Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 04-Νοε-2021 00:08

    Η Δύση δεν μπορεί να σώσει τον έλεγχο των εξοπλισμών μόνη της

    Η Δύση δεν μπορεί να σώσει τον έλεγχο των εξοπλισμών μόνη της
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Judy Dempsey

    Η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής είναι τώρα στην κορυφή της ατζέντας για τις περισσότερες κυβερνήσεις. Στη Σύνοδο COP26 στη Γλασκώβη, ήταν απαραίτητος ένας μεγάλος βαθμός συνεργασίας, πολιτικής βούλησης και βάρους από τους παγκόσμιους ηγέτες, για να αντιστρέψουν αυτό που πολλοί εμπειρογνώμονες ισχυρίζονται ότι είναι η προβλέψιμη υποβάθμιση του κλίματος.

    Αλλά μακριά από τους τίτλους και τα πρωτοσέλιδα, είναι άλλη μία κρίση που επηρεάζει τον πλανήτη. Και αυτή είναι η συστηματική κατάργηση του ελέγχου των εξοπλισμών.

    Απαιτούνται μεγάλες προσπάθειες από τις δυτικές δυνάμεις για να επαναφέρουν στην ατζέντα τους τον έλεγχο των εξοπλισμών και τον αφοπλισμό. Θα πρέπει να συμπεριλάβουν και τη συμμετοχή της Ρωσίας και ιδιαίτερα της Κίνας, η οποία μέχρι τώρα μένει εκτός του καθεστώτος ελέγχου των όπλων. Τέτοιες προσπάθειες είναι απαραίτητες, καθώς οι συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης κούρσας εξοπλισμών είναι πολύ τραγικές για να προβλεφθούν.

    Το καθεστώς ελέγχου των όπλων είχε μπει σε τροχιά κατά τα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.

    Μία από τις πρώτες μεγάλες συμφωνίες ήταν οι Συνομιλίες για τον στρατηγικό περιορισμό των όπλων (SALT) το 1972, που υπεγράφη μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης. Εισήγαγε για πρώτη φορά, μια αριθμητική ισορροπία μεταφορέων και κεφαλών. Η Συνθήκη κατά των Βαλλιστικών Πυραύλων (ΑΒΜ) επίσης, διαπραγματεύτηκε στο πλαίσιο της SALT. Η SALT II ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα.

    Το 1987, οι ΗΠΑ και η Ρωσία υπέγραψαν τη Συνθήκη για τις πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς (INF). Απαγόρευε την ανάπτυξη, τις δοκιμές και την παραγωγή χερσαίων πυραύλων κρουζ μικρού ως μεσαίου βεληνεκούς και βαλλιστικών πυραύλων και εκτοξευτών. Η συμφωνία ήταν κρίσιμη για την ασφάλεια της Ευρώπης.

    Και ακόμη και όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος το 1991, οι συνθήκες SALT αντικαταστάθηκαν με τη Στρατηγική Συνθήκη Μείωσης Όπλων (STAR I). "Η κορυφαία περίοδος ελέγχου των όπλων ήταν μεταξύ 1985 και 1995”, είπε στο Strategic Europe ο Ulrich Kuhn, διευθυντής του προγράμματος ελέγχου όπλων και αναδυόμενων τεχνολογιών στο Ινστιτούτο για Ερευνών της Ειρήνης και Πολιτικής Ασφάλειας του Πανεπιστημίου του Αμβούργου.

    Σήμερα, αυτές οι βασικές Συνθήκες ελέγχου των όπλων, όπως και οι πολυμερείς θεσμοί μετά το 1945, βρίσκονται υπό απειλή.

    Οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη Συνθήκη ΑΒΜ το 2002. Η Ρωσία ανέστειλε την εφαρμογή των Συμβατικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Ευρώπη (CFE) το 2007. Η Ουάσιγκτον αποχώρησε από τη Συνθήκη INF το 2019. Οι ΗΠΑ και η Ρωσία αποχώρησαν από τη Συνθήκη ανοιχτών ουρανών το 2020 και 2021 αντιστοίχως.

    Η μόνη αχτίδα ελπίδας είναι ότι η νέα Νέα START Συνθήκη που υπεγράφη το 2010 από την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, έχει επεκταθεί στο 2026.

    Παρόλα αυτά, όπως υποστηρίζει η Clara Portela, ειδικός κυρώσεων και εξοπλισμών όπλων στο Πανεπιστήμιο της Βαλένθια, "ελλείψει συμφωνηθέντων περιορισμών, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για να περιέλθουμε σε μια εξοπλιστική κούρσα με την Ευρώπη ως το πιο πιθανό θέατρο την επιχειρήσεων”.

    Γιατί διαλύεται το καθεστώς ελέγχου των όπλων;

    Ένας λόγος είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Φυσικά οι δύο πλευρές δεν εμπιστευόταν η μία την άλλη ούτε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Kuhn, εκείνη την εποχή και οι δύο θα μπορούσαν να κερδίσουν από τη μείωση των συμβατικών και των πυρηνικών όπλων. Οι επαληθεύσιμοι και διαφανείς μηχανισμοί παρακολούθησης των μειώσεων ήταν εντυπωσιακοί. Αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν αντικατασταθεί από την αντιπαράθεση.

    Ο αμερικανικός πόλεμος εναντίον του Ιράκ το 2002 που σχεδόν κατέστρεψε τη συμμαχία του ΝΑΤΟ εξαιτίας των διχασμών που έσπειρε μεταξύ των Ευρωπαίων, η εισβολή της Ρωσίας στην Ανατολική Ουκρανία το 2014, και η αποχώρηση των ΗΠΑ από την Συνθήκη INF, μεταξύ άλλων εντάσεων, έχουν αφήσει την Ευρώπη ευάλωτη.

    Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για αυτή την αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Κίνα δεν θεωρούνταν μεγάλη στρατιωτική δύναμη ή απειλή. Το αυξανόμενο οπλοστάσιό της με σύγχρονα όπλα, έχει αλλάξει αυτή την εξίσωση.

    Η Portela ισχυρίζεται ότι ένα βασικό σκεπτικό στη ρίζα του μειούμενου ενδιαφέροντος των παραδοσιακών πυρηνικών δυνάμεων για τον έλεγχο των εξοπλισμών, είναι η έλλειψη ανάμειξης των πυρηνικών ενεργειών της Ασίας, κυρίως της Κίνας. Σε ένα πρόσφατο έγγραφο τονίζει ότι "η Ουάσιγκτον και η Μόσχα είναι επιφυλακτικές σχετικά με τη διατήρηση των δεσμεύσεων μεταξύ τους, ότι θα μπορούσαν να πλήξουν την ικανότητα τους να ανταποκριθούν σε προκλήσεις αλλού”. Ας πούμε, στην Κίνα.

    Για τις ΗΠΑ, το Πεκίνο είναι ένας στρατηγικός ανταγωνιστής. Εάν αυτό ισχύει, δεν θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ και της Ρωσίας, να αναζωογονήσουν και να αλλάξουν τη δυναμική του ελέγχου των όπλων, και να συμπεριλάβουν και την Κίνα;

    Μια τέτοια ιδέα, προς το παρόν, είναι αφελής. Θα απαιτούσε από το Πεκίνο να ξεπεράσει την περιβόητη αδιαφάνεια των πυρηνικών του δυνατοτήτων. Και όπως υπογραμμίζει ο Kuhn, "χρειάζεται ένα περιβάλλον ασφάλειας και ατμόσφαιρα που επιτρέπει να μπει κανείς σε τέτοιες συζητήσεις. Για την ώρα, η ατμόσφαιρα είναι δηλητηριώδης”.

    Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν προσπαθήσει να κρατήσουν τη γλώσσα του ελέγχου των όπλων και του αφοπλισμού ζωντανή. Αλλά η ΕΕ είναι διχασμένη σε πολλές πτυχές. Η νέα Συνθήκη για την Απαγόρευση των Πυρηνικών όπλων (TPNW) που βρέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2021 είναι ένα παράδειγμα. Απαγορεύει την παραγωγή, μεταφορά, απειλή ή χρήση πυρηνικών όπλων υπό οποιαδήποτε περίσταση. Οι περισσότεροι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ και οι πυρηνικές δυνάμεις αντιδρούν σε αυτόν στη βάση του ότι θα υπονομεύσει την υφιστάμενη Συνθήκη μη διάδοσης.

    Ωστόσο οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ότι το μέλλον του ελέγχου των όπλων χρειάζεται την Κίνα και μια νέα ώθηση από τις ΗΠΑ. Εκτός από την στήριξη της για το κοινό ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης (JCPOA) για τον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν, ο έλεγχος των όπλων δεν βρίσκεται στο ραντάρ του Πεκίνου, ή της Ουάσιγκτον. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός είναι πολύ βαθύς.

    Οι κυνικοί υποθέτουν ότι μπορεί να χρειαστεί μια στρατιωτική κρίση στη Νότια Κίνα για να δοθεί στον έλεγχο των όπλων η ώθηση που χρειάζεται, όπως στην κρίση με τους πυραύλους της Κουβάς το 1962, ήταν ο καταλύτης για αυτές τις διαπραγματεύσεις. Είναι απογοητευτική σκέψη. Ίσως αυτός είναι ένας ακόμη λόγος η ΕΕ να συνεργαστεί με την Κίνα σε κάτι τόσο βασικό όσο είναι τα σεμινάρια και τα εργαστήρια, ελπίζοντας παράλληλα ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα επανεξετάσει τον έλεγχο των εξοπλισμών.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegieeurope.eu/strategiceurope/85689

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ