Έρχεται ο λογαριασμός των πολιτικών Τραμπ για την αμερικανική οικονομία
Σάββατο, 24-Ιαν-2026 08:00
Πολλοί οικονομικοί αναλυτές και επενδυτές παρερμηνεύουν όσα συμβαίνουν σήμερα στην αμερικανική οικονομία. Κάποιοι θεωρούν ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις εμπορικές και οικονομικές πολιτικές του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποχωρεί, ενώ μια μικρότερη αλλά ιδιαίτερα θορυβώδης ομάδα υποστηρίζει ότι οι μαζικές απελάσεις μεταναστών και οι δασμοί δεν έχουν προκαλέσει τις ζημιές οι οποίες είχαν προβλεφθεί. Επισημαίνουν ότι ο πληθωρισμός αυξήθηκε μόνον ήπια πριν αποκλιμακωθεί το 2025 και ότι τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν την οικονομία να αναπτύσσεται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων δύο ετών.
Αυτές οι εκτιμήσεις, ωστόσο, βασίζονται σε μια θεμελιώδη παρανόηση του τρόπου με τον οποίο η κυβερνητικά προκαλούμενη αβεβαιότητα επηρεάζει την οικονομία. Η σύγχυση είναι σε κάποιο βαθμό κατανοητή: καμία αμερικανική κυβέρνηση εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα δεν έχει επιβάλει τέτοιου μεγέθους και τέτοιας φύσης αβεβαιότητα στον ιδιωτικό τομέα.
H ισχυρή ανάπτυξη, παράλληλα, που τροφοδοτείται από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θολώνει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Μια προσεκτική ανάλυση, ωστόσο, δείχνει ότι οι στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις των πολιτικών Τραμπ έχουν ήδη αρχίσει να ενεργοποιούνται και θα γίνει αδύνατο να αγνοηθούν όσο πλησιάζουμε στην πρώτη επέτειο της λεγόμενης "Ημέρας Απελευθέρωσης", στις αρχές Απριλίου.
Δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι απαιτείται χρόνος μέχρι να αποτυπωθούν στα επίσημα στατιστικά στοιχεία οι παραλυτικές επιδράσεις των δασμών και των απελάσεων στη λήψη αποφάσεων από πλευράς επιχειρήσεων, νοικοκυριών και επενδυτών. Στις αναλύσεις του Peterson Institute είχε προβλεφθεί εξαρχής ότι θα χρειαζόταν τουλάχιστον ένας χρόνος για να φανεί ο μακροοικονομικός αντίκτυπος. Η εκτίμηση είναι ότι το 2026 ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα αυξάνεται κατά μέσο όρο με ρυθμό περίπου 4% ή και υψηλότερο, από 2,7% στο τέλος του 2025.
Μπορεί πια να μοιάζει μακρινή η στιγμή που ο Τραμπ ξεκίνησε τις μαζικές απελάσεις παράτυπων μεταναστών και επέβαλε δασμούς σε ένα ευρύ φάσμα εισαγωγών, με συντελεστές που διαφέρουν έντονα ανά προϊόν και χώρα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις είχαν να επιλύσουν πλήθος αβεβαιοτήτων πριν αποφασίσουν αν και πόσο θα αύξαναν τις τιμές ή αν θα αναδιέτασσαν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Θα υλοποιηθούν τελικά οι απειλές για δασμούς; Θα ακυρωθούν από τα δικαστήρια ή θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης; Και αν παραμείνουν, θα υπάρξουν εξαιρέσεις μέσω πολιτικών παρεμβάσεων;
Εν αναμονή
Ακολουθούν τα κρίσιμα ερωτήματα για την παραγωγή: μεταφορά από την Κίνα στο Μεξικό, μετεγκατάσταση σε τρίτες χώρες ή επαναπατρισμός της παραγωγής στις ΗΠΑ; Ακόμη και κολοσσοί όπως η Caterpillar και η Toyota εμφανίζονται διστακτικοί στο να λάβουν αποφάσεις μεγάλης κλίμακας. Αν οι μεγαλύτερες και καλύτερα προετοιμασμένες επιχειρήσεις καθυστερούν, είναι εύλογο ότι οι μικρομεσαίες θα ακολουθήσουν με ακόμη μεγαλύτερη χρονική υστέρηση. Η προσωρινή λύση των αποθεμάτων από εισαγωγές πριν την επιβολή των δασμολογικών μέτρων έχει πλέον εξαντληθεί, γεγονός που σημαίνει ότι το αυξημένο κόστος θα μετακυλιστεί - αναπόφευκτα πια - στους καταναλωτές.
Αντίστοιχα φαινόμενα καθυστέρησης στην εμφάνιση των αποτελεσμάτων παρατηρούνται και στη μεταναστευτική πολιτική. Παρότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει ότι έχει απελάσει περίπου 1 εκατ. παράτυπους μετανάστες τον πρώτο χρόνο της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ, τα στοιχεία απασχόλησης σε κλάδους που εξαρτώνται έντονα από το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό - όπως η αγροτική παραγωγή, η επεξεργασία τροφίμων, η κατ’ οίκον φροντίδα και οι κατασκευές κατοικιών - παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα. Αυτό υποδηλώνει ότι η μαζική έξοδος δεν έχει ακόμη συντελεστεί.
Οι θέσεις αυτές χαρακτηρίζονται από χαμηλές αμοιβές, δύσκολες συνθήκες και περιορισμένα οφέλη, γι’ αυτό και δεν προσελκύουν εύκολα νόμιμους εργαζομένους. Η αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από μηχανές ή ρομπότ δεν είναι ακόμη τεχνολογικά ή οικονομικά εφικτή σε πολλούς από αυτούς τους τομείς. Όταν όμως η πραγματικότητα των απελάσεων γίνει πλήρως αισθητή μέσα στο 2026, θα εμφανιστούν ελλείψεις εργατικού δυναμικού, αναγκάζοντας τους εργοδότες να αυξήσουν μισθούς και ενισχύοντας περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η αβεβαιότητα εξηγεί και τη διττή εικόνα των επενδύσεων στις ΗΠΑ: εκρηκτική άνοδος στην τεχνητή νοημοσύνη και σχεδόν μηδενική αύξηση στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα. Παρά τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια, την αφθονία ρευστότητας και την απορρύθμιση στην οποία έχει επιδοθεί η κυβέρνηση Τραμπ, οι επιχειρήσεις διστάζουν. Όπως έχουν δείξει οι οικονομολόγοι Avinash Dixit και Robert Pindyck, όταν η αβεβαιότητα αυξάνεται, οι επενδύσεις οι οποίες είναι δύσκολο να αναστραφούν αν αλλάξουν τα πράγματα, απλώς αναβάλλονται.
Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι τέτοιου είδους πολιτικά σοκ δεν αποτυπώνονται άμεσα στους βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά λειτουργούν σωρευτικά. Η καθυστέρηση αυτή συχνά οδηγεί κυβερνήσεις και αγορές σε εφησυχασμό, μέχρι τη στιγμή που οι επιπτώσεις γίνονται απότομα ορατές - και τότε είναι δύσκολα αναστρέψιμες.
Εμπιστοσύνη
Στην περίπτωση των ΗΠΑ, η συνύπαρξη αυξημένης αβεβαιότητας με ισχυρές, αλλά περιορισμένες σε συγκεκριμένους κλάδους επενδύσεις δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα ανθεκτικότητας. Όπως συνέβη και σε άλλες οικονομίες οι οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με πολιτικές ρήξεις, η υποχώρηση της εμπιστοσύνης προηγείται της κάμψης της δραστηριότητας. Όταν οι αποφάσεις μετατραπούν με καθυστέρηση σε πραγματικές ελλείψεις εργασίας και εισροών, οι πιέσεις στις τιμές και στους μισθούς θα ενταθούν.
Οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να βιώσουν κάτι αντίστοιχο με το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, όταν οι ιδιωτικές επενδύσεις πάγωσαν για χρόνια, υπονομεύοντας την ανάπτυξη. Η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών, αλλά ταυτόχρονα θα εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις. Το γεγονός ότι ο πλήρης λογαριασμός των πολιτικών Τραμπ δεν έχει ακόμη εμφανιστεί δεν σημαίνει ότι η οικονομική ανάλυση απέτυχε· απλώς αποδεικνύει πόσο ισχυρά μπορεί η αβεβαιότητα να καθυστερεί – ή και να παραλύει – τις οικονομικές αποφάσεις.
Απόδοση - Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος