Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 28-Ιαν-2021 08:02

    Η πανδημία, η οικονομία και η επιστροφή της πολιτικής των "μεγάλων δυνάμεων"

    Η πανδημία, η οικονομία και η επιστροφή της πολιτικής των "μεγάλων δυνάμεων"
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Των John Springford, Christian Odendahl, Sam Lowe, Sophia Besch, Katherine Pye

    Στο ετήσιο συνέδριο Ditchley του CER (που αυτή τη χρονιά έλαβε χώρα μέσω διαδικτύου), ζητήσαμε από 50 κορυφαίους φορείς χάραξης πολιτικής και στοχαστές στα οικονομικά και στην εξωτερική πολιτική, να αναλογιστούν πώς η ΕΕ θα πρέπει να απαντήσει στην πανδημία, στην αμερικανό-κινεζική αντιπαλότητα και στην ασταθή της γειτονιά. Υπήρξε συναίνεση στο ότι η ΕΕ έπρεπε να είναι πιο διεκδικητική διεθνών και λιγότερο βραδυκίνητη στο εσωτερικό, αλλά υπήρξαν διαφωνίες για το πόσο μακριά έπρεπε να πάει για να πετύχει αυτούς τους στόχους. Οι υποστηρικτές του Macron ήθελαν μια ΕΕ του Gaull, με τις κυβερνήσεις να συνασπίζονται για να είναι πιο ικανές να αντιμετωπίζουν γρήγορα τις κρίσεις, και με την ΕΕ να ασχολείται περισσότερο με τους ισχυρούς της σύγχρονης γεωπολιτικής. Οι πιο επιφυλακτικοί τους αντίπαλοι εστίασαν στο ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να δρουν από κοινού όπου είναι δυνατό, και να εστιάσουν στο τι ήταν εφικτό με μια ΕΕ με 27 ηγέτες που έχουν διαφορετικές πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό τους.

    Στην πρώτη συνεδρία, για την ανάκαμψη από την πανδημία, η διάσκεψη συμφώνησε ότι απαιτείται τεράστια νομισματική χαλάρωση και δημοσιονομική στήριξη, και ότι τα προγράμματα στήριξης της απασχόλησης και επιδοτούμενου δανεισμού προς τις επιχειρήσεις, ήταν ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί πως οι βιώσιμες επιχειρήσεις δεν θα καταστρεφόταν. Σε ό,τι αφορά στην ανάκαμψη, όταν θα είχαν γίνει εμβολιασμοί σε ευρύ βαθμό, υπήρξαν διαφωνίες. Ορισμένοι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να τονώνουν την κατανάλωση για να αντισταθμίσουν ενδεχόμενη αύξηση της προληπτικής αποταμίευσης από τα νοικοκυριά. Άλλοι δηλώνουν ότι τα υψηλά επίπεδα αποταμίευσης από εύπορους εργαζόμενους γραφείων, θα σήμαινε ότι η κατανάλωση θα αυξηθεί, σε κάθε περίπτωση. 

    Η άνοδος της Κίνας -το επίκεντρο της δεύτερης συνεδρίας- ήταν τόσο πρόβλημα όσο και ευκαιρία για την Ευρώπη, με τους συμμετέχοντες στο συνέδριο να συμφωνούν ότι η ισορροπία είχε γίνει αρνητική καθώς το Πεκίνο είχε γίνει πιο διεκδικητικό για το αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης του και λιγότερο πρόθυμο να ακολουθήσει δυτικούς κανόνες και πρότυπα. Ήταν καλό για την οικονομία της Ευρώπης εάν οι Κινέζοι συνέχιζαν να γίνονται πιο πλούσιοι, αυξάνοντας τη ζήτηση για τα ευρωπαϊκά προϊόντα. Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε να επιδιώξει να ακολουθήσει τις ΗΠΑ σε έναν αγώνα για την υπεροχή. Αλλά καθώς δεν ήταν ένα ενοποιημένο κράτος, η ΕΕ βασίστηκε στο διεθνές δίκαιο για να πετύχει τους σκοπούς της και θα δυσκολευόταν σε έναν κόσμο μεγάλου ανταγωνισμού εξουσίας.

    Ωστόσο, οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι η ΕΕ θα πρέπει να συνεργαστεί με την κυβέρνηση Biden για να περιορίσει τις πολιτικές πνευματικής ιδιοκτησίας και επιδοτήσεων της Κίνας και να αντισταθμίσει τη στρατηγική χρήση των ξένων επενδύσεων, για σκοπούς εξωτερικής πολιτικής.

    Η αμερικανική κυριαρχία ήταν το επίκεντρο της τρίτης συνεδρίασης. Το συνέδριο ήταν διχασμένο για το εάν έχει σημασία ότι η Ευρώπη δεν έχει τεχνολογικούς κολοσσούς. Από τη μια πλευρά η συμβολή τους στην παραγωγικότητα σε όλη την οικονομία, δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο των τεράστιων εταιριών των προηγουμένων ετών, και δεν υπήρχε λόγος γιατί η Ευρώπη να μην μπορούσε να εισάγει ψηφιακές πλατφόρμες όπως και οι ΗΠΑ εισήγαγαν γερμανική και ιαπωνική βιομηχανική ρομποτική. 

    Αλλά από την άλλη πλευρά, αποδεικνυόταν δύσκολο να ρυθμιστούν οι τεχνολογικές εταιρείες, και εάν ήταν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπιστούν οι κακές επιπτώσεις των αλγορίθμων τους. Και επειδή η Ευρώπη δεν είχε την τεχνογνωσία, δεν βρήκε ψηφιακές καινοτομίες που θα μπορούσαν να κάνουν περισσότερα για να βελτιώσουν την κοινωνία.

    Ωστόσο, ενώ η ΕΕ συνέχιζε να είναι περί το 20% πιο φτωχή από ό,τι οι ΗΠΑ, μια σειρά μεταρρυθμίσεων στην Ευρώπη υπέρ του ανταγωνισμού, ξεκινώντας από τις αρχές του 2000, σήμαιναν ότι οι τηλεπικοινωνίες, οι πτήσεις και άλλες υπηρεσίες ήταν πολύ πιο φθηνές από ό,τι στις ΗΠΑ, αυξάνοντας το βιοτικό επίπεδο ιδιαίτερα για τους φτωχούς.

    Η έννοια της "στρατηγικής αυτονομίας” στο εμπόριο και στην επενδυτική πολιτική, αποδείχθηκε αμφιλεγόμενη στην τέταρτη συνεδρία. Για κάποιους, η χρήση ασαφών όρων που υπερέβαιναν την εξουσία της ΕΕ, δεν θα εντυπωσιάζαν την κυβέρνηση Biden, η οποία θα ήθελε να γνωρίζει πώς σκόπευε η ΕΕ να τη βοηθήσει να πετύχει κάποιους από τους συγκεκριμένους στόχους της, όπως τον περιορισμό των ξένων επενδύσεων της Κίνας σε στρατηγικές υποδομές και την αντίδραση στον επεκτατισμό της στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

    Άλλοι ήταν πιο θετικοί, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ είχε την εξουσία να θέσει όρους παγκοσμίως, διότι οι πολυεθνικοί μηχανισμοί έπρεπε να πουλήσουν στην μεγάλη άγρα της ΕΕ και να ακολουθήσουν τους κανόνες της. Ωστόσο υπήρξε συμφωνία ότι ήταν σημαντικό η ΕΕ να αποφύγει να χρησιμοποιήσει την στρατηγική αυτονομία ως κάλυψη των κινήσεων της προς τη δημιουργία Ευρωπαίων πρωταθλητών, και η ΕΕ θα πρέπει να περιορίσει τις στρεβλώσεις στο εμπόριο από τις προσπάθειές της να αλλάξει την συμπεριφορά άλλων δικαιοδοσιών.

    Υπήρξε συναίνεση στην τελευταία συνεδρία ότι η ΕΕ θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερους τρόπους στις χώρες στην ασταθή γειτονιά της, για να ενσωματωθούν στην Ένωση. Οι περισσότερες χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης, όπως η Ουκρανία, η Αρμενία, η Γεωργία και η Μολδαβία, ήθελαν μια πιο στενή σχέση με την ΕΕ και μια πιο μακρινή με τη Ρωσία. Οι φιλελεύθεροι στην Τουρκία, στη Βόρεια Αφρική και στα Δυτικά Βαλκάνια, χρειάζονται την υπόσχεση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, τις οποίες θα έφερνε μια πιο στενή σχέση με την Ευρώπη, προκειμένου νέα καταπολεμήσουν τους διεφθαρμένους και πελατειακούς αντιπάλους της.

    Η κωλυσιεργία της ΕΕ στο θέμα της Τουρκίας είχε αποδυναμώσει το κίνητρο για περαιτέρω μεταρρύθμιση του τουρκικού κράτους και είχε επιτρέψει στον Recep Tayyip Erdogan να απομακρυνθεί από το δυτικό μοντέλο διακυβέρνησης. Σε ό,τι αφορά στην υποσαχαρια Αφρική, η ΕΕ φοβόταν ότι η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού θα αύξανε τη μετανάστευση στην Ευρώπη, αλλά η περιοχή έπρεπε να ειπωθεί ως πηγή ευκαιρίας για μεγαλύτερο εμπόριο και επενδύσεις. Η μετανάστευση από τη Αφρική θα μπορούσε επίσης να παράσχει εργάτες καθώς οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συνεχίζουν να γερνάνε. Αλλά η περιοχή χρειαζόταν περισσότερο επίσημο δανεισμό για να αντιμετωπίσει την πανδημία, και περισσότερη βοήθεια με την ασφάλεια, ιδιαίτερα στο Σανέλ.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.cer.eu/publications/archive/report/2021/ditchley-conference-report-covid-19-global-economy-and-return-power

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ