Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 31-Μαϊ-2022 21:18

    Το εν μέρει εμπάργκο της ΕΕ στο ρωσικό πετρέλαιο είναι ελλιπές, αλλά απαραίτητο

    Το εν μέρει εμπάργκο της ΕΕ στο ρωσικό πετρέλαιο είναι ελλιπές, αλλά απαραίτητο
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν τελικά για την επιβολή μερικού εμπάργκο στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου, ανοίγοντας τον δρόμο για την εφαρμογή του έκτου πακέτου κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας που έχει στόχο να "διαβρώσει” τη δυνατότητα του Κρεμλίνου να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τον βάναυσο πόλεμο στην Ουκρανία. 

    Πρόκειται όμως για μια ελλιπή λύση, όπως αναφέρει το Bloomberg, καθώς όχι μόνο έρχεται αργά αλλά περιλαμβάνει και πολλές παραχωρήσεις όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, ενώ ενδίδει και στις απαιτήσεις της Ουγγαρίας για εξαιρέσεις. Παρότι, δε, οι κυρώσεις δεν αγγίζουν το φυσικό αέριο -όπου οι δεσμοί της Ρωσίας με τις ευρωπαϊκές χώρες είναι πιο στενοί-, πρόκειται για ένα ζωτικής σημασίας βήμα από την πλευρά της ΕΕ.

    Τα "ελαττώματα” της συμφωνίας

    Αρχικά, η συμφωνία που επετεύχθη τη Δευτέρα συνήφθη με, ντροπιαστικά, μεγάλη καθυστέρηση. Η Ευρώπη εδώ και μήνες εκφράζει την αγανάκτησή της για τις ενέργειες των δυνάμεων του Κρεμλίνο, ενώ την ίδια στιγμή ουσιαστικά "χρηματοδοτεί” τη σύγκρουση μέσω παχαίων πληρωμών για την αγορά ρωσικού πετρελαίου και αερίου. Σύμφωνα με το Κέντρο Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (CREA), οι χώρες της ΕΕ της ΕΕ έχουν καταβάλει στη Μόσχα 57 δισ. ευρώ (61 δισ. δολάρια) για την προμήθεια ορυκτών καυσίμων από την ημέρα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία - μια στάση που δεν μπορεί να υποστηριχθεί ηθικά και διπλωματικά και την οποία τα κράτη μέλη μόλις τώρα αρχίζουν να αντιμετωπίζουν. 

    Όσον αφορά το φυσικό αέριο, το σχέδιο της ΕΕ εξακολουθεί να προβλέπει μείωση της ζήτησης και αύξηση των προμηθειών από άλλες χώρες, κάτι το οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ευελπιστεί ότι μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για δραματική μείωση των εισαγωγών φυσικού αερίου το τρέχον έτος, και εν τέλει στην ανεξαρτησία της.

    Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, μετά την εντυπωσιακή αρχική επίδειξη ενότητας και ταχύτητα αντίδρασης της ΕΕ, είναι το παζάρι που προηγήθηκε της τρέχουσας συμφωνίας, το οποίο αποκάλυψε ρωγμές στην ευρωπαϊκή συνοχή, γεγονός που λειτουργεί μόνο ενθαρρυντικά για τη Μόσχα. Οι διαβουλεύσεις των Ευρωπαίων ηγετών ολοκληρώθηκαν μετά τις σημαντικές παραχωρήσεις που κέρδισε ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος κατάφερε να μπλοκάρει τη συμφωνία για εβδομάδες και να βάλει τα συμφέροντά του πάνω από τη συλλογική ασφάλεια της ένωσης - γεγονός που δημιουργεί ανησυχητικό προηγούμενο. 

    Ως αποτέλεσμα, οι πρόσφατες κυρώσεις της ΕΕ θα αφορούν μόνο το πετρέλαιο που μεταφέρεται διά θαλάσσης, καθώς "εξαιρείται προσωρινά” το αργό που μεταφέρεται μέσω αγωγών, θέμα στο οποίο οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα επανέλθουν "το συντομότερο δυνατό”. Η γραπτή δήλωση της Συνόδου Κορυφής περιλαμβάνει επίσης το περίγραμμα έκτακτων μέτρων "για τη διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού”, ως απόρροια των απαιτήσεων του Όρμπαν να τού επιτραπεί η δυνατότητα επιλογής σε περίπτωση διακοπής της προμήθειας πετρελαίου μέσω αγωγού.

    Κάποιες άλλες παραχωρήσεις που περιλαμβάνει επίσης η συμφωνία θα καθυστερήσουν την εφαρμογή ορισμένων μέτρων που αυτή προβλέπει, με αποτέλεσμα αυτά να μην τεθούν σε ισχύ πριν περάσουν έξι ή οκτώ μήνες από την έγκριση της ευρωπαϊκής πρότασης. Ενώ, ορισμένα σημαντικά και τολμηρά βήματα, όπως το σχέδιο απαγόρευσης στον ευρωπαϊκό ναυτιλιακό κλάδο να μεταφέρει ρωσικό αργό, έχουν ήδη εγκαταληφθεί. 

    Τίποτε από αυτά, όμως, δεν πρέπει να αμβλύνει τη σημασία της συμφωνίας που επετεύχθη, η οποία μόλις πριν από μερικούς μήνες ήταν αδιανόητη. Ένα ενεργειακό εμπάργκο, ακόμη και ελλιπές, είναι επώδυνο για το Κρεμλίνο άμεσα - ενώ αποτελεί και ένα σημαντικό μήνυμα για τις προθέσεις της ΕΕ. Αυτό βέβαια, εάν η Γερμανία και η Πολωνία υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους να απογαλακτιστούν από το ρωσικό πετρέλαιο που προμηθεύονται μέσω αγωγών, γεγονός που θα οδηγήσει σε μείωση κατά 90% των ευρωπαϊκών εισαγωγών ρωσικού αργού έως το τέλος του έτους.

    Τα "απόνερα”

    Οι επιπτώσεις, βέβαια, στην αγορά πετρελαίου και ιδίως στην αγορά πετρελαϊκών προϊόντων μπορεί να είναι δραματικές. Η Ρωσία, κατά κάποιον τρόπο, αποτελεί τον μεγαλύτερο καθαρό εξαγωγέα πετρελαϊκών προϊόντων στον κόσμο (οι ΗΠΑ, που εμφανίζουν μεγαλύτερο ακαθάριστο όγκο, στηρίζουν μεγάλο μέρος των εξαγωγών τους στη διύλιση αργού πετρελαίου άλλων χωρών). Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές ρωσικού ντίζελ αντιστοιχούν περίπου στο 1/5 του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου ντίζελ. Όλα αυτά θα αλλάξουν σε λίγους μήνες. 

    Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το ευρωπαϊκό ντίζελ, τα οποία κατά μέσο όρο κυμαίνονταν στα 630 δολάρια ο μετρικός τόνος την τελευταία δεκαετία, πλέον αλλάζουν χέρια σε περίπου διπλάσια τιμή. Τα δε αποθέματα στον κόμβο εμπορίας πετρελαίου της Δυτικής Ευρώπης βρίσκονται σε επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί τελευταία φορά το 2008, όταν οι τιμές του αργού τύπου Brent είχαν σκαρφαλώσει στα 146 δολάρια το βαρέλι.

    Δεν είναι απίθανο να συμβεί το ίδιο και αυτήν τη φορά. Το Brent ήδη διαπραγματεύεται στα 123 δολάρια το βαρέλι. Στην περίπτωση ενός εμπάργκο ανάλογου με αυτό που βλέπουμε σήμερα, η τιμή του θα μπορούσε να σκαρφαλώσει στα 150 δολάρια έως τον Ιούλιο, όπως εκτίμησε νωρίτερα αυτόν τον μήνα το Ινστιτούτο Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης. 

    Η εξέλιξη αυτή θα επιφέρει πιθανότατα πιέσεις στη βαριά βιομηχανία της Ευρώπης, η οποία εξαρτάται από το ντίζελ και ήδη ταλανίζεται από τις υψηλές τιμές, αυξάνοντας παράλληλα περαιτέρω τον πληθωρισμό και ενισχύοντας την ελκυστικότητα των ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων που αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το ήμισυ των πωλήσεων επιβατικών αυτοκινήτων στην ήπειρο.

    Βραχυπρόθεσμα, είναι αναμενόμενο ότι η Ευρώπη να δεχθεί πλήγμα, σε αντίθεση με τη Ρωσία που επωφελείται από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, οι προκλήσεις για τη Μόσχα θα είναι πολύ μεγαλύτερες. Η Ρωσία δεν μπορεί απλώς να διακόψει προσωρινά τον εφοδιασμό χωρίς συνέπειες, ενώ οι κυρώσεις στο πεδίο των ναυτασφαλίσεων θα αποδειχθεί σχεδόν αδύνατο να παρακαμφθούν, δεδομένου ότι οι εκπρόσωποι του κλάδου λειτουργούν κυρίως στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τις συμμαχικές τους χώρες.

    Στο απυρόβλητο το φυσικό αέριο

    Όσον αφορά το φυσικό αέριο, έχει μείνει στο απυρόβλητο. Η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας φυσικού αερίου και η Ευρώπη ο μεγαλύτερος πελάτης της, και είναι αλήθεια ότι, πέραν της κατάργησης του αγωγού Nordstream 2, η Ευρώπη έχει αποφύγει να περιορίσει τις εισαγωγές της, κάτι που η Ρωσία θα δυσκολευόταν πολύ να διαχειριστεί. Η Ευρώπη ίσως ακόμη είναι αναγκασμένη να στραφεί στη Ρωσία προκειμένου να γεμίσει τις υπόγειες αποθήκες της με φυσικό αέριο πριν την έλευση του χειμώνα. Κάτι που αναμφίβολα αποτελεί πρόβλημα.

    Ωστόσο, υπάρχουν κάποια θετικά στοιχεία. Το ευρύτερο πακέτο των κυρώσεων περιλαμβάνει άλλους "φραγμούς”, όπως η εξαίρεση και άλλων ρωσικών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Sberbank -η οποία είναι η μεγαλύτερη της χώρας-, από το σύστημα πληρωμών SWIFT. 

    Οι κυρώσεις, βέβαια, έχουν αμφίβολα αποτελέσματα ως προς το κατά πόσον μπορούν να αναγκάσουν τα πληττόμενα κράτη να αλλάξουν στάση -ειδικά αυταρχικές κυβερνήσεις που εμπλέκονται σε δραστηριότητες τις οποίες θεωρούν ως βασικό εθνικό τους συμφέρον- αλλά ο ξεκάθαρος πλέον στόχος είναι η απομόνωση και η εξάλειψη των οικονομικών πηγών του Κρεμλίνου. 

    Παρά το ισχυρό ρούβλι, που στηρίζεται από την επιβολή των capitals controls, και το μεγάλο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οι κυρώσεις που έχουν επιβάλει στη Μόσχα οι Βρυξέλλες, η Ουάσιγκτον και οι εταίροι τους αποφέρουν ήδη αποτελέσματα. Ο αντίκτυπος των περιορισμών στις εισαγωγές εξαρτημάτων στη Ρωσία έχουν καταδείξει ήδη ότι υπάρχουν όρια στις δυνατότητες της Μόσχας να υποκαταστήσει αναγκαίες εισαγωγές της. Η Aeroflot PJSC, για παράδειγμα, μπορεί σύντομα να χρειαστεί να "διαλύσει” αεροσκάφη της προκειμένου να εξασφαλίσει ανταλλακτικά.

    Ο πόλεμος εξάλλου πάντοτε εξαρτάτο από την οικονομία. Κόβοντας τις ροές δολαρίων προς τα ταμεία του Κρεμλίνου, η Ευρώπη καθιστά δυσκολότερο για τη Μόσχα να διατηρήσει την τρέχουσα πολεμική της. Άλλωστε, ακόμη και οι ελλιπής κυρώσεις είναι καλύτερες από την πλήρη απραξία.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ