Το ψάρι βρομάει απ’ τις Βρυξέλλες!

Τρίτη, 20-Ιαν-2026 00:07

Του Θάνου Τζήμερου

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με αγαθές προθέσεις. Κι ο δρόμος για την απαξίωση του πρωτογενούς τομέα στην Ευρώπη είναι στρωμένος με ΚΑΠ. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) κυοφορήθηκε τη δεκαετία του 1950, ενώ η Ευρώπη προσπαθούσε να βγει από τα ερείπια του πολέμου. Οι υποδομές της ήταν κατεστραμμένες και οι πολίτες της πεινούσαν. Η βασική αγωνία της τότε ΕΟΚ ήταν "να μη βρεθούμε ποτέ ξανά χωρίς τρόφιμα." Ταυτόχρονα, έπρεπε να συγκρατηθεί ο πληθυσμός της υπαίθρου στις εστίες του και να αναχαιτιστεί το μεταπολεμικό κύμα αστυφιλίας. Έτσι, το 1957, στη Συνθήκη της Ρώμης, αποτυπώθηκε η πρόθεση της ΕΟΚ για κοινή αγροτική πολιτική και κοινό γεωργικό ταμείο. Το 1962 ξεκίνησε η εφαρμογή τους.

Οι στρεβλώσεις άρχισαν "με το καλημέρα". Πρώτη και… χειρότερη: οι εγγυημένες τιμές. Η ΕΟΚ όρισε μια χουβαρδάδικη τιμή πώλησης για βασικά επισιτιστικά αγαθά και είπε στον παραγωγό: αν η αγορά δεν απορροφήσει την παραγωγή σου ή προσφέρει χαμηλότερες τιμές, τα προϊόντα σου θα τα αγοράσω εγώ! Η "προστασία" αφορούσε στην αρχή τα σιτηρά και τα γαλακτοκομικά, αλλά στη συνέχεια (1964-1968) επεκτάθηκε στο κρέας, το ρύζι, τη ζάχαρη, το κρασί και σε άλλα προϊόντα (ζωοτροφές, πατάτες, ελαιόλαδο, μαγειρικά έλαια, ενεργειακές καλλιέργειες, μέλι, σταφύλια, ξύδι κ.λπ.). Η ΕΟΚ, μέσω του μηχανισμού παρέμβασης (intervention buying), απορροφούσε τα πλεονάσματα, αγοράζοντάς τα σε εγγυημένη τιμή, όταν οι τιμές της αγοράς έπεφταν κάτω από συγκεκριμένο όριο, και στη συνέχεια τα συσσώρευε σε ψυγεία ή αποθήκες, με πρόσθετο κόστος για ψύξη, συντήρηση και logistics. Όσοι ήταν εκτός "προστασίας" πίεζαν να μπουν σ’ αυτή προβάλλοντας τα "δίκαια" αιτήματά τους: γιατί οι άλλοι κι όχι κι εμείς; Και η ΚΑΠ δεν τους χάλαγε χατίρι.

Γρήγορα φάνηκαν οι εγκληματικές παρενέργειες αυτής της πολιτικής, στις λίμνες γάλακτος και στα βουνά βουτύρου που δημιουργήθηκαν. Για να έχουμε μια αίσθηση των μεγεθών: το 1986, η ΕΟΚ είχε "ντανιάσει" 1.283.000 τόνους βουτύρου και άλλο τόσο γάλα σε σκόνη! Μια γαλακτοπαραγωγός αγελάδα έπαιρνε επιδότηση 2 δολάρια τη μέρα! (Πάνω από ένα δισ. άνθρωποι στον Τρίτο Κόσμο ζούσαν με λιγότερα.) Κι όπως γίνεται πάντα με το κρατικό χρήμα, αυτό το όργιο ανορθολογισμού συνοδεύτηκε από απάτες: νερωμένο γάλα, σιτηρά κακής ποιότητας, υποβαθμισμένα προϊόντα γενικώς. Αφού η ΕΟΚ αγόραζε ό,τι και να έβγαζες, γιατί να νοιαστείς για την ποιότητα; Ούτε ήταν δυνατόν να στηθούν μηχανισμοί ελέγχου, που να μετράν τα λιπαρά στο γάλα κάθε παραγωγού. 

Ενός κακού, μύρια έπονται. Για να απαλλαγεί από αυτά τα τερατώδη αποθέματα, η ΕΟΚ άρχισε να επιδοτεί τη χρήση τους! Δηλαδή, ένα προϊόν που θα πουλιόταν στην αγορά, βάσει της προσφοράς και της ζήτησης, 100, ας πούμε, δραχμές, η ΕΟΚ το αγόραζε για 150, το μεταποιούσε και το αποθήκευε ανεβάζοντας το κόστος του στις 200, και, για να μην το πετάξει, το πουλούσε στην αγορά, 50! Τρέλα! Και για όσα προϊόντα δεν ήταν δυνατόν να αποθηκευτούν (φρούτα, κηπευτικά) επινόησε την "απόσυρση". Αν η παραγωγή π.χ. πορτοκαλιών ήταν μεγαλύτερη από το κοινοτικό όριο, το περίσσευμα το πετούσαμε στις χωματερές και ο παραγωγός πληρωνόταν την τιμή τους από το κρατικό ταμείο. Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος το πώς αυτή η "φιλόστοργη" πολιτική κατέστρεφε την αγορά στο σύνολό της και παράλληλα υπονόμευε την ίδια την ύπαρξη της ΕΟΚ: το 1985 η ΚΑΠ απορροφούσε το 73% του προϋπολογισμού της ΕΟΚ! Δηλαδή τα ¾ περίπου των χρημάτων που πλήρωναν οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι για όλες τις λειτουργίες της ΕΟΚ πήγαιναν στη διατήρηση ενός ξεπερασμένου συστήματος, που παρήγαγε περιττά προϊόντα! Δεν το έβλεπαν αυτό οι υπεύθυνοι της ΕΟΚ; Το έβλεπαν, αλλά η αλλαγή είχε πολιτικό κόστος.

Ως κρατιστές, προσπάθησαν να διορθώσουν το λάθος με περισσότερες κρατικές παρεμβάσεις, όπως οι ποσοστώσεις: δεν θα σου πληρώνουμε όλη την παραγωγή, αλλά ένα μέρος της, που θα καθορίζεται ως ποσοστό του συνόλου. Και πώς βγαίνει αυτό; Πώς το κράτος αποφασίζει αν ο Μήτσος από την Άνω Ραχούλα θα "κλειδώσει" εγγυημένη τιμή για 100 τόνους γάλα και όχι για 120 ή για 80; Ξανά μανά κρατικές υπηρεσίες που θα σταθμίζουν προϋποθέσεις, θα μετράν, θα ελέγχουν και θα εγκρίνουν, ξανά μανά συντεχνιακές πιέσεις, διαδηλώσεις, τρακτέρ στους δρόμους, πολιτικά ρουσφέτια, κολλητιλίκια, λαδώματα. Έναν Τζήμερο εκείνης της εποχής, τον Δανό Επίτροπο Γεωργίας της ΕΟΚ, Sicco Mansholt, που έλεγε "μ’ αυτό που κάνουμε, καταφέρνουμε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιδιώκουμε" τον έφαγε η μαρμάγκα. Το 1968, πολύ πριν τα πλεονάσματα γίνουν βουνά, όντας και ο ίδιος αγρότης, είχε προβλέψει πού θα οδηγούσε αυτή η ΚΑΠ και έκανε μια πρόταση μεταρρύθμισης (Mansholt Plan) με στόχο τη ριζική αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού τομέα, αλλά αντιμετώπισε ισχυρές αντιδράσεις από αγροτικούς φορείς και πολιτικούς, κυρίως Γάλλους.

Μάλιστα, τότε ήταν η πρώτη φορά που βγήκαν τα τρακτέρ στους ευρωπαϊκούς δρόμους. Μολονότι τα έκτροπα και οι υλικές ζημιές στις Βρυξέλλες, που προκάλεσαν οι "αγανακτισμένοι" αγρότες, αντιμετωπίσθηκαν δυναμικά από την αστυνομία (1 νεκρός και 150 περίπου τραυματίες, διαδηλωτές & αστυνομικοί), και τα μπλόκα κράτησαν μερικές μόνον ώρες, το σχέδιο του Μάνσχολτ δεν πέρασε. Η έννοια του αγρότη που είναι εν μέρει επιχειρηματίας και εν μέρει δημόσιος υπάλληλος είχε εγκαθιδρυθεί για τα καλά στη συνείδηση των Ευρωπαίων: αξιωματούχων, αγροτών και πολιτών.

Γι΄ αυτό, όταν το 1992 η ΕΟΚ κατάλαβε επιτέλους το λάθος της, αντικατέστησε την παλιά στρέβλωση με μια καινούργια: οι ενισχύσεις να καταβάλλονται κατευθείαν στους παραγωγούς (direct payments). Αποσυνδέθηκαν από το τι παράγεις και συνδέθηκαν με τα στρέμματα που έχεις και τα ζώα που εκτρέφεις. Το αποτέλεσμα ήταν να εκτοξευθούν οι τιμές της γης, εμποδίζοντας νέους να μπουν στο επάγγελμα, και να δημιουργηθεί στάδιον δόξης λαμπρόν για πανευρωπαϊκές απάτες, που γινόντουσαν συνήθως με συμπαιγνία πολιτών και πολιτικών. ΟΠΕΚΕΠΕδες υπήρξαν σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ε.Ε., απλώς εμείς είμαστε πρωταθλητές και σε χρηματικό ύψος απάτης αλλά και σε φαντασία, διότι είναι αλήθεια ότι υπεράκτια βοσκοτόπια δεν επισημάνθηκαν αλλού. Υπήρξαν αγρότες "μαϊμού", πλαστά μισθωτήρια, πλαστές μεταβιβάσεις, κατσάβραχα για αναρρίχηση που δηλώθηκαν καλλιεργούμενα, αλλά κοπάδια που να ζουν στην Occitanie και να βόσκουν στην Κορσική δεν μπόρεσαν να εμπνευστούν οι "κουτόφραγκοι".

Σκέφτηκαν όμως κάτι άλλο, που μόνο να το ακούσεις σου πέφτει το σαγόνι: τα "ιστορικά δικαιώματα". Η πιο τοξική επινόηση του βρυξελλιώτικου κρατισμού, είναι το "δικαίωμα" του αγρότη να εισπράττει χρήματα με καλλιέργειες ασύμφορες οικονομικά και επιβλαβείς περιβαλλοντικά ή ακόμα και χωρίς καθόλου καλλιέργειες, επειδή αυτό έκανε πριν από 20 χρόνια! Ο προφανής παραλογισμός έχει μια λογική, πολιτικάντικη εξήγηση. Όταν οι Βρυξέλλες, μεταρρυθμίζοντας το 1992 την ΚΑΠ, μείωσαν, ως πρώτο βήμα, κατά 30% τις εγγυημένες τιμές σε όλα τα αγροτικά προϊόντα, οι πολιτικοί έκλεισαν πονηρά το μάτι στους παραγωγούς, λέγοντάς τους πως το νέο καθεστώς είναι ακόμα καλύτερο, διότι ό,τι έχαναν θα το έπαιρναν πίσω με τη μορφή άμεσων ενισχύσεων. Κι επειδή στον κρατισμό ό,τι δίνεται δεν ξεδίνεται, αυτού του είδους οι ενισχύεις, το 2003 πήραν θεσμικό χαρακτήρα, ονομάστηκαν "Ενιαία Αποδεσμευμένη Ενίσχυση" και καθιέρωσαν την παρανοϊκή πατέντα "σε πληρώνω επειδή υπάρχεις και για ό,τι καλλιεργούσες κάποτε"! Η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ του 2003 εφάρμοσε αυτό το απίστευτο σύστημα με σταδιακή εισαγωγή σε όλα τα κράτη-μέλη από το 2006 έως το 2013. Έτσι, για κάθε αγρότη, υπολογιζόταν η μέση πληρωμή άμεσων ενισχύσεων τα έτη 2000-2002, που ορίσθηκαν ως περίοδος αναφοράς,  κι αυτή ήταν η αξία του "ιστορικού δικαιώματος" το οποίο, βρέξει - χιονίσει, πληρώνεται μέχρι σήμερα, ακόμα και χωρίς παραγωγή! Οι νέοι αγρότες δεν παίρνουν δεκάρα τσακιστή, όταν υποτίθεται ότι "καιγόμαστε" για να μπουν νέοι και μορφωμένοι στην πρωτογενή παραγωγή. 

Τις παρενέργειες αυτής της ουρανομήκους διαστροφής έκαναν είκοσι χρόνια να τις αντιληφθούν οι σοσιαλιστές γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Όμως, και η νέα μεταρρύθμιση της ΚΑΠ που σχεδίασαν, μολονότι προβλέπει κατάργηση, το 2026, των "ιστορικών δικαιωμάτων", δρομολογήθηκε πάνω στις ίδιες κρατικιστικές ράγες. Άλλαξε ο "πατερούλης" Μανωλιός και θα δίνει την επιδότηση αλλιώς. Πώς; Βάσει επιλέξιμης έκτασης και με άλλα, δήθεν αντικειμενικά, δήθεν "πράσινα" κριτήρια, που θα δημιουργήσουν καινούργιες στρεβλώσεις, καινούργιες απάτες, καινούργιες διεκδικήσεις, καινούργια μπλόκα, πάντα με ζητούμενο να μεταφέρονται πόροι από τον ιδρώτα των άλλων φορολογούμενων στις τσέπες των αγροτών.

Και τι πόροι! Τερατώδη ποσά! Την περίοδο 2018-2020, οι άμεσες πληρωμές της ΚΑΠ ήταν κατά μέσο όρο 38,5 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνοΣ’ αυτές θα πρέπει να προστεθούν τα μέτρα για την αγορά και οι δαπάνες για τις αγροτικές υποδομές: 2,7 και 13,1 δισεκατομμύρια ευρώ, αντίστοιχα. Σύνολο, σχεδόν 55 δισεκατομμύρια ευρώ, κάθε χρόνο! Από το 2014 έως το 2021, η Ελλάδα έλαβε 21,36 δισεκατομμύρια ευρώ σε αγροτικές επιδοτήσεις, 2,67 δισ. ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο. Το σύνολο των επιδοτήσεων της Ε.Ε. για την περίοδο 2021–2027 είναι 386,6 δισ. ευρώ! 

Γιατί λοιπόν οι αγρότες σχεδόν παντού είναι δυσαρεστημένοι; Διότι, παρά τον πακτωλό επιδοτήσεων, το καθαρό εισόδημα συμπιέζεται, το κόστος συμμόρφωσης με τα "πράσινα άλογα" αυξάνει, οι τιμές παραγωγού παραμένουν χαμηλές και οι ενδιάμεσοι κρίκοι (εμπόριο & μεταποίηση) απορροφούν αξία ανεβάζοντας τις τιμές στο ράφι, χωρίς παραπάνω εισόδημα στο χωράφι. Η Ε.Ε. επιβάλλει απαγορεύσεις φυτοφαρμάκων και καλλιέργειας μεταλλαγμένων, κανόνες ευζωίας στην κτηνοτροφία, περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, όριο στο πέρδεσθαι και στο ερεύγεσθαι των αγελάδων, αλλά επιτρέπει εισαγωγές από Ασία, Λατινική Αμερική και Αφρική όπου τίποτε από αυτά δεν τηρείται. Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να απαντήσουμε με ευθύτητα σε μερικά θεμελιώδη ερωτήματα.

Γιατί πρέπει να υπάρχει η κρατική επιδότηση, ως μηχανισμός αρπαγής εισοδήματος από τον έναν και απόδοσής του σε κάποιον άλλον; (Δεν χρησιμοποιώ τον διαδεδομένο όρο "αναδιανομή του πλούτου" διότι είναι διπλά αδόκιμος. Το αρχικό εισόδημα δεν διανέμεται από κάποια πηγή για να αναδιανεμηθεί από το κράτος. Το κερδίζει ο καθένας με κόπο. Επίσης, δεν πρόκειται περί πλούτου. Τα χρήματα των επιδοτήσεων προέρχονται από φόρους που πληρώνουν - τουλάχιστον ως ΦΠΑ - ακόμα και όσοι δυσκολεύονται να αγοράσουν γάλα για το παιδί τους.) Γιατί θεωρείται "δίκαιο" ή "αναγκαίο" το να χρηματοδοτείται από τον φορολογούμενο μια συγκεκριμένη επαγγελματική ή κοινωνική κατηγορία, απλώς επειδή αυτή επελέγη, με ιστορικά, πολιτικά ή ψηφοθηρικά κριτήρια, ως "ευάλωτη" ή "παραγωγικά κρίσιμη";

Αν κάποιος θέλει να είναι αγρότης, κτηνοτρόφος, επιπλοποιός ή καθηγητής χορού, κάνει μια επαγγελματική επιλογή. Το κράτος μπορεί - και οφείλει - να τον βοηθήσει με δίκτυα υποδομών, με σταθερό και σαφές νομοθετικό πλαίσιο, με μειωμένη γραφειοκρατία με λογική, μη ληστρική, φορολογία. Όχι όμως με επιδότηση, δηλαδή με χρήματα που αφαιρούνται διά της (φορολογικής) βίας από την τσέπη κάποιου άλλου πολίτη.

Οι επιδοτήσεις διαστρεβλώνουν τα κίνητρα. Δημιουργούν μια οικονομία εξαρτήσεων, όπου η επιβίωση ενός επαγγελματικού κλάδου δεν εξαρτάται από την ποιότητα ή την αποδοτικότητα της παραγωγής, αλλά από την ικανότητά του να αποσπά προνομιακή μεταχείριση από το κράτος. Η καινοτομία, η ανταγωνιστικότητα, η εξωστρέφεια, όλα υπονομεύονται όταν η βασική επιδίωξη είναι η "ένταξη στο πρόγραμμα". Το κόστος αυτής της νοοτροπίας δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πολιτικό και ηθικό. Διότι, κάθε φορά που το κράτος μοιράζει λεφτά, εκτός του ότι εγκαθιδρύει συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού δημιουργεί ζήτηση για "μεσάζοντες", για "γνωστούς", για παρασκηνιακές συνεννοήσεις. Ενισχύεται η πελατειακή αντίληψη της πολιτικής: οι πολίτες δεν αντιμετωπίζουν το κράτος ως κοινό θεσμό όλων, αλλά ως πηγή ευνοϊκής μεταχείρισης για κάποιους, αν έχουν τις "άκρες" ή αν μπορούν να πιέζουν, ακόμα και παρανομώντας ατιμωρητί, όπως με τα "μπλόκα".

Είναι το αγροτικό επάγγελμα "όπως όλα τα άλλα"; Όχι, αλλά ούτε και τόσο "ιδιαίτερο" όσο θέλει να το παρουσιάζει η Ε.Ε. διαφημίζοντας την αενάως μεταρρυθμιζόμενη, αλλά μόνιμα αποτυχημένη ΚΑΠ της. Ναι, η γεωργία εξαρτάται από τον καιρό και το κλίμα, όμως από τους ίδιους παράγοντες εξαρτώνται και άλλοι τομείς της οικονομίας (π.χ. τουρισμός) χωρίς να απαιτούν κρατική στήριξη. Φαντάζεστε τα χιονοδρομικά κέντρα να ζητούν επιδότηση γιατί φέτος τα Χριστούγεννα δεν έριξε χιόνι; Και να στέλνουν τα Ratrac να μπλοκάρουν τους δρόμους; Ναι, υπάρχει χρονικό κενό μεταξύ ζήτησης και παραγωγής, αλλά αυτό ισχύει για πλήθος τομέων, από τα ναυπηγεία μέχρι την οικοδομή. Το μόνο επιχείρημα που στέκει είναι ότι η γεωργία επηρεάζει το περιβάλλον περισσότερο από κάθε άλλη δραστηριότητα. Πράγματι η γεωργία επηρεάζει τα εδάφη, τα νερά και τη βιοποικιλότητα. Φυσικά, και την υγεία μας. Όμως, αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιείται ως "πράσινο άλλοθι" για επιδοματική πολιτική. Διότι είναι άλλο πράγμα να πληρώνει η κοινωνία το αυξημένο κόστος μιας συγκεκριμένης, περιβαλλοντικά και κοινωνικά υπεύθυνης, συμπεριφοράς και άλλο να πληρώνει γενικά εισόδημα ανά στρέμμα τοις πάσι. Οι άμεσες ενισχύσεις, όταν δεν συνδέονται με παραγωγικότητα, ποιότητα και καινοτομία, είναι στην καλύτερη περίπτωση κοινωνική πρόνοια και στη χειρότερη ψηφοθηρία, μεταμφιεσμένη σε αγροτική πολιτική.

Και επιτέλους πρέπει να αποφασίσουμε τι συμφέρει να καλλιεργούμε στην Ευρώπη και τι όχι. Η Ελλάδα δεν μπορεί να καλλιεργεί βαμβάκι, να το πούμε έξω από τα δόντια. Το βαμβάκι είναι εξαιρετικά υδροβόρο, η Ελλάδα ποτίζει κυρίως με υπόγεια νερά (χωρίς ουσιαστική τιμολόγηση του υδατικού κόστους) με αποτέλεσμα την εξάντληση και υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα (οι γεωτρήσεις φτάνουν τα 300 μέτρα βάθος), την αύξηση του κόστους παραγωγής και την ενεργειακή εξάρτηση από ρεύμα και πετρέλαιο. Δεν υπάρχει καμμία περίπτωση ο Έλληνας βαμβακοπαραγωγός να ανταγωνιστεί τον Αιγύπτιο, ο οποίος έχει ιδανικές κλιματικές συνθήκες, τζάμπα νερό από τον Νείλο, χαμηλό εργατικό κόστος και παράγει μακρόινο βαμβάκι, κορυφαίας ποιότητας. Γιατί τότε το προτιμάμε; Διότι είναι τεμπέλικη καλλιέργεια. Και διότι βρέχεται στο ζύγι για να εισπραχθούν από την Ε.Ε. όλα τα λεφτά για όλα τα κιλά. Κανένα κόμμα δεν τόλμησε ποτέ να πει το εξής απλό: δεν μπορείς να καλλιεργείς υδροβόρα προϊόντα σε υδατικά ελλειμματική χώρα και μάλιστα με επιδότηση! Βλέπετε, το πολιτικό κόστος είναι άμεσο, ενώ η περιβαλλοντική καταστροφή είναι αργή και σιωπηλή. Και ο πολιτικός δεν ενδιαφέρεται ούτε για τον παραγωγό ούτε για το περιβάλλον. Ενδιαφέρεται να επανεκλεγεί. Η αλλαγή καλλιεργητικού προσανατολισμού δεν είναι τεχνικά δύσκολη. Αλλά δεν συμφέρει κανέναν πολιτικά και βολεύει πολλούς οικονομικά. Και όσο τα υπόγεια ύδατα θεωρούνται "δωρεάν", η επιδότηση δεδομένη και η εργασία είναι ελάχιστη, το βαμβάκι θα επιλέγεται ως καλλιέργεια, μέχρι η Θεσσαλία να γίνει Σαχάρα.

Η Ε.Ε. θα πρέπει να αλλάξει λογική: όχι να "ενισχύει" επιλεκτικά, αλλά να προστατεύει ισότιμα. Να φροντίζει να μην υπάρχουν εμπόδια, αντί να επιδοτεί τους λίγους που τα προσπερνούν. Ένα κράτος που δεν υπερφορολογεί και δεν τιμωρεί το επιχειρείν είναι πολύ πιο χρήσιμο από ένα κράτος που μοιράζει λεφτά. Η οικονομική υγεία μιας κοινωνίας δεν μετριέται με τον αριθμό των επιδοτούμενων. Μετριέται με τον αριθμό εκείνων που δεν χρειάζονται επιδότηση για να ζήσουν αξιοπρεπώς. (Σου θυμίζει κάτι αυτό, Κυριάκο;) Η πραγματική στήριξη στους αγρότες δεν είναι τα λεφτά της ΚΑΠ. Είναι η ελευθερία να παράγεις, να καινοτομείς και να ανταγωνίζεσαι με ίσους όρους, χωρίς να είσαι δεμένος στο άρμα, άρα και στο πολιτικό συμφέρον, κάποιου υπουργείου.

Όμως ταυτόχρονα θα πρέπει να εφαρμόσει δίκαιους κανόνες για εισαγωγές τροφίμων. Τρόφιμα που έχουν παραχθεί με τρόπους επικίνδυνους για την υγεία να απαγορεύεται να εισαχθούν. Τρόφιμα ασφαλή, αλλά που παρήχθησαν από χώρες χωρίς κανόνες περιβαλλοντικής προστασίας, να δασμολογούνται. Επιπλέον, η Ε.Ε. θα πρέπει να επιδοτήσει την έξοδο από το επάγγελμα, ώστε οι κοινωνικές επιπτώσεις να είναι οι μικρότερες δυνατές, με εφάπαξ αποζημίωση και μεταβίβαση γης. Δεν υπάρχει μεταρρύθμιση, ούτε άνοδος της παραγωγικότητας, χωρίς έξοδο όσων είναι αντιπαραγωγικοί και δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αλλάξουν. Αυτό σημαίνει ότι ένα ποσοστό 20% τουλάχιστον των σημερινών "αγροτών" θα φύγουν από το επάγγελμα. Ναι, θα υπάρξουν βραχυπρόθεσμες αντιδράσεις, αλλά το όφελος από την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος θα είναι μεγαλύτερο. Δεν θα ορίσει το κράτος ποιοι θα φύγουν. Θα το κάνει η αγορά. Αν μπορείς να είσαι ανταγωνιστικός, προχώρα. Αν όχι, το κράτος σε βοηθά να φύγεις, όχι να προσποιείσαι ότι παράγεις.

Και η ΚΑΠ θα έπρεπε να εστιάσει στους παρακάτω τομείς:

  1. Ασφάλιση συστημικών κινδύνων που δεν μπορεί να ασφαλίσει πλήρως η ιδιωτική αγορά. Το αγροτικό επάγγελμα έχει ρίσκο. Ο αγρότης θα το καλύπτει ασφαλιζόμενος. Και, ναι, ο καταναλωτής θα πληρώνει ενσωματωμένο στην τιμή του προϊόντος το κόστος αυτής της ασφάλισης. Όμως η Ε.Ε. θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντασφαλιστής για ακραία καιρικά φαινόμενα, επιδημίες φυτών & ζώων και γενικευμένες φυσικές καταστροφές τύπου Ντάνιελ. Όχι όμως δίνοντας αποζημίωση για "χαμηλές τιμές" ή για "χαμένο εισόδημα".

  2. Πληρωμή μόνο για συγκεκριμένα δημόσια αγαθά: προστασία οικοσυστημάτων, διατήρηση τοπίων πολιτιστικής αξίας, προστασία απειλούμενων ειδών. Όχι γενικά "πράσινα" κριτήρια και οικολογική γραφειοκρατία χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα. Αν δεν μπορείς να το μετρήσεις, δεν πρέπει να το επιδοτείς.

  3. Ενιαίοι κανόνες αγοράς και υγείας, όχι παραγωγής. Η Ε.Ε. δικαιούται να επιβάλλει κανόνες ασφάλειας τροφίμων, κανόνες ιχνηλασιμότητας και βασικά υγειονομικά πρότυπα. Αλλά όχι λεπτομερή κανονιστική ρύθμιση της παραγωγικής διαδικασίας όπως κάνει σήμερα.  

  4. Το νερό δεν είναι άπειρο. Τα περιβαλλοντικά πρότυπα θα πρέπει να συνδεθούν με υδατικό αποτύπωμα και τοπικό υδατικό ισοζύγιο.

Η Ε.Ε. θα μπορούσε να αναθέσει ελέγχους, πιστοποίηση και ιχνηλασιμότητα σε ανεξάρτητους διεθνείς οργανισμούς ή ιδιωτικές αρχές με διαπίστευση και αυστηρό έλεγχο. Το κράτος ορίζει το πλαίσιο και ελέγχει τον ελεγκτή. Αυτή είναι η δουλειά του. Δεν παριστάνει τον γεωπόνο, τον επιθεωρητή, τον λογιστή, τον προστάτη, τον χρηματοδότη και τον ηθικό κήρυκα, ταυτόχρονα.

Το οξύμωρο είναι πως οι χώρες και οι παραγωγοί που έχουν πετύχει, το έκαναν παρά την ΚΑΠ, όχι με τη βοήθειά της! Τα ΚΑΠίκια της βρυξελλιώτικης Σοβιετίας συμμετέχουν στο εισόδημα του Ολλανδού σε ποσοστό λιγότερο από 10%. Λίγο πάνω από το 10% είναι στη Δανία (11%), στο Βέλγιο (11%), ακόμα και στη Μάλτα (13%). Μεταξύ 14% και 17% είναι στη Γερμανία, την Κύπρο, την Ιταλία και την Ισπανία. Εκεί οι αγρότες σκέφθηκαν: "Δεν έχουμε ανάγκη το κράτος – πατερούλη, που δήθεν μας βοηθάει και όλο τρικλοποδιές μας βάζει. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας.". Και τα κατάφεραν με υψηλή παραγωγικότητα, προηγμένη τεχνολογία, εστίαση σε προϊόντα αξίας, ισχυρούς συνεταιρισμούς και έμφαση στις εξαγωγές. Στη Γαλλία, που έχει τα ίδια δομικά κουσούρια με μας, και στις χώρες της Βαλτικής που, λόγω ΕΣΣΔ, είχαν εθισθεί στην κρατική πατρωνία, το ποσοστό είναι μεταξύ 40% και 50%. Και, φυσικά, the winner is… η κοιτίδα του πολιτισμού, η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, όπου πάνω από το μισό αγροτοκτηνοτροφικό εισόδημα προέρχεται από κρατικές επιδοτήσεις.

Όταν λοιπόν το κράτος, μέσω ΚΑΠ, όχι μόνο δεν σε προτρέπει να αλλάξεις μοντέλο, αλλά σε πληρώνει για να διατηρήσεις το ίδιο, αποτυχημένο από τη δεκαετία του ’70, τι προοπτικές υπάρχουν για τον ελληνικό πρωτογενή τομέα; Το ψάρι βρομάει από τις Βρυξέλλες, όμως η σήψη έχει φτάσει μέχρι τη βαλκανική ουρά. Εξαίρεση, κάποιοι Έλληνες παραγωγοί που ξέφυγαν από τη μιζέρια του "δωσ’ και μένα μπάρμπα", συνεταιρίσθηκαν, εκσυγχρονίσθηκαν, "μπραντάρισαν" το προϊόν τους, δημιούργησαν τμήματα ποιοτικού ελέγχου, marketing και πωλήσεων, παραμέρισαν τους μεσάζοντες και βγήκαν θαρραλέα, όχι στα "μπλόκα", αλλά στην αγορά, εγχώρια και διεθνή. Ας ελπίσουμε ότι θα βρουν μιμητές.

* Ο Θάνος Τζήμερος είναι επιχειρηματίας, πρώην πρόεδρος της "Δημιουργίας Ξανά"