Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 05-Σεπ-2019 00:05

    Το πραγματικό πρόβλημα στη σύγκρουση Ιαπωνίας - Νότιας Κορέας είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης

    Το πραγματικό πρόβλημα στη σύγκρουση Ιαπωνίας - Νότιας Κορέας είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Kōno Tarō*

    Οι σχέσεις μεταξύ Ιαπωνίας και Νότιας Κορέας περνούν επί του παρόντος σοβαρή κρίση λόγω μιας ιστορικής διαμάχης για το ζήτημα της εργασίας που παρείχαν άνθρωποι από την Κορεατική Χερσόνησο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (σ.σ. την περίοδο της ιαπωνικής κατοχής στην Κορέα) . Η καρδιά του προβλήματος, ωστόσο, είναι εάν οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τα δύο κυρίαρχα κράτη μας, όταν αποφάσισαν να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους το 1965, θα συνεχίσουν να τηρούνται ή όχι.

    Κατά την άποψη ορισμένων, η πρόσφατη επικαιροποίηση από την Ιαπωνία των μέτρων ελέγχου των εξαγωγών που σχετίζονται με τη Νότια Κορέα συνδέεται με αυτό το ιστορικό ζήτημα. Θέλω να καταστήσω σαφές ότι πρόκειται για δύο εντελώς ξεχωριστά θέματα.

    Το 1965, μετά από 14 χρόνια σκληρών διαπραγματεύσεων, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα συνήψαν τη "Συμφωνία για την Επίλυση των Προβλημάτων που αφορούν ζητήματα Ιδιοκτησίας και Απαιτήσεων και την Οικονομική Συνεργασία μεταξύ της Ιαπωνίας και της Δημοκρατίας της Κορέας". Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας εκείνης, η Ιαπωνία πρόσφερε περί τα 500 εκατομμύρια δολάρια σε επιχορηγήσεις και δάνεια - ένα ποσό που ανερχόταν τότε σε 1,6 φορές τον εθνικό προϋπολογισμό της Νότιας Κορέας. Όλα τα προβλήματα που αφορούν τις διεκδικήσεις μεταξύ των δύο χωρών και των πολιτών τους επιβεβαιώνεται από το κείμενο της συμφωνίας ότι, μέσω αυτής, "ρυθμίζονται πλήρως και οριστικά”.

    Μεταξύ των οκτώ σημείων που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τίτλο "Περίγραμμα των Απαιτήσεων της Δημοκρατίας της Κορέας έναντι της Ιαπωνίας", υπήρχαν και εκείνα που αφορούσαν στους μισθούς των Κορεάτων που επιστρατεύτηκαν πολιτικά για να παράσχουν εργασία (σ.σ. για το ιαπωνικό κράτος ή για ιαπωνικές εταιρείες), καθώς και την αποζημίωση όσων Κορεατών επιστρατεύτηκαν και υπέστησαν ζημία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα υπογεγραμμένα και από τις δύο πλευρές πρακτικά των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη συμφωνία του 1965 αναφέρουν σαφώς ότι οι απαιτήσεις που διευθετούνται πλήρως και οριστικά περιελάμβαναν οποιαδήποτε απαίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτών των οκτώ σημείων.

    Επιπλέον, όταν αναφέρονταν στο αίτημα αποζημίωσης για τους Κορεάτες εργαζόμενους που "απαιτήθηκε" να παράσχουν εργασία  σε ιαπωνικές εταιρείες κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι αξιωματούχοι της Δημοκρατίας της Κορέας σημείωναν ότι η αξίωσή τους περιελάμβανε και αποζημίωση για ψυχικές και σωματικές ταλαιπωρίες. Σε απάντηση, η ιαπωνική πλευρά πρότεινε να καταβληθούν πληρωμές από την ίδια απευθείας σε ιδιώτες. Ωστόσο, οι Νοτιοκορεάτες εκπρόσωποι ισχυρίστηκαν ότι υπέβαλαν τα αιτήματα αποζημίωσης συλλογικά ως κράτος και ότι η κυβέρνησή της Σεούλ θα ήταν υπεύθυνη για τη διανομή οποιωνδήποτε χρημάτων λάμβανε από την Ιαπωνία στους δικαιούχους.

    Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, τον Αύγουστο του 2005, η Νότια Κορέα επιβεβαίωσε ότι επιχορηγήσεις ύψους 300 εκατομμυρίων δολαρίων που ελήφθησαν από την Ιαπωνία περιελάμβαναν αποζημίωση για το "ιστορικό γεγονός των δεινών που υπέστησαν" τα θύματα της "καταναγκαστικής πολιτικής επιστράτευσης". Κάνοντας τη συγκεκριμένη παραδοχή, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κορέας αναγνώριζε ξεκάθαρα ότι έφερε την ηθική ευθύνη να διαθέσει ένα επαρκές ποσό των πόρων που έλαβε για να παρέχει ανακούφιση σε αυτά τα θύματα.

    Το 2018, το Κορεατικό Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε σειρά δικαστικών αποφάσεων κατά ιαπωνικών εταιρειών, διατάσσοντάς τες να καταβάλουν "αποζημιώσεις" σε όσους Κορεάτες εργάστηκαν υπό καθεστώς πολιτικής επιστράτευσης. Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν σαφώς παραβίαση της συμφωνίας του 1965. Ωστόσο, η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας δεν έλαβε συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

    Στην πραγματικότητα, περισσότερα από 50 χρόνια μετά τη συμφωνία, η Νότια Κορέα έχει καταργήσει μονομερώς το πλαίσιο δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν από τις δύο κυβερνήσεις μας. Αυτή είναι η ουσία του θέματος που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή. Εάν μια διεθνής συμφωνία μπορεί να παραβιάζεται λόγω των εκάστοτε εξελίξεων στο εσωτερικό μιας χώρας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να διατηρήσουμε σταθερό πλαίσιο στις διεθνείς σχέσεις.

    Ελπίζω πραγματικά ότι η νοτιοκορεατική κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, καθώς και των διμερών σχέσεων μεταξύ κρατών και θα αναλάβει συγκεκριμένη δράση ως υπεύθυνο μέλος της διεθνούς κοινότητας.

    Η Ιαπωνία ζήτησε κατ’ επανάληψη διπλωματικές διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κορέας μετά τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και παρέπεμψε αυτή τη διαφωνία μας σε διαιτησία, όπως προβλέπει η συμφωνία του 1965. Ωστόσο, η Νότια Κορέα αρνήθηκε να συμφωνήσει σε αυτό το πλαίσιο επίλυσης του ζητήματος.

    Έχει σημασία εδώ να επαναληφθεί ότι το θέμα αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πρόσφατη επικαιροποίηση εκ μέρους της Ιαπωνίας των μέτρων ελέγχου των εξαγωγών, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη διασφάλιση της μη διάδοσης υλικών που συνδέονται με την παραγωγή όπλων. Η απόφαση αυτή ελήφθη αποκλειστικά με γνώμονα την εθνική ασφάλεια.

    Τα εν λόγω υλικά και τεχνολογίες είναι ευαίσθητα, επειδή μπορούν ενδεχόμενα να στραφούν προς στρατιωτικές χρήσεις. Οι αρμόδιες αρχές κάθε χώρας είναι υπεύθυνες για την κατάλληλη διαχείριση των εξαγωγών των συγκεκριμένων υλικών και τεχνολογιών, που μπορούν να έχουν διπλή χρήση.

    Από το 2004, η Ιαπωνία είχε εφαρμόσει σε ό,τι αφορά τη Νότια Κορέα απλουστευμένες διαδικασίες για την εξαγωγή τέτοιων υλικών, σε σύγκριση με τους κανόνες που εφαρμόζονται όσον αφορά στις περισσότερες χώρες και περιφέρειες του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της υπόλοιπης Ασίας. Η συμφωνία βασίστηκε στην επαρκή εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, η οποία σχεδιαζόταν να ενισχύεται περαιτέρω μέσω συνεχών διαβουλεύσεων.

    Αυτές οι διαβουλεύσεις δεν έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία τρία χρόνια, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα από την ιαπωνική πλευρά. Εν τω μεταξύ, υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις παρατυπιών στους ελέγχους των εξαγωγών που σχετίζονταν με τη Νότια Κορέα. Για τον λόγο αυτό, η Ιαπωνία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν θα μπορούσε πλέον να διατηρήσει τις απλουστευμένες διαδικασίες που εφαρμόζονταν μέχρι πρότινος στις εξαγωγές προς τη Νότια Κορέα.

    Η απόφαση αυτή ουδόλως υπονοούσε κάποιου είδους "αντίποινα" ή "αντίμετρα" σε σχέση με το θέμα των Κορεατών πολιτών που εξαναγκάστηκαν να εργαστούν την περίοδο του πολέμου. Μια τέτοια σύνδεση το μόνο που πετυχαίνει είναι να συγκαλύπτει τις αιτίες  δύο πολύ διαφορετικών μεταξύ τους προβλημάτων.

    Η Ιαπωνία ενεργεί ως υπεύθυνο μέλος της διεθνούς κοινότητας, τηρώντας το διεθνές δίκαιο. Ελπίζουμε ότι η Νότια Κορέα θα κάνει το ίδιο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να οικοδομούμε μια διμερή σχέση προσανατολισμένη προς το μέλλον.

    Τέλος, θα ήθελα να θίξω το ζήτημα της απόφασης της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης να τερματίσει την "Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κορέας για την Προστασία των Διαβαθμισμένων Στρατιωτικών Πληροφοριών" (GSOMIA), η οποία είχε μεγάλη συμβολή στην ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ των δύο χωρών και στη διασφάλιση της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας από το 2016. Πρέπει να σημειώσω ότι η απόφαση αυτή αντικατοπτρίζει μια συνολική παρανόηση της κατάστασης ασφαλείας στη βορειοανατολική Ασία. Η νοτιοκορεατική κυβέρνηση έχει συνδέσει την απόφασή της με την επικαιροποίηση από την Ιαπωνία των πολιτικών αδειοδοτήσεων και της διαδικασίας για τις εξαγωγές. Αυτά τα δύο θέματα έχουν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και δεν πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους.

    *O Kōno Tarō είναι υπουργός Εξωτερικών της Ιαπωνίας από τον Αύγουστο του 2017

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων