Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 22-Σεπ-2020 08:12

    Ρωσογερμανικές σχέσεις: Επιστροφή στο μέλλον

    Ρωσογερμανικές σχέσεις: Επιστροφή στο μέλλον
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Dmitri Trenin

    Η δηλητηρίαση του πολιτικού της αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι έχει γίνει σημείο καμπής των ρωσο-γερμανικών σχέσεων. Οι λεπτομέρειες του συμβάντος είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό ασαφείς, αλλά αυτό που είναι σαφές είναι ότι ώθησε το Βερολίνο να λάβει μια κρίσιμη απόφαση για τη γερμανική εξωτερική πολιτική: δεν θα ακολουθήσει πλέον μια ειδική πολιτική έναντι της Ρωσίας. Το Βερολίνο δεν θα προσπαθήσει να κατανοήσει τα κίνητρα της άλλης πλευράς ούτε θα πασχίσει προκειμένου να υπάρξει μια αμοιβαία κατανόηση και μια είδους συνεργασία. Ούτε θα ενεργήσει ως διερμηνέας της ρωσικής πολιτικής γλώσσας, ούτε θα αναλάβει να γνωστοποιήσει τη θέση των συμμάχων της στη Μόσχα.

    Αυτός ο ειδικός ρόλος της Γερμανίας και της Γερμανίδας καγκελαρίου ανήκει στο παρελθόν. Από τώρα και στο εξής, η Γερμανία θα έχει απέναντι στη Ρωσία την ίδια στάση που έχει απέναντι και στις υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Σε επίπεδο ρητορικής, αυτό θα σημαίνει μία απρόσκοπτη αντίθετη θέση από το Βερολίνο στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική του Κρεμλίνου, σκληρή κριτική για συγκεκριμένα μέτρα που έλαβε η Μόσχα και ισχυρή αλληλεγγύη προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σε οικονομικό επίπεδο, πολλοί αναμένουν τώρα την ακύρωση του έργου του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2. Σε διπλωματικό επίπεδο, πιθανότατα θα δούμε έναν σημαντικό περιορισμό της επίσημης επαφής και πιθανώς την αναστολή του διαλόγου στο ανώτατο επίπεδο.

    Είναι απίθανο ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν να οραματίστηκε αυτήν τη σειρά των γεγονότων όταν έδωσε άδεια στον Ναβάλνι να πετάξει από τη Σιβηρική πόλη Ομσκ στο Βερολίνο για να νοσηλευτεί. Αν μη τι άλλο, περίμενε πιθανώς τη Γερμανίδα Καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να συνεργαστεί και ότι η βοήθεια της Γερμανίας θα είχε ως αποτέλεσμα μια κοινή διέξοδο από ένα δυσάρεστο συμβάν χωρίς πρόσθετες απώλειες στη φήμη της Ρωσίας.

    Είναι απίθανο ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν να οραματίστηκε αυτή την τροπή των πραγμάτων όταν έδωσε την άδεια στο Ναβάλνι να πετάξει από τη Σιβηρική πόλη Ομσκ στο Βερολίνο για να νοσηλευτεί. Αν μη τι άλλο, περίμενε πιθανώς τη Γερμανίδα Καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να συνεργαστεί μαζί του και ότι η βοήθεια της Γερμανίας θα είχε ως αποτέλεσμα μια κοινή διέξοδο από ένα δυσάρεστο συμβάν χωρίς πρόσθετες απώλειες στη φήμη της Ρωσίας.

    Το μόνο που μπορεί κανείς να φανταστεί είναι πώς αντέδρασε ο Πούτιν στην ανακοίνωση της Μέρκελ ότι ο Ναβάλνι έχει δηλητηριαστεί. Σαν να δέχτηκε ένα μαχαίρι στην πλάτη, αυτή θα ήταν η πιο ήπια αντίδραση που έρχεται στο μυαλό μας. Για τον Πούτιν οι προσωπικές σχέσεις με ξένους ηγέτες έχουν μεγάλη σημασία για τον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής και δεν θα ξεχάσει τις ενέργειες της Μέρκελ. 

    Αυτό σημαίνει πως το Βερολίνο όχι μόνο βάζει ένα τέλος στην εποχή που ξεκίνησε ο Γκρομπατσοφ δηλαδή στην εποχή της φιλικής σχέσης και της σχέσης εμπιστοσύνης για πολλά χρόνια με την Μόσχα, αλλά και πως η Ρωσία ξεκινά επίσης ένα νέο κεφάλαιο. Πριν από τριάντα χρόνια, η γερμανική επανένωση φάνηκε να είναι όχι μόνο μια ιστορική συμφιλίωση, αλλά και εγγύηση για τις μελλοντικές φιλικές σχέσεις και τη στενή συνεργασία μεταξύ δύο λαών και κρατών. Τώρα και αυτό ανήκει στο παρελθόν. 

    Το παρόν, εν τω μεταξύ, αρχίζει να αντηχεί αυτό που φάνηκε να ανήκει σταθερά στο παρελθόν. Η ρωσική πλευρά εξέφρασε οργή, συγκρίνοντας τις κατηγορίες της Γερμανίας με την εμπρηστική επίθεση του 1933 στο Ράιχσταγκ από τους Ναζί. Το Κρεμλίνο είναι απίθανο να αναλάβει αμέσως αποτελεσματική δράση, αλλά από τώρα και στο εξής η Γερμανία θα ελέγχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

    Αυτό θα έχει συνέπειες στην επίλυση της σύγκρουσης στην περιοχή Ντονμπάς της Ουκρανίας, καθώς και στην παρατεταμένη διαφωνία μεταξύ διαδηλωτών και αρχών στη Λευκορωσία. Η αξία της συνεργασίας με το Βερολίνο και το Παρίσι σε αυτά τα ζητήματα μειώνεται, ενώ ο διάλογος με την Ουάσινγκτον για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία έχει από καιρό μειωθεί σε έντονες συμβουλές και εξίσου σκληρές απαντήσεις και από τις δύο πλευρές.

    Κατά συνέπεια, η κατάσταση γίνεται απλούστερη αλλά και πιο επικίνδυνη: η Ρωσία δεν περιμένει πλέον τίποτα από την Ευρώπη, και ως εκ τούτου δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τη γνώμη ή τα συμφέροντά της. Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία έχει από καιρό εμπλακεί σε έναν υβριδικό πόλεμο στον οποίο έχουν απομείνει όλο και λιγότεροι ανασταλτικοί παράγοντες.

    Η κατάρρευση της ειδικής σχέσης μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας είναι η τελευταία και πιο σοβαρή σε μια σειρά ζητημάτων που αφορούν στη θέση της Ρωσίας στην Ευρώπη. Τα τελευταία χρόνια, σημαντικά σκάνδαλα διαφθοράς σε διάφορες χώρες έχουν εξαλείψει κορυφαίους πολιτικούς που είχαν την τάση να συνεργάζονται με τη Μόσχα: όπως οι υποψήφιοι πρόεδροι Ντομινικ Στρος Καν και Φρανσουά Φιγιόν στη Γαλλία, ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης Ματέο Σαλβίνι  και ο αντικαγκελάριος Χάιντς – Κρίσιαν Στράχε στην Αυστρία. 

    Σε άλλες χώρες όπως στην Ισπανία, την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, το Μαυροβούνιο, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Σλοβακία και τη Νορβηγία – αντιμετωπίστηκαν οι ρωσικές συνωμοσίες ή οι κατάσκοποι, με αποτέλεσμα το "πάγωμα" των σχέσεων με τη Ρωσία. Τέλος, η δηλητηρίαση του Σεργκέι Σκριπάλ και της κόρης του στην Βρετανία είχε μια πραγματικά παγκόσμια επίπτωση.

    Η αντίδραση στη Δύση ήταν η στρατηγική: εκκαθάριση της επιρροής του εχθρού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να μην υπάρχουν καθόλου κράτη στην Ευρώπη των οποίων οι αρχές να έχουν ουδέτερη ή θετική στάση απέναντι στη Ρωσία. Κατά συνέπεια, η απόφαση της Merkel να αφήσει τη μοίρα του Nord Stream 2 να αποφασιστεί από την ΕΕ μοιάζει με θανατική ποινή για το έργο.

    Παρά τα σκάνδαλα και άλλα εμπόδια, τα βασικά συμφέροντα τόσο της Ευρώπης όσο και της Ρωσίας απαιτούν συντονισμό και συνεργασία. Αυτά τα περιοδικά σκάνδαλα δεν υπερισχύουν των συμφερόντων, απλά μερικές φορές τα πνίγουν. Για αυτόν τον λόγο, είναι ζωτικής σημασίας να διατηρούνται τα συναισθήματα υπό έλεγχο και να λαμβάνεται μια ευρύτερη εικόνα της κατάστασης. 

    Όλοι στην ευρωατλαντική περιοχή πρέπει να θυμόμαστε ότι η ρωσο-γερμανική συμφιλίωση είναι ένας ζωτικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας: τίποτα λιγότερο από ένα σύγχρονο θαύμα, λαμβάνοντας υπόψη τις πληγές της ναζιστικής επιθετικότητας, την τεράστιας κλίμακας καταστροφή και τα εκατομμύρια ζωές που χάθηκαν. 

    Η επιστροφή της Ρωσογερμανικής αντιπαλότητας δεν θα ενισχύσει το ΝΑΤΟ, καθώς οι αυξημένοι κίνδυνοι της αντιπαράθεσης μπορεί να φέρουν νέες διαιρέσεις. Η Γερμανία μπορεί, ενδεχομένως, να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να αυξήσει ταχύτερα τις αμυντικές δαπάνες, αλλά οι δαπάνες αυτές δεν θα ενισχύσουν την ασφάλεια της Ευρώπης εν μέσω ενός ασταθούς γεωπολιτικού περιορισμού. Ούτε υπάρχει λόγος να υπολογίζουμε πάρα πολύ στην εξωτερική βοήθεια ή την πυρηνική αποτροπή. Το τελευταίο αποτελεί μόνο εγγύηση καταστροφής και όχι σωτηρίας.

    Οι ρωσογερμανικές σχέσεις επιδεινώνονται εδώ και μια δεκαετία περίπου. Δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι μπορεί να αποκατασταθούν στο άμεσο μέλλον, αλλά υπάρχει ακόμα η πιθανότητα η σχέση αυτή να καταλήξει σε μια εχροπραξία. 

    Για να το επιτύχει αυτό, η Ρωσία πρέπει να καταργήσει τη δημόσια ρητορική, να διενεργήσει διεξοδική έρευνα για το τι ακριβώς συνέβη στον Ναβάλνι επί ρωσικού εδάφους και να αναπτύξει μια λεπτομερή και καλά τεκμηριωμένη θέση προτού συζητήσει το θέμα στον Οργανισμό Απαγόρευσης Χημικών Όπλων.

    Αυτή η θέση πρέπει να είναι αξιόπιστη, κυρίως για το ρωσικό κοινό. Η προσέγγιση "δεν ξέρουμε τι συνέβη, αλλά έχουμε μια ντουζίνα εκδοχές για το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί"  που δεν λειτούργησε στη δολοφονία του Αλεξάντερ Λίτβινενκο, στην πτώση του MH17 ή στη δηλητηρίαση Σκριπάλ δεν θα δουλέψει και στην υπόθεση Ναβάλνι. 

    Όσον αφορά τη σχέση με το Βερολίνο, θα ήταν καλύτερα να υπάρξει ένα διάλειμμα. Αφήστε τους Γερμανούς να αποφασίσουν μόνοι τους εάν χρειάζονται ή όχι αγωγό φυσικού αερίου από τη Ρωσία.

    Μετά από λίγο, ο στόχος θα πρέπει να ανανεωθεί και να υπάρξει μια αμοιβαία κατανόηση με τη Γερμανία σε μια νέα βάση: αυτή των σχέσεων γειτονίας και του αμοιβαίου οφέλους. Για τη Μόσχα, το πιο σημαντικό πράγμα είναι να μην χάσει τη Λευκορωσία όπως τόσο ανίκανα έχασε την Ουκρανία, να μην επιτρέψει στον Λευκορώσο ηγέτη Λουκασένκο να ξεφορτωθεί τον Πούτιν και να σιγουρευτεί ότι ο Πούτιν δεν θα "υπολογίσει" λάθος τον λευκορωσικό λαό ή εν προκειμένω ούτε τον ρωσικό λαό. 

    Διαβάστε το άρθρο εδώ: https://carnegie.ru/commentary/82713

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Διαβάστε το ΚΕΦΑΛΑΙΟ
    και ηλεκτρονικά στο

    ReadPoint
    Kυκλοφορεί μαζί με το
    FORBES ΟΚΤ 2020