Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 25-Νοε-2022 00:04

    Πλαφόν ή όχι: Η συμφωνία που χρειάζεται η Ευρώπη για τις τιμές της ενέργειας

    178635465
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Των Simone Tagliapietra, Georg Zachmann, Jeromin Zettelmeyer

    Από τότε που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η Ευρώπη έχει κάνει σημαντικά βήματα στην προσπάθεια να διασφαλίσει τον ενεργειακό εφοδιασμό και να βοηθήσει οικογένειες και επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τις αυξανόμενες τιμές της ενέργειας. Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου έχουν ξαναγεμίσει, η ζήτηση φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας έχει μειωθεί και οι τιμές έχουν υποχωρήσει από τα υψηλά επίπεδα του Αυγούστου. Ωστόσο, οι τιμές της ενέργειας παραμένουν εξαιρετικά υψηλές σε σύγκριση με το 2021 και η ΕΕ διχάζεται απέναντι στο ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να μειωθούν οι τιμές και πώς παράλληλα να παραμείνει προστατευμένη από νέες διαταραχές. Για την επίλυση του διχασμού, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το σκεπτικό και από τις δύο πλευρές και να υιοθετήσουμε μια αμοιβαίως ικανοποιητική λύση. Αυτό σκοπεύουμε να κάνουμε εδώ.      

    Εδώ και αρκετούς μήνες, οι χώρες της ΕΕ έχουν χωριστεί σε δύο κύρια στρατόπεδα. Το πρώτο στρατόπεδο, το οποίο περιλαμβάνει τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και εννέα άλλες χώρες της ΕΕ, θα ήθελε να περιορίσει την τιμή χονδρικής του φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι αυτό δίνει λύση στο πρόβλημα στην πηγή του, μπορεί να εφαρμοστεί γρήγορα και θα συμβάλει στη μείωση του πληθωρισμού. Το δεύτερο στρατόπεδο, με επικεφαλής τη Γερμανία και την Ολλανδία, υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο ανώτατο όριο θα αυξήσει τη ζήτηση και θα δυσκολέψει την ΕΕ στο να προσελκύσει προμήθειες φυσικού αερίου.

    Αυτή η κατάσταση είναι ατυχής για πολλούς λόγους. Μπλοκάρει τη συμφωνία για μια συντονισμένη λύση και υπονομεύει την ενότητα της ΕΕ απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα διαιωνίζει τους διαχωρισμούς που η ΕΕ έχει εργαστεί σκληρά για να ξεπεράσει. Η διαίρεση ευθυγραμμίζεται λίγο-πολύ με το χάσμα μεταξύ του φορολογικά "λιτού" βορρά και του λιγότερο φειδωλού υπόλοιπου (η κύρια διαφορά είναι ότι οι χώρες της ανατολικής ΕΕ είναι πλέον ευθυγραμμισμένες ως επί το πλείστον με τις υπόλοιπες). Πώς είναι δυνατό αυτό, δεδομένου ότι η γεωγραφία αυτής της κρίσης – με τη Γερμανία, την Ιταλία και ορισμένες χώρες της ανατολικής ΕΕ μεταξύ των πιο σκληρά πληγεισών και την Ισπανία και τη Γαλλία πολύ λιγότερο επηρεασμένες (Εικόνα 1) – είναι τόσο διαφορετική; Η απάντηση έχει να κάνει με τις διαφορές στα φορολογικά και τις εντάσεις και τις ανησυχίες που δημιουργούνται από αυτές τις διαφορές.

     

     

    Ένα ανώτατο όριο στις τιμές χονδρικής θα μπορούσε επί της αρχής να σταθεροποιήσει τις τιμές της ενέργειας με χαμηλό ή ακόμη και μηδενικό δημοσιονομικό κόστος. Για παράδειγμα, η λεγόμενη εξαίρεση της Ιβηρικής, που εφαρμόζεται από την Ισπανία και την Πορτογαλία από τον Ιούνιο του 2022, περιορίζει την τιμή του φυσικού αερίου ως εισροή στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Επειδή το αέριο είναι η πιο ακριβή εισροή, το αποτέλεσμα του ανώτατου ορίου είναι η μείωση των τιμών χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας, των κερδών των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν φθηνότερες εισροές, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και εν τέλει των τιμών που καλούνται να πληρώσουν οι καταναλωτές.

    Οι προμηθευτές φυσικού αερίου λαμβάνουν τότε μια επιδότηση που καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και του ανώτατου ορίου, και το κόστος της επιδότησης μετακυλίεται στους καταναλωτές, οι οποίοι ωστόσο παραμένουν σε καλύτερη κατάσταση επειδή πληρώνουν μόνο την εισροή φυσικού αερίου, αλλά επωφελούνται από χαμηλότερες τιμές καθ' όλη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Το κράτος δεν πληρώνει τίποτα. Μια τέτοια προσέγγιση θα ισοπεδώσει τους όρους ανταγωνισμού μεταξύ χωρών όπως η Γερμανία με πολύ δημοσιονομικό χώρο και εκείνων όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία με λιγότερο δημοσιονομικό χώρο, αποτρέποντας μια κούρσα επιδοτήσεων, την οποία θα κέρδιζε η Γερμανία.

    Η επιβολή πλαφόν είναι προβληματική

    Αυτή η επιχειρηματολογία βοηθά στην κατανόηση της γεωγραφίας της συζήτησης για το πλαφόν στην Ευρώπη και προσφέρει υποστήριξη για ένα τέτοιο ανώτατο όριο. Ωστόσο, η επιβολή ανωτάτου ορίου τιμής φυσικού αερίου σε επίπεδο ΕΕ εξακολουθεί να είναι κακή ιδέα, για δύο βασικούς λόγους.

    Πρώτον, δεν έχει νόημα από άποψη ενεργειακής πολιτικής. Αν και δεν θα αύξανε απαραίτητα τη ζήτηση φυσικού αερίου σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια (αν η τιμή του φυσικού αερίου περιοριστεί πάνω από το επίπεδο των προηγούμενων ετών), θα έκανε πολύ λιγότερα στο να μειώσει τη ζήτηση από ό,τι κάποιες άλλες καλοσχεδιασμένες εναλλακτικές λύσεις, όπως το φρένο στην τιμή του φυσικού αερίου στη Γερμανία, το οποίο θα περιόριζε τις τιμές λιανικής για το 70% - 80% της κατανάλωσης του περασμένου έτους, εκθέτοντας τους καταναλωτές σε τιμές αγοράς για τυχόν πρόσθετη κατανάλωση. Και όπως υποστήριξαν οι πολέμιοι του πλαφόν, αυτό θα μπορούσε πράγματι να βλάψει την ικανότητα της Ευρώπης να προσελκύει φυσικό αέριο στις παγκόσμιες αγορές, θέτοντας σε κίνδυνο την τόσο αναγκαία προμήθεια για το 2023.

    Δεύτερον, ένα ανώτατο όριο στην τιμή θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερα κενά από το να τα καλύψει, προκαλώντας μεγάλες επιπτώσεις στη διανομή, οι οποίες θα πρέπει να αντισταθμιστούν κάπως. Εξετάστε, για παράδειγμα, την ιδέα της εφαρμογής της ιβηρικής εξαίρεσης σε ολόκληρη την ΕΕ. Δεδομένου ότι η Γαλλία χρησιμοποιεί πολύ λίγο αέριο στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, οι καταναλωτές της θα πλήρωναν πολύ λίγα για το σύστημα. Ταυτόχρονα, η Γαλλία θα επωφεληθεί μέσω των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλού κόστους από τη Γερμανία και την Ολλανδία. Στην πραγματικότητα, οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί καταναλωτές θα πλήρωναν για να μειώσουν τους λογαριασμούς ρεύματος των Γάλλων καταναλωτών.  

    Τούτου λεχθέντος, οι υποστηρικτές ενός ανώτατου ορίου τιμών έχουν δίκιο να ανησυχούν για το τι συνέπειες θα μπορούσε αυτό να επιφέρει στους ίσους όρους ανταγωνισμού της ΕΕ για τις επιδοτήσεις που δίνονται στις επιχειρήσεις. Μια κούρσα επιδοτήσεων θα μπορούσε να βλάψει τις από δημοσιονομική άποψη πιο αδύναμες χώρες της ΕΕ με δύο τρόπους. Πρώτον, θα ρουφούσε όλο το φυσικό αέριο προς τις χώρες με τις πιο γενναιόδωρες επιδοτήσεις. Δεν είναι αυτό που έχει στο μυαλό της η Γερμανία. Οι επιδοτήσεις της έχουν σχεδιαστεί για να μειώσουν τη γερμανική ζήτηση και όχι να την αυξήσουν, προς όφελος άλλων χωρών της Ε.Ε. Δεύτερον, ακόμα κι αν η Γερμανία καταφέρει να μην απορροφά φυσικό αέριο από άλλες χώρες, έχει άφθονο δημοσιονομικό χώρο για να στηρίξει τις επιχειρήσεις της - σε αντίθεση με την Ιταλία, για παράδειγμα. Εάν οι γερμανικές επιχειρήσεις υψηλής κατανάλωσης ενέργειας βγουν από την κρίση σε μεγάλο βαθμό αλώβητες ενώ οι Ιταλοί ανταγωνιστές τους αντιμετωπίσουν δυσκολίες, θα προκληθεί μια βαθιά πληγή στην ΕΕ, πάνω από τα σημάδια που παραμένουν από την κρίση χρέους του ευρώ.

    Υπό την πίεση των κρατών μελών να συμφωνήσουν για ένα πλαφόν στις τιμές που να μην έχει τεράστιες δυσμενείς συνέπειες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε μια πολύ συγκρατημένη εκδοχή ανώτατου ορίου τιμών - περιορίζοντας ουσιαστικά τη μεταβλητότητα του κύριου δείκτη τιμών φυσικού αερίου. Η αποτελεσματικότητα και οι παρενέργειες αυτής της σχετικά ελαφριάς παρέμβασης θα εξαρτηθούν από τη λεπτομερή εφαρμογή της. Το κόστος μπορεί να υπερβαίνει τα προτερήματα, αλλά η πρόταση περιέχει επαρκείς διασφαλίσεις για να διασφαλιστεί ότι το κόστος δεν θα βγει εκτός ελέγχου. Ωστόσο, η πρόταση δεν στέκει ούτε οικονομικά ούτε πολιτικά. Μπορεί να τη δουν θετικά μερικές χώρες, αλλά δεν αντιμετωπίζει επί της ουσίας τις ανησυχίες από τις οποίες προέρχεται η έκκληση από περισσότερες από τις μισές χώρες της ΕΕ για επιβολή πλαφόν στην τιμή.

    Οι ηγέτες της ΕΕ στη σύνοδο κορυφής στις 15-16 Δεκεμβρίου θα επιδιώξουν μια συμφωνία, σε συνέχεια της συνάντησης των υπουργών Ενέργειας στις 24 Νοεμβρίου. Τι θα χρειαζόταν για να επιλυθούν οι διαφορές; Κατά την άποψή μας, η ΕΕ θα πρέπει να εγκαταλείψει τις ιδέες του ανώτατου ορίου τιμών και, αντ' αυτού, να αντιμετωπίσει την ανησυχία των ίσων όρων ανταγωνισμού, με πιο αποτελεσματικό και διαφανή τρόπο. Αυτό θα μπορούσε να λάβει τη μορφή ενός ταμείου της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών από τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου, το οποίο θα παρέχει παράλληλα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας και θα επιταχύνει την ανάπτυξη καθαρών λύσεων. Ή η ΕΕ θα πρέπει να συγκεντρώσει τη ζήτηση φυσικού αερίου της σε ένα κοινό σύστημα αγορών για να της δώσει μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη σε σχέση με τις εξωτερικές προμήθειες.

    Ταμείο ενεργειακής κρίσης

    Ένα ταμείο της ΕΕ για την ενεργειακή κρίση θα πρέπει να υποστηρίζει τρεις βασικούς στόχους πολιτικής.

    Πρώτον, θα πρέπει να προωθήσει την εξοικονόμηση ενέργειας. Η ενεργειακή κρίση είναι ουσιαστικά κρίση προσφοράς και ως εκ τούτου η μείωση της ζήτησης είναι επιτακτική. Θα πρέπει να είναι διαθέσιμα συστήματα αποζημίωσης στους χρήστες φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας για να τους δίνουν κίνητρα να μειώσουν τη χρήση τους.

    Δεύτερον, θα πρέπει να παρέχει ένα ελάχιστο επίπεδο υποστήριξης σε όλη την ευρωπαϊκή βιομηχανία, ώστε να διασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού.

    Τρίτον, το ταμείο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης καθαρής τεχνολογίας, με απώτερο στόχο την πλήρη αποσύνδεση της Ευρώπης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Η ταχεία παρακολούθηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, των αντλιών θερμότητας και των μέτρων ενεργειακής απόδοσης θα μειώσει τη ζήτηση για ρωσικό φυσικό αέριο, σταθεροποιώντας ταυτόχρονα την ασφάλεια του εφοδιασμού, μειώνοντας το ενεργειακό κόστος και απαλλάσσοντας τους τομείς της ενέργειας και της θερμότητας. Η ανάπτυξη ενός κοινού ταμείου της ΕΕ θα μειώσει το αυξανόμενο χάσμα στο κόστος κεφαλαίου για επενδύσεις καθαρής τεχνολογίας, το οποίο προκύπτει λόγω των διαφορών στα επιτόκια δανεισμού σε ολόκληρη την ΕΕ. Το να τεθούν προτεραιότητα οι εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών - που βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να δώσει λύσεις σε ελλείψεις εξοπλισμού - θα μπορούσε να αυξήσει τον θετικό αντίκτυπο. Αυτό θα ίσχυε ιδιαίτερα για χώρες όπου τέτοιες επενδύσεις μπορούν να εκτοπίσουν αποτελεσματικότερα μεγάλους όγκους φυσικού αερίου, όπως η Ιταλία, η οποία εξακολουθεί να καίει αέριο ακόμα και όταν η ηλιακή ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να παραχθεί δωρεάν.

    Το ταμείο ενεργειακής κρίσης της Ευρώπης θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί κυρίως από τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ που έχει ήδη διαθέσει η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για στήριξη των τιμών της ενέργειας, χρησιμοποιώντας τα υπολείμματα των ταμείων συνοχής της ΕΕ. Συνεισφορές των κρατών μελών ή ο κοινός δανεισμός θα μπορούσαν να αυξήσουν το ποσό.

    Ένα συμπληρωματικό μέτρο για τη μείωση των τιμών του φυσικού αερίου θα μπορούσε να είναι η κοινή αγορά φυσικού αερίου μέσω της Ενεργειακής Πλατφόρμας της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τον Οκτώβριο ότι η κοινή αγορά θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το 15% των απαιτήσεων αποθήκευσης των χωρών της ΕΕ για το 2023, αλλά αυτό εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης από τους υπουργούς ενέργειας. Αυτή η πρωτοβουλία πρέπει να είναι έτοιμη για τις εργασίες αναπλήρωσης αποθήκευσης το 2023, για να φέρει την Ευρώπη σε καλύτερη θέση σε μια εποχή που η παγκόσμια αγορά LNG μπορεί να είναι ακόμη πιο σφιχτή από ό,τι το 2022. Αυτή η πρωτοβουλία θα μπορούσε να αποτρέψει τις ευρωπαϊκές χώρες από το να υποβάλλουν αναμεταξύ τους προσφορές προς εξασφάλιση φορτίων LNG και θα διευκόλυνε την κατανομή σπάνιων όγκων φυσικού αερίου διασυνοριακά σε περίπτωση σοβαρών προβλημάτων εφοδιασμού. Αυτό θα μείωνε τον κίνδυνο κατακερματισμού της ενεργειακής αγοράς της ΕΕ και επακολούθως τον κίνδυνο εκτροχιασμού των σχεδίων ενεργειακής ασφάλειας,  οικονομίας και πολιτικής.

    Μπορείτε να δείτε το πρωτότυπο άρθρο εδώ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ