Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 13-Δεκ-2021 08:02

    Θα πάρει ο Πούτιν αυτό που θέλει από την Ουκρανία;

    25030566
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Alexander Baunov

    Στην τηλεδιάσκεψη κορυφής για την Ουκρανία μεταξύ του Αμερικάνου προέδρου Μπάιντεν και του Ρώσου προέδρου Πούτιν, ο στόχος ήταν να μεταφερθεί η ευθύνη για την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ, με σκοπό να τερματιστεί η σύγκρουση για την Ουκρανία, από την Ευρώπη και την Ουκρανία, στις ΗΠΑ. Για να ενθαρρύνει τον Μπάιντεν να αποδεχθεί αυτή την ευθύνη, η Ρωσία έχει διεξάγει στρατιωτικές ασκήσεις κοντά στα ουκρανικά σύνορα, με αρκετό στρατό να συγκεντρώνεται εκεί για να εξαπολύσει επίθεση. Καθώς ο Πούτιν επιδιώκει μια τελική φόρμουλα για τη διαμόρφωση του μετά-σοβιετικού χώρου, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: εάν οι συμφωνίες του Μινσκ δεν εφαρμόζονται, η εναλλακτική είναι στρατιωτική ισχύ.

    Τον Οκτώβριο, ο εκπρόσωπος του Πούτιν, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε πως προκειμένου να βοηθήσει στην επίλυση της σύγκρουσης, οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται απαραιτήτως να συμμετέχουν στο σχήμα της Νορμανδίας για τις συνομιλίες (αυτό το σχήμα αποτελείται από τις Ουκρανία, Ρωσία, Γαλλία και Γερμανία), από τη στιγμή που το σχήμα αυτό είναι αυτάρκεις. Ένας άλλος τρόπος να το ερμηνεύσουμε αυτό είναι ότι η Μόσχα δεν βλέπει την ανάγκη οι Ευρωπαίοι να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την Ουκρανία, καθώς πιστεύει ότι οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση θα πρέπει να λάβει χώρα άμεσα μεταξύ της Μόσχας και της Ουάσιγκτον.

    Συγκεντρώνοντας τον στρατό της στα σύνορα με την Ουκρανία, η Ρωσία υποδηλώνει ότι η αποτυχία του Κιέβου να εφαρμόσει τις συμφωνίες του Μινσκ, είναι ένα σημάδι ότι θέλει να πάρει πίσω το Ντονμπάς με τη βία. Οι δυτικοί σύμμαχοι της Ουκρανία δεν πιστεύουν ούτε για ένα λεπτό ότι το Κιέβο θα ξεκινούσε ένα τέτοιο απερίσκεπτο εγχείρημα και αντιθέτως, το βλέπουν ως επίδειξη επικείμενης ρωσικής επιθετικότητας.

    Οι Αμερικανοί δεν θέλουν έναν πόλεμο στην Ευρώπη: θα μπορούσε να οδηγήσει στην ήττα του συμμάχου της, της Ουκρανίας και στην ανάγκη να επιστρέψει στη Ρωσία. Η αδυναμία να απαντήσει από αέρος και η ανεπάρκεια περαιτέρω κυρώσεων, καθιστούσε την Αμερική να μοιάζει αδύναμη για δεύτερη φορά φέτος, μετά από την αποχώρηση από το Αφγανιστάν. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι καλύτερα να εργαστούμε πάνω στις συμφωνίες του Μινσκ -ή σε άλλες συμφωνίες.

    Κρίνοντας από το ρωσικό ανακοινωθέν για την προεδρική συνάντηση, καθώς και από τη συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Μπάιντεν, Τζέηκ Σάλιβαν, οι ΗΠΑ είναι πράγματι έτοιμες να πιέσουν για την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ. Και πάλι, ο Μπάιντεν δεν μπορεί απλώς να αποδεχθεί την ευθύνη για την εφαρμογή των συμφωνιών απλώς και μόνο επειδή το Κρεμλίνο είναι απογοητευμένο με τον Ουκρανό πρόεδρο Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους: αυτό θα σήμαινε ότι εκτελεί τις επιθυμίες του Πούτιν, και έχει υποσχεθεί να μην υποχωρήσει. Από αυτή την άποψη, η συγκέντρωση στρατευμάτων και οι συζητήσεις για μια επικείμενη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία, είναι πολύ επίκαιρες.

    Επειδή επιβεβαίωσε στον Πούτιν την αμερικανική δέσμευση για συμμετοχή στην επίλυση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, ο Μπάιντεν χρειάζεται κάτι ως αντάλλαγμα -όπως το να δείξει στον κόσμο ότι έχει καταφέρει να σταματήσει τον Πούτιν και απέτρεψε έναν πόλεμο. Αυτό δεν είναι σημαντικό κατόρθωμα και μια δυναμική άμυνα εναντίον εκείνων που του έχουν ασκήσει κριτική για το ότι κάθεται και συζητάει με τον Πούτιν. Για τον λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, η ιδέα ενός επικείμενου πολέμου άρχισε να αποκτά το δικό της νόημα ακόμη και πριν από τη σύνοδο, και να έχει την ίδια επίδραση στα εμπλεκόμενα μέρη όσο και στα πραγματικά γεγονότα. Η πηγή αυτής της συζήτησης για έναν επικείμενο πόλεμο είναι τα δυτικά ΜΜΕ, οι πολιτικοί και οι εμπειρογνώμονες: δεν είναι το Κρεμλίνο, το οποίο προτιμά να χρησιμοποιεί μυστικές ειδικές επιχειρήσεις για να πετύχει τον στόχο του, παρά να κινητοποιεί ανοιχτά τα στρατεύματα του, κάτι που αφορά περισσότερο στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής του θέσης.

    Ο Μπάιντεν έχει βγει από αυτό ως ο ηγέτης που απέτρεψε έναν πόλεμο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τη Σύνοδο Κορυφής θα ακολουθήσει απαραιτήτως η αποκλιμάκωση και η επιστροφή των ρωσικών στρατευμάτων στους στρατώνες τους, όπως συνέβη την άνοιξη μετά τη συμφωνία διεξαγωγής της Συνόδου της Γενεύης. Αυτή τη φορά, δεν είναι πιθανή η δραματική αποκλιμάκωση. Ο Μπάιντεν θα είναι ο ηγέτης που απέτρεψε έναν πόλεμο αλλά όχι την απειλή του πολέμου: όχι μέχρι η Μόσχα να δει τις Ουάσιγκτον και Ουκρανία να κάνουν νέα βήματα και μέχρι να υπάρξουν ορατές ενδείξεις ότι έχει γίνει δουλειά για να αντιμετωπιστούν οι ρωσικές ανησυχίες για την ασφάλεια. Βλέπουμε κάποια κίνηση εδώ από τη στιγμή που ο Μπάιντεν πρότεινε μια ξεχωριστή συνάντηση για να κατευνάσει τις ανησυχίες της Ρωσίας για την ασφάλεια μεταξύ της Μόσχας και των πέντε μεγάλων συμμάχων του ΝΑΤΟ: μια ασυνήθιστη μορφή που μπορεί να αρέσει στη ρωσική ηγεσία, ελλείψει των πιο αδιάλλακτων μελών του ΝΑΤΟ από την Ανατολική Ευρώπη. Η ίδια η αναγνώριση τέτοιων ανησυχιών αναφορικά με την Ουκρανία στην περιγραφή της Συνόδου Κορυφής από τον Λευκό Οίκο, δεν είναι κάτι τυπικό.

    Η Ρωσία θα μπορούσε να είναι ικανοποιημένη με μια ουδέτερη, φιλική, δίγλωσση Ουκρανία, αλλά αυτό θα φαινόταν ως ένα ταπεινωτικό βήμα προς τα πίσω από πολλούς στην Ουκρανία. Για τον λόγο αυτό, ο κίνδυνος αναζωπύρωσης των εχθροπραξιών στην Ανατολική Ουκρανία είναι σημαντικό λιγότερο εικονικός από την προεδρική σύνοδο κορυφής. Το να δοθεί η ευθύνη για τις συμφωνίες στο Μινσκ, στις ΗΠΑ, είναι η τελευταία προσπάθεια του Πούτιν να επιλύσει το ζήτημα της Ουκρανίας πριν από το 2024 -όταν λήγει η τρέχουσα θητεία του- εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Εάν αυτό δεν πετύχει, ο Πούτιν, ο οποίος εδραιώνει την πολιτική και ιστορική του κληρονομιά εν όψει του 2024, θα αναζητήσει άλλους τρόπους για την επίλυση της ουκρανικής κρίσης.

    Φαίνεται πως αυτό που θα καταφέρει να πετύχει στην Ουκρανία, θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας για το εάν ο Πούτιν θα μείνει μετά το 2024. Από τα λόγια του και από ένα άρθρο για το θέμα, είναι σαφές ότι ο Πούτιν βλέπει τις σχέσεις με την Ουκρανία ως μέρος της ιστορικής του αποστολής. Αυτό δεν είναι κάτι που θέλει να αφήσει σε λιγότερο έμπειρα χέρια ούτε να μοιραστεί τα εύσημα σε περίπτωση επιτυχίας.

    Και σε περίπτωση αποτυχίας; λοιπόν, εάν η νίκη δεν έχει επιτευχθεί, ίσως δεν ήρθε η ώρα να παραιτηθεί.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegiemoscow.org/commentary/85954

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ