Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 06-Αυγ-2022 08:45

    H EKT και τα "φαντάσματα" του 2012

    H EKT και τα "φαντάσματα" του 2012
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Στην Ευρώπη ζούμε ένα νέο déjà vu. Ήταν σχεδόν πριν από έναν χρόνο που η Κριστίν Λαγκάρντ υποσχέθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε διδαχτεί από τα λάθη προηγούμενων κρίσεων και δεν θα εκτροχίαζε την οικονομική ανάκαμψη αποσύροντας πολύ νωρίς την υποστήριξη έκτακτης ανάγκης.

    Τα σχόλια της προέδρου της ΕΚΤ ήταν αναφορά στον μοιραίο κύκλο αύξησης επιτοκίων το 2011, ο οποίος ξεκίνησε με αύξηση τον Απρίλιο  και συνεχίστηκε με ακόμη μία τον Ιούλιο. Οι κινήσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν πρόωρες και αντιστράφηκαν μέσα στο ίδιο έτος, όταν πρόεδρος της ΕΚΤ ανέλαβε ο Μάριο Ντράγκι, τη στιγμή που η κρίση χρέους στη ζώνη του ευρώ εισερχόταν σε μια πιο επικίνδυνη φάση.

    Αυτή η αναταραχή, που ξεκίνησε στην Ελλάδα και σύντομα επεκτάθηκε σε άλλα οικονομικά ευάλωτα μέλη της Ευρωζώνης, απείλησε να διαλύσει το ευρώ, μέχρι ο Ντράγκι να πει το περίφημο "ό,τι χρειαστεί" προκειμένου να προστατεύσει το ενιαίο νόμισμα – και αμέσως μετά αποκάλυψε ένα νέο εργαλείο για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του.

    Τότε, η ΕΚΤ επικρίθηκε επειδή αύξησε τα επιτόκια προκειμένου να καταπολεμήσει μια κλιμακούμενη αύξηση τιμών που σύντομα "έσβησε". Αυτήν τη φορά, η κεντρική τράπεζα, υπό την ηγεσία της Λαγκάρντ, επικρίνεται για το ότι καθυστέρησε χαρακτηριστικά, επιτρέποντας στον πληθωρισμό να ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο από τη δημιουργία του ευρώ το 1999.

    Στις 21 Ιουλίου, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ξεκίνησαν έναν νέο κύκλο αύξησης επιτοκίων που προβλέπουν ότι θα διαρκέσει μέχρι το 2023, προχωρώντας σε αύξηση κατά 0,5%. Σε κάτι που μοιάζει με επανάληψη του 2012, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν μια νέα περίοδο κερδοσκοπίας στην αγορά, που επικεντρώνεται σε ένα ασθενέστερο μέλος της ευρωζώνης- αυτή τη φορά την Ιταλία.

    Δισταγμοί

    Η ΕΚΤ ξεχωρίζει ως μία από τις τελευταίες μεγάλες κεντρικές τράπεζες που προχώρησε σε αύξηση επιτοκίων. Με τον πληθωρισμό πλέον στο 8,6% και αυξητική τάση, με συνεχή υπέρβαση των προβλέψεων, ο κίνδυνος οι τιμές να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο κάνει τους αξιωματούχους της πιο ενεργητικούς.

    Οι προβλέψεις που δημοσιοποιήθηκαν στις αρχές Ιουλίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδειξαν ότι ακόμη και το επόμενο έτος, η αύξηση των τιμών θα είναι κατά μέσο όρο 4%- διπλάσια του στόχου της ΕΚΤ.

    Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία τροφοδοτεί ήδη τον πληθωρισμό μέσω υψηλότερων τιμών σε ενέργεια, λιπάσματα και τρόφιμα, οι αξιωματούχοι αναλογίζονται τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η πτώση του ευρώ στο 1:1 με το δολάριο στο κόστος των εισαγωγών, καθώς και την πιθανότητα η Ρωσία να διακόψει τις προμήθειες φυσικού αερίου.

    Όλοι πλην 6 εκ των 28 αναλυτών σε πρόσφατη έρευνα του Bloomberg εκτίμησαν ότι η ΕΚΤ έχει μείνει πίσω στη σύσφιγξη της νομισματικής της πολιτικής. Επιπλέον, η ΕΚΤ δεν εξετάζει ακόμη το ενδεχόμενο μιας αύξησης των επιτοκίων τόσο μεγάλης όσο οι αντίστοιχες της Federal Reserve (κατά 0,75% έκαστη) τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

    Οι αξιωματούχοι διστάζουν έναντι μιας υπερβολικά επιθετικής προσέγγισης λόγω αυξανόμενων ενδείξεων ότι μια ύφεση πλησιάζει στην Ευρωζώνη, ακόμη και χωρίς τη διακοπή ροής ρωσικού φυσικού αερίου. Υπάρχει πιθανότητα 45% για ύφεση μέσα στους επόμενους 12 μήνες, σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg- από 30% μόλις πριν από έναν μήνα. Η πιθανότητα είναι ακόμη μεγαλύτερη στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία βασίζεται περισσότερο σε σχέση με άλλους στη Ρωσία για φυσικό αέριο.

    Εργαλείο

    Ένα άλλο επιχείρημα για να μην βιαστεί η ΕΚΤ είναι η πιθανότητα οποιαδήποτε μεγάλη κίνηση στα επιτόκια να επιδεινώσει την αναταραχή με επίκεντρο την Ιταλία, όπου ο Μάριο Ντράγκι παραιτήθηκε από πρωθυπουργός- το επόμενο μεγάλο πόστο του μετά την αποχώρησή του από την ΕΚΤ στα τέλη του 2019.

    Σε αντίθεση με την Ελλάδα, μια πολύ μικρότερη χώρα της οποίας η έξοδος από το ευρώ δεν θα απειλούσε τη συνολική του ακεραιότητα, η αποχώρηση της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης θα αποτελούσε δομικό κίνδυνο. Η Ιταλία ήταν ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, προδρόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επομένως είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα χωρίς αυτήν.

    Τον Ιούνιο, όταν η Λαγκάρντ επιβεβαίωσε επίσημα ένα χρονοδιάγραμμα αυξήσεων επιτοκίων, οι επενδυτές εστίασαν αμέσως στην προοπτική το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους της Ιταλίας, που υπολογίζεται στο 150% του ΑΕΠ της, να καταστεί δυνητικά μη βιώσιμο. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου της Ιταλίας σκαρφάλωσε άνω του 4% για πρώτη φορά από το 2014 εν μέσω sell-off. H πρόεδρος της ΕΚΤ αναγκάστηκε να συγκαλέσει έκτακτη συνεδρίαση για να συσπειρώσει τους αξιωματούχους γύρω από την ιδέα δημιουργίας ενός νέου εργαλείου για την απόκρουση της κερδοσκοπικής δραστηριότητας.

    Η φιλοδοξία των υπευθύνων χάραξης πολιτικής είναι να μιμηθούν την επιτυχία του μέσου που παρουσίασε ο Ντράγκι πριν μια δεκαετία. Υπό το όνομα Οριστικές Νομισματικές Συναλλαγές (OMT), επέτρεπε στην ΕΚΤ να αγοράζει κρατικά ομόλογα των ασθενέστερων μελών του ευρώ για να συγκρατεί τις αποδόσεις, σε αντάλλαγμα για την εκπλήρωση αυστηρών όρων οικονομικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις τους. Και μόνο η ύπαρξή του βοήθησε να κρατηθούν μακριά οι κερδοσκόποι, χωρίς να απαιτηθεί η χρήση του. Ωστόσο, το πολιτικό "στίγμα" που φέρει έκτοτε το έκανε να περιπέσει σε δυσμένεια.

    Η Λαγκάρντ μένει έτσι με το καθήκον να μιμηθεί τον Ντράγκι δημιουργώντας μια νέα δικλείδα που να προκαλεί δέος στους επενδυτές. Το αν το Μέσο για την Προστασία της Μετάδοσης (TPI) μπορεί να επιτύχει είναι μια ερώτηση που θα απαντηθεί τις επόμενες εβδομάδες, μήνες και χρόνια.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ