Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 13-Σεπ-2021 08:22

    Οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν δεν θα καταστήσουν την Ευρώπη παράγοντα στην άμυνα

    Οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν δεν θα καταστήσουν την Ευρώπη παράγοντα στην άμυνα
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Judy Dempsey

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση ευδοκιμεί σε κάθε κρίση.

    Αυτό θέλουν να πιστεύουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες. Οι κρίσεις, λένε, ενισχύουν την ένωση. Της δίνουν ώθηση για περαιτέρω ολοκλήρωση. Βοηθούν την ΕΕ να αναπτύξει αυτό που της έλειπε από καιρό: μια αξιόπιστη αμυντική πολιτική και πολιτική ασφάλειας. Αυτό, υποτίθεται, είναι τώρα το μάθημα του Αφγανιστάν για τους Ευρωπαίους, κρίνοντας από τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στη Σλοβενία, στις 2-3 Σεπτεμβρίου.

    Ο Josep Borrell, ο επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, δήλωσε ότι το Αφγανιστάν "έδειξε με εντυπωσιακό τρόπο ότι οι ελλείψεις στην ικανότητα της ΕΕ να ενεργεί αυτόνομα, έρχονται με ένα τίμημα”.

    Σαν να μην ήταν αυτές οι ελλείψεις γνωστές: ασθενείς δυνατότητες, επικαλύψεις, η δύναμη λόμπινγκ που έχουν οι αμυντικές βιομηχανίες, και η τεράστια έλλειψη εμπιστοσύνης και οι διχασμοί μεταξύ κρατών-μελών όταν πρόκειται για τον καθορισμό των φιλοδοξιών ασφάλειας και των απειλών.

    Ο Borrell δήλωσε πως ο μόνος δρόμος για το μέλλον ήταν "να συνδυάσουμε τις δυνάμεις μας και να ενισχύσουμε όχι μόνο τις ικανότητες μας, αλλά επίσης και την επιθυμία μας να δράσουμε”.

    Αυτό σημαίνει -και εδώ πάμε με το ίδιο ρεφραίν- "ενισχύουμε την ικανότητα μας να απαντούμε στις υβριδικές προκλήσεις, καλύπτουμε βασικά κενά δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών logistic, αυξάνουμε το επίπεδο ετοιμότητας μέσω κοινής στρατιωτικής εκπαίδευσης και αναπτύσσουμε νέα εργαλεία όπως η Initial Entry Force των 5.000, που συζητάμε στην πραγματικότητα”.

    Ο Borrell πρόσθεσε πως οποιαδήποτε τέτοια δύναμη εισόδου "θα μας είχε βοηθήσει να παράσχουμε μια περίμετρο ασφάλειας για την εκκένωση των πολιτών της ΕΕ στην Καμπούλ”. Ρωτήθηκε στη Σλοβενία για ποιον λόγο κανένα κράτος-μέλος δεν το είχε προτείνει αρχικά, δεδομένης της αστάθειας του Αφγανιστάν;

    Σε ό,τι αφορά στην ιδέα μιας δύναμης ταχείας αντίδρασης, οι ηγέτες της ΕΕ το συζητάνε για περισσότερο από δύο δεκαετίες.

    Στη Σύνοδο του Saint-Malo το 1998, ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ και Γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ ανακοίνωσαν τους "βασικούς στόχους” της ευρωπαϊκής άμυνας. Ήθελαν η Ευρώπη να έχει τουλάχιστον 60.000 στρατιώτες στη διάθεση της για ειρηνευτικές και άλλες αποστολές.

    Αυτό ήταν αποτέλεσμα των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία που εξέθεσαν την μη στρατιωτική απάντηση της ΕΕ. Ανατέθηκε στο ΝΑΤΟ ή μάλλον στις ΗΠΑ, να βομβαρδίσουν σερβικούς στόχους για να σταματήσουν την εθνοκάθαρση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου.

    Οι βασικοί στόχοι υποβαθμίστηκαν το 2003, στην κορύφωση του αμερικανικού πολέμου στο Ιράκ. Ούτε από αυτά τα σχέδια βγήκε κάτι. Το 2007, παρουσιάστηκε μια ειδική έννοια ομάδας-μάχης στην ΕΕ. Αυτό το πλάνο ποτέ δεν ξεκίνησε.

    Παρά τον πόλεμο στη Σύρια, την εξαιρετικά επικίνδυνη σύγκρουση στο Μάλι, και άλλα προβληματικά σημεία που επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι ηγέτες της ΕΕ ήταν συλλογικά απρόθυμοι και ανίκανοι να συμπληρώσουν την οικονομική θέση της ένωσης με στρατιωτική ισχύ.

    Γιατί όχι; δεν είναι ότι δεν προσπάθησαν, τουλάχιστον η Γαλλία. Ο πρόεδρος Εμμανουέλ μακρών έχει επανειλημμένως προτείνει την ανάγκη για μια ισχυρή ευρωπαϊκή αμυντική ικανότητα και εάν χρειαζόταν, έναν ευρωπαϊκό στρατό, ή κάποιες συμμαχίες των προθύμων.

    Όταν ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέκρινε το ΝΑΤΟ ότι είναι "ξεπερασμένο”, οι Ευρωπαίοι αναζήτησαν καταφύγιο στην ασαφή έννοια της "στρατηγικής αυτονομίας”. Η πραγματικότητα είναι ότι οι Ευρωπαίοι έχουν μόνο τον εαυτό τους -όχι το ΝΑΤΟ ή τις ΗΠΑ- να κατηγορήσουν για το ότι δεν σκέφτονται και δεν ενεργούν στρατηγικά.

    Η στρατηγική δεν είναι εύκολη για τα ευρωπαϊκά κράτη, είτε είναι μέλη της ΕΕ ή του ΝΑΤΟ, και η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών είναι και τα δύο.

    Χωρίς τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ είναι ένας στρατηγικός πυγμαίος. Και με την εξαίρεση της Γαλλίας -τώρα που η Βρετανία έχει φύγει από την Ένωση- η ΕΕ δεν διάθετε στρατηγική προνοητικότητα. Δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Οι ΗΠΑ είναι εγγυητές της ασφάλειάς της, είτε αρέσει στους ΕΥρωπαίους είτε όχι.

    Η ευρωπαϊκή ομάδα του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί διαφήμιση για την ΕΕ που επιδιώκει στρατηγική αυτονομία. Εάν αυτή η ομάδα ήταν πιο συνεκτική, περισσότερο κινητοποιημένη πολιτικά, και πιο ανοιχτή στη σχέση της με τις ΗΠΑ, θα μπορούσε να είναι επωφελής για το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τους γείτονες της Ένωσης.

    Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ προσπαθούν να συνεργαστούν πιο στενά. Αλλά οι εντελώς διαφορετικοί πολιτισμοί τους μπαίνουν στη μέση στην προσπάθεια να δημιουργηθεί ειλικρινής εμπιστοσύνη και συνεργασία. Η ΕΕ έχει εμμονή με την έννοια της διαχείρισης κρίσεων και την πεποίθηση ότι μια δόση ήπιας ισχύος είναι η πανάκεια για όλα τα προβλήματα. Το ΝΑΤΟ είναι σταθερά στη γραμμή της σκληρής δύναμης. Η ΕΕ έκανε κακή διαχείριση στη Λιβύη, στο Αφγανιστάν και ακόμη πιο κοντά στο σπίτι της, στο Κοσσυφοπέδιο. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι από το 1999 οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ βρίσκονται ακόμη αναπτυγμένες σε αυτό το μέρος της Ευρώπης.

    Επομένως, που αφήνει αυτό την απάντηση της Ευρώπης αναφορικά με το Αφγανιστάν;

    Εκτός από τις τεράστιες δυσκολίες της οικοδόμησης κράτους, εάν η ΕΕ θέλει στα αλήθεια να έχει μια δύναμη ταχείας αντίδρασης, οι ικανότητες και οι διοικητικές δομές είναι ήδη στη διάθεση της.

    Οι ειδικές διευθετήσεις του Berlin Plus, που συμφωνήθηκαν το 2002, έδωσαν στην ΕΕ πρόσβαση στα συλλογικά assets και τις ικανότητες του ΝΑΤΟ για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της ίδιας της ΕΕ. Αποσκοπούσαν στο να αποφευχθούν οι επικαλύψεις και ο ανταγωνισμός. Πάνω από όλα, θα είχε δώσει στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ μια πραγματική ευκαιρία να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή διάσταση της Συμμαχίας.

    Η κυβέρνηση Μπάντεν θέλει οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες για την άμυνα τους. Ο Jens Stoltenberg, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, θα πρέπει να υιοθετήσει αυτή την ιδέα αντί να πιστεύει ότι αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της συμμαχίας. Και εάν αυτό σημαίνει, όπως υπέθεσε η Γερμανία υπουργός Άμυνας Annegret Kamp-Karrenbauer, ότι η Ευρώπη δημιουργεί συνασπισμούς των προθύμων, γιατί όχι, με την προϋπόθεση ότι το κόστος θα επιμεριστεί.

    Αυτή η συζήτηση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, αφήνοντας τους πολίτες της Ευρώπης και τους γείτονες της σε μια αβέβαιη περίοδο για την άμυνα και την ασφάλεια. Και όλα αυτά για μια κρίση που κατέστρεψε μια ευρωπαϊκή κουλτούρα στρατηγικής.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegieeurope.eu/strategiceurope/85281

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ