Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 27-Αυγ-2019 08:28

    Η ιστορία των Boris και Vaclav ή πώς θα διασπαστεί το Ηνωμένο Βασίλειο

    Η ιστορία των Boris και Vaclav ή πώς θα διασπαστεί το Ηνωμένο Βασίλειο
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    του Thomas de Waal

    "Δεν με ενδιαφέρει εάν αποχωρήσει η Σκοτία".

    Αυτά τα λόγια με ξάφνιασαν. Συζητούσα στη διάρκεια ενός δείπνου στο Λονδίνο με έναν επιχειρηματία που βρίσκεται κοντά στο Συντηρητικό Κόμμα. Ήταν έξι μήνες πριν από το δημοψήφισμα του 2016 και, ως ένα επιχείρημα εναντίον του Brexit, ανέφερα τον κίνδυνο η Σκοτία να ψηφίσει ξανά για την ανεξαρτησία της και να διασπαστεί από το Ηνωμένο Βασίλειο. (Οι Σκοτσέζοι ψήφισαν εναντίον της ανεξαρτησίας το 2014, όταν το Brexit δεν ήταν στην ατζέντα). Ο συνομιλητής μου είπε ότι δεν τον ενδιέφερε. Η σκοτσέζικη οικονομία ήταν μικρή, είπε, οι Σκοτσέζοι θα έπρεπε ή να βυθιστούν ή να κολυμπήσουν, και οι Άγγλοι θα τα πήγαιναν μια χαρά χωρίς αυτούς.

    Για τρία χρόνια, η βασική επιχειρηματολογία των υποστηρικτών της παραμονής στην ΕΕ, ήταν ότι η αποχώρηση από την Ένωση θα έπληττε σημαντικά την οικονομία. Ένας μεγαλύτερος κίνδυνος, αυτός ενός ακόμη σκοτσέζικου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία και μια άτακτη απόσχιση από το Ηνωμένο Βασίλειο, έχει οδηγηθεί πιο πίσω, στις σκιές.

    Μόλις τώρα σήμανε συναγερμός. Ο πρώην πρωθυπουργός Gordon Brown προειδοποιεί όχι μόνο για τις φιλοδοξίες του Σκοτσέζικου Εθνικού Κόμματος, που τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας, αλλά και για τον στενό "αγγλικό εθνικισμό” των Συντηρητικών, οι οποίοι, όπως ο επιχειρηματίας μου, θα χαιρόταν να έβλεπαν την Σκοτία να αποχωρεί. Ακόμη και εάν δεν το παραδέχεται, η στρατηγική Brexit του Boris Johnson οδηγεί την Αγγλία σε αυτή την κατεύθυνση.

    Η διάσπαση το 1989 δύο κρατών, της Σοβιετικής Ένωσης και της  Τσεχοσλοβακίας, είναι ένα μάθημα για το πώς η ιστορία μπορεί να επιταχύνει και να διαλύσει μια χώρα, σχεδόν με το άνοιγμα και το κλείσιμο του ματιού. Και στις δύο περιπτώσεις, ο αποφασιστικός παράγοντας ήταν η ξαφνική αποχώρηση της στήριξης για την ένωση από τους ηγέτες των "μεγάλων αδερφών” χωρών: των Ρώσων, που κυριάρχησαν την Σοβιετική Ένωση, και των Τσέχων, του μεγαλύτερου έθνους της Τσεχοσλοβακίας.

    Η Σοβιετική Ένωση θα μπορούσε να είχε επιβιώσει και μετά το 1991. Τον Μάρτιο εκείνου του έτους, ο τότε σοβιετικός πρόεδρος Mikhail Gorbachev διεξήγε ένα δημοψήφισμα για την διατήρηση της ΕΣΣΔ σε μια πιο χαλαρή ομοσπονδία, για την οποία μια ισχυρή πλειοψηφία ψήφισε υπέρ (περισσότεροι από το 77% των Σοβιετικών πολιτών που έλαβαν μέρος και το 73% των ψηφοφόρων στη Ρωσία). Έξι δημοκρατίες -Αρμενία, Εσθονία, Γεωργία, Λετονία, Λιθουανία και Μολδαβία- μποϋκόταραν την ψηφοφορία και θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει την ανεξαρτησία τους εγκαίρως με την βοήθεια της Δύσης, αλλά το υπόλοιπο της Ένωσης έμοιαζε σχετικά σταθερό.

    Ας μην ξεχνούμε, ήταν ο τότε πρόεδρος Boris Yeltsin, απελπισμένος να διώξει τον Gorbachev και το Σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ο οποίος έδωσε το θανάσιμο χτύπημα τον Δεκέμβριο του 1991 μαζί με τους ηγέτες της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας, με μια τριπλή διακήρυξη ανεξαρτησίας. Ο ελιγμός του Yeltsin σήμαινε ότι η ένωση έχασε το βασικό της μέλος και έπρεπε να διαλυθεί.

    Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1992, ο Vaclav Klaus έγινε πρωθυπουργός της Τσεχικής Δημοκρατίας, μιας εκ των δύο μισών της Τσεχοσλοβακίας. Ο Vladimir Meciar, ο εταίρος του στην Σλοβακία, πίεζε για ανεξαρτησία. Μαζί οι δύο άνδρες επέβλεψαν της ταχείας και απροσδόκητης διάλυσης της Τσεχοσλοβακίας, μέσα σε έξι μήνες. Δεν υπήρξε δημοψήφισμα. Εάν υπήρχε, οι άνθρωποι αναμφίβολα θα είχαν ψηφίσει να διατηρήσουν την χώρα ενωμένη. Σε μια δημοσκόπηση που έγινε τον Σεπτέμβριο του 1992, μόλις το 37% των Σλοβάκων και το 365 των Τσέχων δήλωσαν πως θα ψήφιζαν υπέρ μιας διάσπασης.

    Ο Klaus εξέφρασε την λύπη του για το τέλος της Τσεχοσλοβακίας. Οι ενέργειές του έδειχναν κάτι διαφορετικό. Ως υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, θεωρούσε την βιομηχανοποιημένη Σλοβακία ως ένα οικονομικό βάρος, που κρατούσε "πίσω” την Τσεχική Δημοκρατία. Από τη στιγμή που δεν μπορούσε να έχει την συμφωνία που ήθελε με τον Meciar, ο Klaus επεδίωξε ένα διαζύγιο με μεγάλη αποφασιστικότητα.

    Θα μπορούσε ένας άλλος Boris -ο Boris Johnson- να κάνει για το Ηνωμένο Βασίλειο αυτό που έκανε ο Boris Yeltsin και ο Vaclav Klaus για τις δικές τους ενώσεις; Στην πρώτη του ομιλία ως πρωθυπουργός, ο Johnson υποσχέθηκε για την αφοσίωσή του στην "φοβερή τετράδα” του Ηνωμένου Βασιλείου: Αγγλία, Βόρεια Ιρλανδία, Σκοτία και Ουαλία.

    Αυτό αποκρύπτει την πραγματικότητα ότι ο Johnson εξελέγη ηγέτης ενός κόμματος του οποίου τα μέλη είναι τώρα συντριπτικά Άγγλοι και λατρεύουν το Brexit με θρησκευτική αφοσίωση. Σε μια δημοσκόπηση της YouGov τον Ιούνιο, ένα εντυπωσιακό 63% των μελών του Συντηρητικού Κόμματος, δήλωσε πως δεν θα είχε πρόβλημα εάν η Σκοτία αποχωρούσε από το Ηνωμένο Βασίλειο, αν ήταν αυτό το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσει για το Brexit (το αντίστοιχο ποσοστό για την αποχώρηση της Βόρειας Ιρλανδίας ήταν 59%).

    Η κοινοβουλευτική αριθμητική είναι επίσης ενδιαφέρουσα. Το Συντηρητικό Κόμμα έχει αυτή την στιγμή 311 έδρες από τις 650 του Κοινοβουλίου. Δεδομένης της τρέχουσας ιδεολογίας της και της εξέλιξης του δημογραφικού, είναι απίθανο να κερδίσει ξανά ποτέ την πλειοψηφία. Αλλά εάν η Σκοτία βγει από την εξίσωση, οι Συντηρητικοί θα είχαν 298 έδρες από τις 591 και μια μαγική φόρμουλα για τη διατήρηση της εξουσίας.

    Στην πρωθυπουργό της Σκοτίας, Nicola Sturgeon, ο Johnson μπορεί να βλέπει έναν πολύ πιο ήπιο Σκοτσέζο Meciar, που να πιέζει για ένα διαζύγιο αλά Σλοβακία από το Ηνωμένο Βασίλειο. Εκεί που θα μπορούσε να ξεκινήσει η Σκοτία, ίσως ακολουθούσε η Βόρεια Ιρλανδία -με πολύ περισσότερο χάλι. Όπως έχει υποστηρίξει ο Ιρλανδός δημοσιογράφος Fintan O Toole, το μεγαλύτερο ιρλανδικό ρεπουμπλικανικό κόμμα Sinn Fein, φαίνεται να χαιρετίζει την ενδεχόμενη "μεγάλη αναταραχή” εάν ένα άτακτο Brexit θα προκαλούσε την επιδίωξη των φιλοδοξιών για μια ενωμένη Ιρλανδία.

    Το θέμα δεν είναι να συγκρίνουμε το δημοκρατικό Ηνωμένο Βασίλειο με την καταπιεστική ΕΣΣΔ. Είναι να πούμε ότι ένα κράτος-ένωση -ελεύθερο ή ανελεύθερο, δεκαετίες ή αιώνες παλιό- χρειάζεται να ανανεωθεί με μια πράξη πίστης από κάθε νέα γενιά. Και ότι μια διάλυση κράτους θα είναι πάντα περισσότερο δραματική και δύσκολη από ό,τι φαντάζονται αυτοί που την επιδιώκουν.

    Το τέλος της ΕΣΣΔ δεν είναι ένα γεγονός για το οποίο πρέπει να λυπούμαστε, αλλά και πάλι προκάλεσε τεράστια οικονομική αναταραχή, εδαφικές συγκρούσεις και προσωπικές τραγωδίες. Όσον αφορά στην Τσεχοσλοβακία, ορισμένοι υπέρμαχοι του Brexit θα υποστηρίξουν πως η ειρηνική διάσπασή της είναι ένα παράδειγμα του πώς μπορεί να γίνει το ίδιο για το Ηνωμένο Βασίλειο -και επίσης για την έξοδο από την ΕΕ.

    Αλλά υπήρξαν οικονομικές κακουχίες και προσωπική θλίψη για εκατομμύρια που είχαν τσέχικη και σλοβάκικη ταυτότητα. Επιπλέον, ο λόγος για τον οποίο η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Σλοβακία τα έχουν πάει καλά και ευημερούν είναι επειδή και οι δύο φιλοδοξούν, με επιτυχία, να κάνουν το αντίθετο από αυτό που θέλει ο Boris Johnson για την χώρα του -να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegieeurope.eu/strategiceurope/79707?lang=en  
     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ