Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 11-Αυγ-2022 00:04

    Η πτώση των τιμών των τροφίμων δεν θα τερματίσει το πρόβλημα της πείνας παγκοσμίως

    Η πτώση των τιμών των τροφίμων δεν θα τερματίσει το πρόβλημα της πείνας παγκοσμίως
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του David Fickling

    Η επισιτιστική κρίση του 2022 φαίνεται να υποχωρεί, αφού "ξέσπασε" τόσο απότομα.

    Το κόκκινο ανοιξιάτικο σιτάρι αυξήθηκε στα σχεδόν 13 δολάρια/bushel τον Μάρτιο, οδηγώντας τον μεγαλύτερο εισαγωγέα σιταριού στον κόσμο, την Αίγυπτο, να υποτιμήσει το νόμισμά της. Τώρα διαπραγματεύεται γύρω στα 8 δολάρια, καταγράφοντας πτώση μεγαλύτερη του ενός τρίτου.

    Η Ινδονησία διέκοψε τις εξαγωγές φοινικέλαιου τον Απρίλιο εξαιτίας μιας παρόμοιας ανόδου των τιμών. Οι τιμές τώρα έχουν μειωθεί περισσότερο από 40% από τα υψηλά τους. Οι τιμές του καλαμποκιού μειώθηκαν κατά σχεδόν ένα τέταρτο από την αρχή του Μαΐου.

    Οι τιμές της ζάχαρης και του καφέ αράμπικα σημείωσαν αντίστοιχα χαμηλά ενός έτους και εννεαμήνου, τις τελευταίες εβδομάδες.

    Είναι δελεαστικό να δούμε αυτό, ως μια ένδειξη ότι η κρίση που οδήγησε τον πληθυσμό των ανθρώπων που δεν σιτίζονται επαρκώς, στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, τελειώνει επιτέλους. Δυστυχώς αυτό είναι απίθανο να συμβεί.

    Και αυτό διότι, παρά την προσοχή που δίνεται στα προβλήματα της επισιτιστικής ανασφάλειας, στην τιμολόγηση των συμβάσεων αγροτικών προϊόντων σε μεγάλα χρηματιστήρια, είναι ένας μόνο από τους πολλούς παράγοντες που συμβάλλουν στην πείνα παγκοσμίως –και σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι καν ο πιο σημαντικός.

    Για παράδειγμα, λίγοι από τους πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν πρόβλημα πείνας, πληρώνουν για την τροφή τους σε αμερικανικά δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις μπορεί να είναι εξίσου σημαντικές με τις αλλαγές στα σημεία αναφοράς των τιμών των εμπορευμάτων, σε ό,τι αφορά τον καθορισμό των τιμών που τελικά καταβάλλονται.

    Η αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων από το τέλος του 2021, έχει οδηγήσει την τιμή του σιταριού σε αμερικανικό δολάριο, υψηλότερα κατά 23% -αλλά η υποτίμηση στη λίρα Αιγύπτου ήταν ακόμη πιο επιζήμια, προσθέτοντας επιπλέον 25% στις τιμές του τοπικού νομίσματος. Στην Τουρκία, τον τρίτο μεγαλύτερο αγοραστή σιταριού, η λίρα που έχει καταρρεύσει έχει προσθέσει 171% στο κόστος. Στο Πακιστάν, η πτώση της ρουπίας έχει αυξήσει το κόστος κατά 53%.

    Αυτές οι συναλλαγματικές επιπτώσεις μπορεί να έχουν διάρκεια. Οι αναδυόμενες οικονομίες που στηρίζονται στις εισαγωγές, συχνά επιδοτούν τα τρόφιμα που προέρχονται από το εξωτερικό και που ασκούν πιέσεις στον προϋπολογισμό των νοικοκυριών, κάθε φορά που αυξάνονται οι τιμές των εμπορευμάτων.

    Τα δημοσιονομικά των περισσοτέρων χωρών, βρίσκονται ήδη υπό άνευ προηγουμένου πίεση λόγω της πανδημίας, επομένως δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για περαιτέρω επιδείνωση.

    Εάν η συρρίκνωση των κρατικών προϋπολογισμών και των συναλλαγματικών αποθεμάτων προκαλέσει νομισματική κρίση για ένα ή δύο χρόνια, ακόμη και η μείωση των τιμών των τροφίμων σε δολάρια δεν θα είναι αρκετή για να σταματήσει το τοπικό κόστος των εισαγόμενων προϊόντων, να αυξηθεί περαιτέρω.

    Αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο κορονοϊός προκαλεί μακροχρόνιες επιπτώσεις στον τομέα των τροφίμων. Ο αριθμός των ανθρώπων που απασχολούνται παγκοσμίως μειώθηκε το 2020 για πρώτη φορά εδώ και μια γενιά περίπου, καθώς περισσότεροι από 100 εκατ. απολύθηκαν ή έμειναν σπίτι για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της πανδημίας.

    Ένας παρόμοιος αριθμός, 97 εκατ., έχει οδηγηθεί κάτω από το παγκόσμιο όριο της φτώχειας, των 1,9 δολαρίων ημερησίως. Τα εισοδήματα για το κατώτερο 40% του πληθυσμού παγκοσμίως, μειώθηκαν 6,7% στο προηγούμενο έτος από τα επίπεδα που αναμενόταν προ πανδημίας, σε σχέση με την πτώση 2,8% για το πλουσιότερο 40%.

    Το αποτέλεσμα ήταν μια μικρότερη δεξαμενή εισοδήματος διαθέσιμου για την αγορά τροφίμων, επιδεινώνοντας τα προβλήματα ενός ήδη προβληματικού δημόσιου τομέα.

    Όπως έδειξε και ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος, Amartya Sen στη μελέτη-ορόσημο του 1981 για την πείνα, τα περισσότερα σημάδια έντονης επισιτιστικής κρίσης προκαλούνται όχι από την απόλυτη έλλειψη τροφής, αλλά από την αύξηση της τιμής των τροφίμων πέρα από την ικανότητα να πληρώσουν τα φτωχότερα μέλη της κοινωνίας για αυτό.

    Αυτά τα προβλήματα επιδεινώνονται από τις συγκρούσεις, που εξακολουθεί να είναι η πιο σημαντική αιτία πείνας παγκοσμίως. Ο πόλεμος και η αναταραχή μπορούν να πνίξουν τις αλυσίδες εφοδιασμού, να συντρίψουν τα νομίσματα, να καταστρέψουν θέσεις εργασίας και να αυξήσουν τις τιμές ταυτόχρονα.

    Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι μόνο η τελευταία περίπτωση τέτοιων καταστροφών. Ο αριθμός των ανθρώπων που εκτοπίστηκε λόγω διαμαχών (που αποτελεί μια αξιοπρεπή ένδειξη για τους θανάτους από αναταραχές παγκοσμίως, στα τέλη του 2021 διαμορφώθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από όταν ξεκίνησαν να καταγράφονται τα στοιχεία, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, αυξημένος κατά 8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και διπλάσιος σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

    Τέλος, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις του κλίματος και των καιρικών καταστροφών.

    Για τους ανθρώπους σε χώρες με χαμηλό εισόδημα που βρίσκονται περισσότερο σε κίνδυνο πείνας, οι τιμές των παγκόσμιων εμπορευμάτων συχνά είναι χωρίς σύνδεση, διότι δεν διαθέτουν τα μετρητά ή τις συνδέσεις εφοδιασμού για να αγοράσουν από τις διεθνείς αγορές.

    Πραγματικά, σε μέρη του κόσμου που εξαρτώνται από τις εξαγωγές καλλιεργειών όπως το φοινικέλαιο, το κακάο ή ο καφές, η πτώση των τιμών των προϊόντων είναι εξίσου πιθανό να προκαλέσει προβλήματα όπως και η άνοδος, καθώς πνίγει τα έσοδα για τους γεωργούς.

    Αυτό καθιστά τις πλημμύρες σαν αυτές που σάρωσαν το Πακιστάν την προηγούμενη εβδομάδα ή τη ξηρασία όπως αυτή που έπληξε την Ανατολική Αφρική τα τελευταία χρόνια, την ίδια απειλή όσο είναι και τα γεωπολιτικά.

    Η πτώση των τιμών των τροφίμων, εάν διατηρηθεί, μπορεί τουλάχιστον να παράσχει μια ανακούφιση για τα 768 εκατ. υποσιτισμένων ανθρώπων παγκοσμίως. Δεν θα είναι αρκετή για να ανατρέψει την τάση των τεσσάρων ετών αύξησης της επισιτιστικής ανασφάλειας. Για να το κάνει αυτό, ο κόσμος πρέπει να αντιμετωπίσει βαθύτερα προβλήματα, από τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο του κορονοϊού έως τις επίμονες επιπτώσεις της ανισότητας, του πολέμου και των συγκρούσεων.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ