Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 12-Φεβ-2020 13:53

    Μπορούν Γαλλία και Γερμανία να οδηγήσουν την Ευρώπη σε επιτυχία;

    Μπορούν Γαλλία και Γερμανία να οδηγήσουν την Ευρώπη σε επιτυχία;
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Charles Grant

    Από την ίδρυση της στη δεκαετία του 1950, η ΕΕ σπάνια ήταν απαλλαγμένη από δοκιμασίες. Αλλά τα τελευταία χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Η Ένωση περιβάλλεται από ισχυρούς ηγέτες που αρνούνται τις φιλελεύθερες διεθνιστικές της αξίες και αγνοούν την προτίμηση της για μια τάξη βασισμένη σε κανόνες -τον Donald Trump, τον Vladimir Putin και τον Recep Tayyip Erdogan. Οι δύο πρώτοι με χαρά θα έβλεπαν την ΕΕ να διαλύεται. Η ΕΕ επίσης πρέπει να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη γεωπολιτική και οικονομική απειλή της Κίνας, της οποίας ο αυταρχικός ηγέτης Xi Jinping, επιδεικνύει σεβασμό για τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά δεν συμμερίζεται τις ευρωπαϊκές αξίες.

    Κάποιες από τις κυβερνήσεις κρατών-μελών της ΕΕ παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια με το κράτος δικαίου -πιο έντονα στην περίπτωση της Ουγγαρίας, αλλά και σε αρκετά μέλη επίσης. Πέρα από τα όρια της Ένωσης, αρκετά τμήματα της γειτονιάς είναι ασταθή και εύφλεκτα. Το προσφυγικό και η κρίση του ευρώ, αν και ήταν λιγότερο οξείες το 2019 από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια, παραμένουν ακόμη, έχοντας τη δυνατότητα να δηλητηριάσουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Η οικονομία της Ευρώπης πρέπει να προσαρμοστεί άμεσα με την τεχνολογική αλλαγή βρίσκοντας παράλληλα τρόπους για τη δραστική μείωση εκπομπών ρύπων και ξεπερνώντας τις επιδεινούμενες περιφερειακές ανισότητες. Και το Ηνωμένο Βασίλειο, κάποτε ένα από τα πιο σημαντικά κράτη-μέλη, τελικά άφησε την ΕΕ, τριάμισι χρόνια μετά από το δημοψήφισμα.

    Αντιμέτωπη με αυτές και πολλές άλλες δυσκολίες, η ΕΕ πρέπει να αναπτύξει μια ανθεκτικότητα. Μέρος της απάντησης είναι η δημιουργία συνθηκών στις οποίες οι οικονομίες μπορούν να καινοτομούν και να αναπτύσσονται, ενώ οι περιφερειακές ανισότητες περιορίζονται. Ένα άλλο μέρος είναι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων, όπως η μετανάστευση και η κλιματική αλλαγή. Η ΕΕ επίσης πρέπει να είναι πιο αυστηρή με τα κράτη-μέλη που δείχνουν έλλειψη σεβασμού για το κράτος δικαίου. Χρειάζεται μια νέα και καλύτερη πολιτική για την σταθεροποίηση της γειτονιάς της η οποία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσφορά της ένταξης (η προτίμηση του Γάλλου προέδρου Emmanuel Macron για διαβαθμίσεις της ένταξης της ΕΕ ίσως προσφέρει μια μελλοντική πορεία). Και η ΕΥρώπη πρέπει να βρει την ικανότητα να ενωθεί στις μεγάλες γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, όπως στο πώς να διαχειριστεί τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία και την Τουρκία.

    Τέλος, η Ευρώπη χρειάζεται αποτελεσματική ηγεσία, η οποία απουσιάζει σοβαρά τα τελευταία χρόνια. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν και αρκετά συχνά προτείνουν εύλογες πολιτικές. Η Ursula von der Leyen, η νέα πρόεδρος της Κομισιόν, έχει κάνει μια φιλόδοξη αρχή, δηλώνοντας ότι θέλει να τεθεί επικεφαλής μιας πιο "γεωπολιτικής” Κομισιόν. Ωστόσο, τα κύρια κράτη-μέλη είναι απρόθυμα να αφήσουν τα θεσμικά όργανα να ηγηθούν των απαντήσεων της Ευρώπης στις πιο πιεστικές στρατηγικές προκλήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πέρασε μια χρυσή εποχή την περίοδο του Jacques Delors, ο οποίος ήταν πρόεδρος από το 1984 μέχρι το 1995, αλλά το πολιτικό κλίμα τώρα είναι πιο ευνοϊκό για τον "διακυβερνητισμό”.

    Σε όλη την ιστορία της ΕΕ, η Γαλλία και η Γερμανία, συχνά δρώντας από κοινού, έχουν παράσχει σταθερότητα, και η σχέση τους είναι στο επίκεντρο αυτού του report. Υπήρξαν περίοδοι μεγάλης "αγάπης”, όταν επικεφαλής ήταν το δίδυμο Charles de Gaulle και Konrad Adenauer, ή οιι Georges Pompidou και Willy Brandt, Valery Giscard d’Estaing και Helmut Schmidt, Francois Mitterand και Helmut Kohl, και Jacques Chirac και Gerhard Schroeder.

    Υπήρξαν περιστασιακά και δύσκολες περίοδοι. Η άφιξη του Tony Blair ως πρωθυπουργού της Βρετανίας το 1997 για παράδειγμα, έσπασε το δίδυμο -κερδίζοντας τις εκλογές το 1998 ο Schroeder έκανε την πρώτη του επίσκεψη στο Λονδίνο, όχι στο Παρίσι. Υπήρξαν αρκετά χρόνια αγάπης μεταξύ Λονδίνου και Βερολίνου, προτού τα κοινά αγροτικά συμφέροντα και η αντίθεση στον πόλεμο του Ιράκ, φέρουν το Παρίσι και το Βερολίνο ξανά μαζί και σε σύγκρουση με το Λονδίνο.

    Όταν η διαδοχή λειτουργεί καλά, ο κύκλος τείνει να είναι ο ίδιος: επειδή η Γαλλία και η Γερμανία έχουν τόσο διαφορετικά συμφέροντα, διοικούνται τόσο διαφορετικά και διαφωνούν σε τόσο πολλά ζητήματα, γνωρίζουν πως εάν μπορέσουν να βρουν μια κοινή προσέγγιση, είναι πιθανό να φέρει αποτέλεσμα όχι μόνο για τους δύο τους, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος της ΕΕ. Παραδοσιακά, οι δυο τους διαπραγματεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα εάν χρειαστεί, μέχρι να φτάσουν σε συμβιβασμό. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ -που διαπραγματεύτηκε το 1991- ήταν από πολλές απόψεις, αποτέλεσμα αυτής της φόρμουλας. Ο Mitterand έπεισε τον Kohl να δεχθεί την οικονομική και νομισματική ένωση. Ο Kohl έπεισε τον Mitterand να συναινέσει σε μια οικονομική και νομισματική ένωση με τους γερμανικούς όρους, με μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, και επίσης αποδέχθηκε την (κακώς προσδιορισμένη) έννοια της πολιτικής ένωσης. Ένα στοιχείο αυτού του ευαίσθητου συμβιβασμού, ήταν ότι η Γαλλία συμφώνησε στην γερμανική επανένωση το 1990.

    Αλλά προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα, το γαλλογερμανικό δίδυμο έγινε προβληματικό και σε πολλές περιπτώσεις, με λιγότερη επιρροή. πρώτον, η διεύρυνση της ΕΕ το 2004-2013, η οποία έφερε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (CEECs), μείωσε την συνδυαστική επιρροή του Παρισιού και του Βερολίνου. Μια γαλλογερμανική συμφωνία ήταν ακόμη απαραίτητη αλλά δεν ήταν πλέον αρκετή για να προχωρήσει η ΕΕ προς τα εμπρός. Το Παρίσι και το Βερολίνο θα μπορούσαν να συμφωνήσουν για το τι θα πρέπει να κάνει η ΕΕ, όπως έχουν κάνει για παράδειγμα, στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης ή της κλιματικής αλλαγής, αλλά οι Κεντροευρωπαίοι θα μπορούσαν να έχουν μια εντελώς διαφορετική άποψη και να μπλοκάρουν μια κοινή γραμμή της ΕΕ.

    Δεύτερον, υπήρχε πρόβλημα ανισορροπίας. Με την επανένωση, η Γερμανία έγινε ο πολύ μεγαλύτερος εταίρος, αλλά όσο η γαλλική οικονομία τα πήγαινε σχετικά καλά, η ανισότητα δεν ήταν τόσο σοβαρή. Στη συνέχεια, από το 2005, όταν έγινε Καγκελάριος η Angela Merkel, η γερμανική οικονομία ενισχύθηκε, ενώ η γαλλική δυσκολευόταν, ιδιαίτερα μετά από την χρηματοπιστωτική κρίση. Τότε, το 2010 ήρθε η κρίση του ευρώ, στην οποία η Γαλλία και η Γερμανία έλαβαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις, και η οποία εκτόξευσε την μεγαλύτερη πιστώτρια χώρα, τη Γερμανία, σε ηγετικό ρόλο. Ως αποτέλεσμα αυτού και των διπλωματικών της ικανοτήτων, η Merkel σταδιακά έγινε ο εξέχων ηγέτης της Ευρώπης. Καμία μεγάλη συμφωνία δεν θα μπορούσε να συμφωνηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή της. Ο Nicolas Sarkozy είχε σημαντική ενέργεια αλλά δεν είχε σταθερότητα, ενώ ο Francois Hollande (ο οποίος έγινε πρόεδρος το 2012), δήλωσε ελάχιστα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η πολιτική θέση της Merkel στη Γερμανία έγινε ακόμη πιο ισχυρή, ενώ η εγχώρια θέση των Γάλλων προέδρων συχνά φαινόταν ασταθής. Σε μια ολοένα και πιο μονόπαντη σχέση, οι Γερμανοί ηγέτες άρχισαν να χάνουν τον σεβασμό τους για τους Γάλλους.

    Η άφιξη του Macron, ο οποίος εξελέγη τον Μάιο του 2017, υποσχέθηκε να διορθώσει αυτές τις ανισορροπίες. Ο Macron εμφάνισε μια ενέργεια σαν αυτή του Sarkozy, αλλά φάνηκε να είναι πιο εστιασμένος και πιο αποτελεσματικός στο να εφαρμόσει τις ιδέες του. Η στρατηγική του ήταν να πιέσει για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις στη Γαλλία, να βάλει την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης και ως εκ τούτου να κερδίσει αξιοπιστία με τους Γερμανούς, οι οποίοι στη συνέχεια συμφώνησαν με κάποιες από τις ιδέες του για την μεταρρύθμιση της ευρωζώνης.

    Μέρος του σχεδίου δούλεψε. Ο Macron πέρασε περισσότερες μεταρρυθμίσεις από ό,τι οι προκάτοχοί του, για παράδειγμα για τις αγορές εργασίας και την ευημερία. Η οικονομία ανέκαμψε όντως και τώρα αναπτύσσεται με υψηλότερο ρυθμό από ό,τι αυτή της Γερμανίας, η οποία έχει πληγεί σημαντικά από την επιβράδυνση στη ζήτηση της μεταποίησης και στο εμπόριο ανά τον κόσμο. Αλλά η Γερμανία παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αδιάφορη για τις ιδέες του Macron αναφορικά με την μεταρρύθμιση της ευρωζώνης, και αυτό αύξησε τη δυσαρέσκεια στο Παρίσι.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.cer.eu/about/annual-report/2019

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ