Έχει "πιάσει πάτο" η Credit Suisse;
Δευτέρα, 13-Φεβ-2023 00:05
Του Paul J. Davies
Όλοι θέλουν να μάθουν εάν η Credit Suisse Group έχει πιάσει πάτο. Δυστυχώς, η ελβετική τράπεζα εξακολουθεί να αποκρύπτει τις πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να δώσουν την απάντηση.
Κυρίως πρόκειται για τη μορφή, το κόστος και τα έσοδα της μελλοντικής επενδυτικής τράπεζας CS First Boston και των υπόλοιπων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Credit Suisse. Αφορά όμως επίσης την ικανότητα της τράπεζας να αντιστρέψει τις εκροές περιουσιακών στοιχείων. Οι επενδυτές, οι αναλυτές, οι πλούσιοι πελάτες και το προσωπικό εξακολουθούν να αδυνατούν να εκτιμήσουν πώς και πότε μπορεί να ξεκινήσει η ανάκαμψη της Credit Suisse, κάτι το οποίο αποτελεί πρόβλημα επειδή η εμπιστοσύνη όλων αυτών των ανθρώπων είναι κρίσιμη για την πρόοδο της εταιρείας.
Ενώ εργάζονται επί μιας δύσκολης αναδιάρθρωσης, ο πρόεδρος του Δ.Σ. Axel Lehmann και ο διευθύνων σύμβουλος Ulrich Koerner πρέπει να κερδίσουν πίσω τα χρήματα των πελατών και να διασφαλίσουν ότι οι καλύτεροι τραπεζίτες τους θα παραμείνουν "στο πλοίο" και μάλιστα με κίνητρα για το μέλλον.
Ο όμιλος θα πρέπει να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες οι οποίες λείπουν το συντομότερο δυνατό, καθώς η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα φέρνει την Credit Suisse σε ολοένα και δυσκολότερη θέση.
Ζημίες
Τα σημάδια ήταν εμφανή στα αποτελέσματα έτους τα οποία ανακοινώθηκαν την Πέμπτη: μια καθαρή ζημία 7,3 δισεκατομμυρίων ελβετικών φράγκων (7,9 δισ. δολαρίων) για το 2022 σημαίνει ότι τα τελευταία 12 χρόνια αποτελεσμάτων αθροίζονται τώρα σε καθαρές ζημιές - 1,2 δισεκατομμυρίων ελβετικών φράγκων.
Μετά από χρόνια σκανδάλων και κακής διαχείρισης κινδύνου, ο Lehmann και ο Koerner, οι οποίοι ανέλαβαν αμφότεροι τα πόστα τους πέρυσι, αποφάσισαν στα τέλη Οκτωβρίου να αναθεωρήσουν ριζικά το τι είναι και το τι κάνει η Credit Suisse. Ενώ οι εταιρικοί ηγέτες επεξεργάζονταν το ζήτημα το περασμένο φθινόπωρο, άφησαν ένα κενό επικοινωνίας το οποίο βοήθησε να προκληθεί κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των πελατών και μια τεράστια εκροή περιουσιακών στοιχείων από τον βραχίονα-πυρήνα του ομίλου, εκείνον της διαχείρισης πλούτου.
Η μεγαλύτερη απογοήτευση στα αποτελέσματα της Πέμπτης ήταν ότι αυτές οι εκροές δεν άρχισαν να αντιστρέφονται πριν από το τέλος του έτους. Η πλημμύρα του Οκτωβρίου είχε γίνει μια σταγόνα μέχρι τον Δεκέμβριο, αλλά και πάλι το 2022 ο κλάδος του πλούτου είδε καθαρές εκροές περιουσιακών στοιχείων ύψους 96 δισεκατομμυρίων ελβετικών φράγκων, που αντιστοιχεί στο 13% των περιουσιακών στοιχείων που διαχειριζόταν στο τέλος του 2021.
Προσθέτοντας τις επιπτώσεις της πτώσης των αγορών και των συναλλαγματικών κινήσεων, τα περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση μειώθηκαν κατά 27% από το τέλος του 2021 έως το τέλος του 2022. Εν τω μεταξύ, τα δάνεια σε πλούσιους πελάτες μειώθηκαν κατά 24%. Η συρρικνωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα παρήγαγε 30% λιγότερα έσοδα και διολίσθησε σε μια πρώτη στην ιστορία ετήσια ζημία 631 εκατομμυρίων ελβετικών φράγκων.
Ο Koerner είπε μιλώντας στους αναλυτές ότι οι καταθέσεις πλούτου έχουν αρχίσει να επιστρέφουν φέτος, συμπεριλαμβανομένης της Ασίας, η οποία ήταν η κύρια πηγή εκροών. Η Credit Suisse έχασε μια σειρά τραπεζιτών στην περιοχή και πάλεψε προκειμένου να θέσει ελέγχους κινδύνου οι οποίοι θα προστατεύουν την τράπεζα, ωστόσο ταυτόχρονα δεν θα δυσκολεύουν πολύ τους τραπεζίτες και τους πελάτες της να συνεργαστούν.
Η διαχείριση περιουσίας είναι το θεμέλιο για τη στρατηγική της τράπεζας - όπου και εναποθέτει τις ελπίδες της για ανάπτυξη και κέρδη. Το γεγονός ότι έχει πληγωθεί τόσο πολύ από τις αναταράξεις στην Credit Suisse αφήνει τους επενδυτές επιφυλακτικούς για τις προοπτικές της τράπεζας.
Οι δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής και trading, εν τω μεταξύ, μειώνονται σκόπιμα, με διάφορα κλεισίματα, πωλήσεις και spin-off σε εξέλιξη. Επομένως, οι συγκρίσεις με ανταγωνιστές ή με το παρελθόν είναι σχεδόν άσκοπες, ωστόσο τα έσοδα μειώθηκαν κατά 55% και το τμήμα σημείωσε ζημίες προ φόρων ύψους 3,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ελαφρώς καλύτερα σε σχέση με τις ζημίες 3,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων που υπέστη το 2021.
Πληροφορίες
Αυτό είναι το σημείο όπου η έλλειψη πληροφοριών είναι πιο απογοητευτική για τους επενδυτές και τους αναλυτές. Η Credit Suisse αγοράζει τον ιδιωτικό βραχίονα του Michael Klein, του νέου της επικεφαλής επενδυτικής τραπεζικής της, με αντάλλαγμα ένα μετατρέψιμο ομόλογο 100 εκατομμυρίων δολαρίων και περίπου 75 εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά, με το ακριβές τίμημα να εξαρτάται τις φορολογικές υποχρεώσεις των πωλητών - δεν είναι σαφές τι ακριβώς σημαίνει αυτό.
Η Credit Suisse πούλησε επίσης ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας των τιτλοποιημένων προϊόντων της στην Apollo Global Management έναντι 800 εκατομμυρίων δολαρίων προ φόρων, το οποίο θα εγγραφεί στα βιβλία του ομίλου μέσα στο α’ τρίμηνο του τρέχοντος έτους.
Πίσω από αυτά τα δύο μεγάλα "κινούμενα μέρη" και την αναδιάρθρωση ορισμένων άλλων γραμμών συναλλαγών, υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα σχετικά με το πώς μπορεί να μοιάζει η τρέχουσα για κόστη και έσοδα για την ανανεωμένη CSFB και τα γραφεία συναλλαγών (trading desks) τα οποία παραμένουν. Η τράπεζα αρνήθηκε να δώσει οποιοδήποτε guidance, υποσχέθηκε ωστόσο ότι θα επαναδιατυπώσει τους πρόσφατους αριθμούς της για τα νέα της τμήματα τον Απρίλιο.
Μέχρι να δημοσιοποιηθούν αυτές οι λεπτομέρειες, η πραγματική μορφή και οι προοπτικές για τη μελλοντική Credit Suisse θα παραμένουν "στη σκιά". Οι επενδυτές δεν μπορούν να "αγοράσουν" την ανάκαμψή της χωρίς ταυτόχρονα να αναλαμβάνουν ένα μεγάλο στοίχημα. Οι πελάτες και το προσωπικό καλούνται να διατηρήσουν την πίστη τους μέχρι να πέσει περισσότερο φως.
Ο Απρίλιος πρέπει να φτάσει γρήγορα – και να φέρει μαζί του πολλά καλά νέα.