Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 08-Σεπ-2022 00:05

    Είμαι Ουκρανός στρατιώτης και έχω αποδεχτεί τον θάνατό μου

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

     

    Μαζικοί τάφοι στην πόλη Μπούτσα της Ουκρανίας
    Lynsey Addario για τους "The New York Times"

    Πρόσφατα ένας από τους λόχους του τάγματός μας επέστρεψε από αποστολή στην ανατολική Ουκρανία. Όταν βλέπαμε τους συντρόφους μας ένα μήνα νωρίτερα ήταν χαμογελαστοί και ευδιάθετοι. Τώρα δεν μιλάνε καν μεταξύ τους, δεν βγάζουν ποτέ τα αλεξίσφαιρα γιλέκα τους και δεν χαμογελούν καν. Τα μάτια τους είναι άδεια και σκοτεινά σαν ξερά πηγάδια. Οι μαχητές αυτοί έχασαν το ένα τρίτο του προσωπικού τους και ένας από αυτούς είπε ότι θα προτιμούσε να είναι νεκρός γιατί πλέον φοβάται να ζήσει.

    Πίστευα ότι είχα δει αρκετούς θανάτους στη ζωή μου. Υπηρέτησα στην πρώτη γραμμή στο Ντονμπάς για σχεδόν ένα χρόνο το 2015-16 και υπήρξα μάρτυρας πολλών τραγωδιών. Αλλά τις μέρες εκείνες η κλίμακα των απωλειών ήταν εντελώς διαφορετική, τουλάχιστον εκεί που ήμουν εγώ. Κάθε θάνατος αξιολογούνταν προσεκτικά, γίνονταν έρευνες, γνωρίζαμε τα περισσότερα ονόματα των σκοτωμένων στρατιωτών και τα πρόσωπά τους δημοσιεύονταν στα κοινωνικά δίκτυα.

    Τώρα είναι άλλου είδους πόλεμος και οι απώλειες είναι, χωρίς υπερβολή, καταστροφικές. Δεν γνωρίζουμε πλέον τα ονόματα όλων των νεκρών. Υπάρχουν δεκάδες κάθε μέρα. Οι Ουκρανοί διαρκώς θρηνούν όσους χάνονται. Σειρές από κλειστά φέρετρα βρίσκονται στις κεντρικές πλατείες σχετικά ήρεμων πόλεων σε όλη τη χώρα. Τα κλειστά φέρετρα είναι η φριχτή πραγματικότητα αυτού του σκληρού, αιματηρού και φαινομενικά ατελείωτου πολέμου.

    Έχω και εγώ τους νεκρούς μου. Στη διάρκεια της σύγκρουσης έμαθα για το θάνατο διαφόρων φίλων και γνωστών, ανθρώπων με τους οποίους είχα συνεργαστεί ή ανθρώπων που δεν είχα γνωρίσει ποτέ προσωπικά, αλλά με τους οποίους διατηρούσα φιλίες στα κοινωνικά δίκτυα. Δεν ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι επαγγελματίες στρατιώτες, ωστόσο πολλοί δεν μπορούσαν παρά να πάρουν τα όπλα όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία.

    Διαβάζω επικήδειους στο Facebook κάθε μέρα. Βλέπω γνωστά ονόματα και σκέφτομαι ότι αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε να συνέχιζαν να γράφουν εκθέσεις και βιβλία, να εργάζονται σε επιστημονικά ιδρύματα, να περιθάλπουν ζώα, να διδάσκουν μαθητές, να μεγαλώνουν παιδιά, να ψήνουν ψωμί και να πουλάνε κλιματιστικά. Αντίθετα, πηγαίνουν στο μέτωπο, τραυματίζονται, αναπτύσσουν σοβαρή διαταραχή μετατραυματικού στρες και πεθαίνουν.

    Ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα πρόσφατα για μένα ήταν ο θάνατος του δημοσιογράφου Oleksandr Makhov. Είχε ήδη κάποια στρατιωτική εμπειρία και γνωρίζοντας το θάρρος και την άγνοια κινδύνου του Oleksandr, τον παρακολουθούσα επισταμένα στο διαδίκτυο. Επισκεπτόμουν τη σελίδα του στο Facebook και χαιρόμουν που έβλεπα νέες αναρτήσεις. Έδειχναν ότι ήταν ζωντανός. Εστίασα στη ζωή του σαν να ήταν ένας φάρος σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Αλλά ο Oleksandr σκοτώθηκε και όλα κατέρρευσαν. Ένας μετά τον άλλον, έμαθα τα νέα για τους θανάτους όσων γνώριζα.

    Απαγόρευσα στον εαυτό μου να πιστέψει ότι εγώ και οι άνθρωποι που αγαπώ ή συμπαθώ θα επιβιώσουμε. Είναι δύσκολο να ζει κανείς σε αυτή την κατάσταση, αλλά η αποδοχή της πιθανότητας του θανάτου του είναι απαραίτητη για κάθε στρατιώτη. Άρχισα να το σκέφτομαι από το 2014 όταν, χωρίς να κρατάω ακόμα όπλο στα χέρια μου, ένιωσα ήδη πως μια μέρα θα μπορούσα να κρατήσω - και έτσι αποδείχθηκε. Στους 10 μήνες που πέρασα στην πρώτη γραμμή κοντά στην Ποπάσνα, στην περιοχή του Λουχάνσκ, σκεφτόμουν συχνά τον θάνατο. Ένιωθα τα ήσυχα βήματά του και την ήρεμη ανάσα του δίπλα μου. Αλλά κάτι μου είπε όχι, όχι αυτή τη φορά.

    Τώρα ποιος ξέρει; Επί του παρόντος, η υπηρεσία μου είναι στα βόρεια σύνορα, όπου περιπολώ μέρος της αποκλεισμένης ζώνης του Τσέρνομπιλ. Είναι πιο ασφαλές εδώ από ό,τι στα ανατολικά ή τα νότια, αν και η εγγύτητα του αυταρχικού ηγέτη της Λευκορωσίας συνεπάγεται ένα ψυχολογικό κόστος. Το καθήκον της μονάδας μας είναι να αποτρέψει την επανάληψη των γεγονότων του Μαρτίου, όταν το βόρειο τμήμα της περιοχής του Κιέβου καταλήφθηκε και ο εχθρός βομβάρδισε τα περίχωρα της πρωτεύουσας με το πυροβολικό του.

    Είμαι έτοιμος να μπω σε οποιαδήποτε επικίνδυνη ζώνη. Δεν υπάρχει φόβος. Δεν υπάρχει η σιωπηλή φρίκη που υπήρχε στην αρχή, όταν η σύζυγος και ο γιος μου κρύβονταν στο διάδρομο του διαμερίσματός μας στο Κίεβο προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να ηρεμήσουν ή ακόμα και να αποκοιμηθούν εν μέσω του βασανιστικού ουρλιαχτού των συναγερμών και των εκρήξεων. Υπάρχει θλίψη, φυσικά. Περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο θέλω απλώς να είμαι με τη γυναίκα μου, η οποία είναι ακόμα στο Κίεβο με τον γιο μου. Θέλω να ζήσω μαζί τους και όχι να πεθάνω κάπου στην πρώτη γραμμή. Αλλά έχω αποδεχτεί το ενδεχόμενο του θανάτου μου ως σχεδόν τετελεσμένο γεγονός. Το πέρασμα αυτού του Ρουβίκωνα με έχει ηρεμήσει, με έχει κάνει πιο γενναίο, πιο δυνατό, πιο ισορροπημένο. Έτσι πρέπει να είναι για εκείνους που βαδίζουν συνειδητά στο μονοπάτι του πολέμου.

    Ο θάνατος αμάχων, ιδιαίτερα παιδιών, είναι εντελώς διαφορετικό θέμα. Και όχι, δεν εννοώ ότι η ζωή ενός αμάχου είναι πιο πολύτιμη από τη ζωή ενός στρατιωτικού. Αλλά είναι λίγο πιο δύσκολο να είσαι προετοιμασμένος για το θάνατο μιας συνηθισμένης Ουκρανής που συνέχιζε τη ζωή της και ξαφνικά σκοτώθηκε στη ρωσική ρουλέτα. Είναι επίσης αδύνατο να είσαι προετοιμασμένος για άγρια βασανιστήρια, ομαδικούς τάφους, ακρωτηριασμένα παιδιά, πτώματα θαμμένα στις αυλές πολυκατοικιών και πυραυλικές επιθέσεις σε κατοικημένες περιοχές, θέατρα, μουσεία, νηπιαγωγεία και νοσοκομεία.

    Πώς να προετοιμαστείς για τη σκέψη ότι η μητέρα δύο παιδιών που κρυβόταν σε ένα υπόγειο για ένα μήνα αργοπέθανε μπροστά στα μάτια τους; Πώς να αποδεχτείς τον θάνατο ενός 6χρονου κοριτσιού που πέθανε από αφυδάτωση κάτω από τα ερείπια του σπιτιού του; Πώς πρέπει να αντιδράσουμε στο γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι στη χώρα, όπως στην κατεχόμενη Μαριούπολη, αναγκάζονται να τρώνε περιστέρια και να πίνουν νερό από λακκούβες με κίνδυνο να κολλήσουν χολέρα;

    Όπως έλεγε ο Κουρτ Βόνεγκατ, ακόμα κι αν οι πόλεμοι δεν συνέχιζαν να έρχονται σαν παγετώνες, θα υπήρχε ακόμα ο απλός παλιός θάνατος. Αλλά οι αναμετρήσεις μας με τον θάνατο θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικές. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι εμείς και οι αγαπημένοι μας, οι μοντέρνοι άνθρωποι του 21ου αιώνα, δεν χρειάζεται πλέον να πεθαίνουμε από βάρβαρα μεσαιωνικά βασανιστήρια, επιδημίες ή εγκλεισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτό είναι μέρος εκείνου για το οποίο παλεύουμε, το δικαίωμα όχι μόνο σε μια αξιοπρεπή ζωή αλλά και σε έναν αξιοπρεπή θάνατο.

    Ας ευχηθούμε εμείς, ο λαός της Ουκρανίας, έναν καλό θάνατο για τους εαυτούς μας, για παράδειγμα στα κρεβάτια μας όταν έρθει η ώρα. Και όχι όταν ένας ρωσικός πύραυλος χτυπήσει το σπίτι μας ένα ξημέρωμα.

    * Ο Artem Chekh είναι στρατιώτης, λογοτέχνης και συγγραφέας του "Absolute Zero.”("Απόλυτο Μηδέν").

    © 2022 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ