσως δώσει απαντήσεις.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων