Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 21-Ιουν-2022 00:09

    Ο πληθωρισμός δεν πρόκειται να ξαναφέρει τη δεκαετία του ‘70

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
                                                                                                                                                    Mike Haddad/The New York Times 

    Πρόσφατα είχαμε ακόμα μία κακή έκθεση για τον πληθωρισμό.

    Τους τελευταίους 12 μήνες ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 8%, ένα επίπεδο που ξυπνά μνήμες από τον "Μεγάλο Πληθωρισμό” της Αμερικής των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Από τις αρχές του 1966 έως το 1981, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξανόταν κατά μέσο όρο περισσότερο από 7% ετησίως και κορυφώθηκε πάνω από το 13% το 1980. Η περίοδος αυτή είδε επίσης δύο μεγάλες και δύο μικρές υφέσεις και μια πτώση σχεδόν κατά τα 2/3 στον βιομηχανικό Dow Jones, με προσαρμογή στον πληθωρισμό.

    Κινδυνεύουμε να ξαναζήσουμε αυτή την εμπειρία;

    Η σύντομη απάντηση: σχεδόν σίγουρα όχι.

    Παρόλο που ο πληθωρισμός των δεκαετιών του 1960 και του 1970 είχε υψηλότερες κορυφώσεις και διάρκεσε πολύ παραπάνω από αυτό που βλέπουμε πρόσφατα, είναι αλήθεια ότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες με αυτό που περνάμε τώρα. Ο πληθωρισμός πριν από μισό αιώνα, όπως και ο σημερινός, ξεκίνησε μετά από μια μακρά περίοδο κατά την οποία ήταν γενικά χαμηλός. Και στις δύο περιπτώσεις, οι μεγάλες ομοσπονδιακές δαπάνες (στον πόλεμο στο Βιετνάμ και στα κοινωνικά προγράμματα Great Society κατά τη δεκαετία του 1960, στην απάντηση στον Covid το 2020 και το 2021) προστέθηκαν στη ζήτηση. Και τα σοκ στις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων κατά τη δεκαετία του 1970 επιδείνωσαν σημαντικά το πρόβλημα του πληθωρισμού, όπως κάνουν και τώρα.

    Υπάρχουν όμως και κρίσιμες διαφορές επίσης. Πρώτον, παρόλο που ο πληθωρισμός ήταν εξαιρετικά ανεπιθύμητος τη δεκαετία του '60 και του '70, όπως (γίνεται κατανοητό να είναι) και σήμερα, οποιαδήποτε διάθεση της Federal Reserve εκείνη την εποχή να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό αυξάνοντας τα επιτόκια, που θα μπορούσε επίσης να επιβραδύνει την οικονομία και να αυξήσει την ανεργία, συνάντησε σκληρή πολιτική αντίσταση. Ο Πρόεδρος Λίντον Τζόνσον, επιχειρώντας να "στεγανοποιήσει” τον λαό από το οικονομικό κόστος ενός αντιδημοφιλούς πολέμου, άσκησε έντονη πίεση στον πρόεδρο της Fed Γουίλιαμ ΜακΤσέσνεϊ Μάρτιν προκειμένου να διατηρήσει τα επιτόκια χαμηλά. Ο κ. Τζόνσον υποσχέθηκε να αυξήσει τους φόρους για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο και ο κ. Μάρτιν απέφυγε αντίστοιχα να αυξήσει τα επιτόκια για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά η προσωρινή φορολογική επιβάρυνση του κ. Τζόνσον το 1968 απέτυχε να παγώσει μια οικονομία που είχε υπερθερμανθεί, επιτρέποντας στον πληθωρισμό να αγκιστρωθεί.

    Ο Ρίτσαρντ Νίξον, αναζητώντας την επανεκλογή του το 1972, κατέστησε σαφές στον διάδοχο του κ. Μάρτιν στη Fed, τον Άρθουρ Μπερνς, ότι δεν θα ανεχόταν μια οικονομική επιβράδυνση πριν από τις εκλογές και ο κ. Μπερνς δεν ανέλαβε καμία σημαντική δράση απέναντι στον πληθωρισμό. Ακόμα και μετά την παραίτηση του κ. Νίξον το 1974, το Κογκρέσο συνέχισε να πιέζει τον κ. Μπερνς και τη Fed να αποφύγουν αποπληθωριστικές πολιτικές που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την οικονομία. Για παράδειγμα, ένας νόμος του 1978 έθετε στόχο για ποσοστό ανεργίας 3% στα άτομα 20 ετών και άνω - πολύ χαμηλότερα από το βιώσιμο μη πληθωριστικό επίπεδο εκείνης της εποχής.

    Αντίθετα, οι προσπάθειες του σημερινού προέδρου της Fed Τζερόμ Πάουελ και των συναδέλφων του να μειώσουν τον πληθωρισμό απολαμβάνουν σημαντικής υποστήριξης τόσο από τον Λευκό Οίκο όσο και από το Κογκρέσο, τουλάχιστον μέχρι τώρα. Ως αποτέλεσμα, η Fed σήμερα έχει την ανεξαρτησία που χρειάζεται για να λαμβάνει αποφάσεις πολιτικής που βασίζονται αποκλειστικά στα οικονομικά δεδομένα και στα μακροπρόθεσμα οφέλη της οικονομίας και όχι σε βραχυπρόθεσμες πολιτικές επιφυλάξεις.

    Πέρα από τη μεγαλύτερη ανεξαρτησία της Fed, μια βασική διαφορά με τις δεκαετίες του '60 και του '70 είναι ότι οι απόψεις της Fed τόσο για τις αιτίες του πληθωρισμού όσο και για την ευθύνη της να ελέγξει τον ρυθμό αύξησης των τιμών έχουν αλλάξει σημαντικά. Ο κ. Μπερνς, που προέδρευσε κατά το μεγαλύτερο μέρος του πληθωρισμού της δεκαετίας του 1970, είχε τη θεωρία του πληθωρισμού κόστους. Πίστευε ότι τον πληθωρισμό τον προκαλούσαν κυρίως οι μεγάλες εταιρείες και τα συνδικάτα, που χρησιμοποιούσαν τη δύναμή τους στην αγορά για να αυξήσουν τις τιμές και τους μισθούς, ακόμη και σε μια ασθμαίνουσα οικονομία. Πίστευε ότι η Fed είχε λίγες δυνατότητες να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις αυτές και ως εναλλακτική λύση στην αύξηση των επιτοκίων, βοήθησε να πεισθεί ο κ. Νίξον να θέσει όρια στους μισθούς και τις τιμές το 1971, κάτι που αποδείχθηκε θεαματική αποτυχία.

    Ο πληθωρισμός απέκτησε ορμή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, που τελείωσε μόνο με τη μέθοδο σοκ που εφάρμοσε η Fed υπό τον πρόεδρο Πολ Βόλκερ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οποία οδήγησε σε βαθιά ύφεση.

    Ο κ. Μπερνς δεν είχε άδικο ότι παράγοντες πέρα από τον έλεγχο της Fed μπορούν να συμβάλουν στον πληθωρισμό. Οι πιέσεις από την πλευρά της προσφοράς είναι πράγματι σημαντικές σήμερα - όχι μόνο οι αυξήσεις στις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων που αναφέρθηκαν ήδη, αλλά και περιορισμοί που σχετίζονται με την πανδημία, όπως οι διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Δυστυχώς, η Fed μπορεί να κάνει λίγα για τα προβλήματα αυτά από την πλευρά της προσφοράς.

    Παρόλα αυτά, οι σημερινοί υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής κατανοούν ότι καθώς περιμένουμε να υποχωρήσουν οι περιορισμοί στην προσφορά, κάτι που θα συμβεί τελικά, η Fed μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του πληθωρισμού επιβραδύνοντας την αύξηση της ζήτησης. Αντλώντας διδάγματα από το παρελθόν, καταλαβαίνουν επίσης πως κάνοντας ό,τι χρειάζεται για να τεθεί υπό έλεγχο ο πληθωρισμός, μπορούν να βοηθήσουν την οικονομία και την αγορά εργασίας να αποφύγουν πολύ πιο σοβαρή αστάθεια στο μέλλον.

    Εν ολίγοις, τα διδάγματα που αντλήθηκαν από τον "Μεγάλο Πληθωρισμό”, τόσο από τη Fed όσο και από τους πολιτικούς ηγέτες, καθιστούν εξαιρετικά απίθανη την επανάληψη αυτής της εμπειρίας. Η Fed αναγνωρίζει σήμερα ότι πρέπει να αναλάβει τον ηγετικό ρόλο στον να ελεγχθεί ο πληθωρισμός και διαθέτει τα εργαλεία και επαρκή πολιτική ανεξαρτησία για να το κάνει. Έπειτα από μια καθυστέρηση που προκλήθηκε από λανθασμένη διάγνωση για την οικονομία το 2021, η Fed στράφηκε καταλλήλως σε σύσφιξη νομισματικής πολιτικής, τερματίζοντας τις αγορές ομολόγων της εποχής της πανδημίας, ανακοινώνοντας σχέδια για συρρίκνωση του ισολογισμού της και αυξάνοντας τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια.

    Οι αγορές και ο κόσμος φαίνεται να κατανοούν πώς έχει αλλάξει η προσέγγιση της Fed από την προηγούμενη εποχή που περιέγραψα. Παρόλο που η Fed έχει αυξήσει τα επιτόκια τρεις φορές φέτος οι χρηματοοικονομικές συνθήκες έχουν ήδη περιοριστεί σημαντικά (για παράδειγμα τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων αυξήθηκαν κατά περισσότερο από δύο ποσοστιαίες μονάδες το περασμένο έτος) καθώς οι αγορές αναμένουν ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα επιμείνουν στην εκστρατεία τους κατά του πληθωρισμού. Και ενώ οι δείκτες της αγοράς και οι έρευνες καταναλωτών αποκαλύπτουν ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει υψηλός τα επόμενα ένα ή δύο έτη, ως επί το πλείστον, υποδηλώνουν διαρκή εμπιστοσύνη στο ότι μακροπρόθεσμα η Fed θα είναι σε θέση να μειώσει τον πληθωρισμό κοντά στο στόχο της για 2%.

    Η εμπιστοσύνη αυτή με τη σειρά της καθιστά το έργο της Fed πιο εύκολο, περιορίζοντας τον κίνδυνο μιας "πληθωριστικής ψυχολογίας”, όπως το είχε θέσει κάποτε ο κ. Μπερνς, από την πλευρά του κόσμου. Από την "κατάκτηση” του πληθωρισμού από τον κ. Βόλκερ στη δεκαετία του 1980 και μετά, οι πληθωριστικές εκρήξεις έχουν την τάση να εξαφανίζονται πιο γρήγορα και με λιγότερη ανάγκη για περιοριστική νομισματική πολιτική από ό,τι σε παλαιότερες περιπτώσεις.

    Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η δουλειά της Fed θα είναι εύκολη. Ο βαθμός στον οποίο η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να συσφίξει τη νομισματική πολιτική για να ελέγξει τον υψηλό μας πληθωρισμό, και ο σχετικός κίνδυνος οικονομικής επιβράδυνσης ή ύφεσης, εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες. Πόσο γρήγορα θα υποχωρήσουν τα προβλήματα από την πλευρά της προσφοράς (υψηλές τιμές πετρελαίου, επιπλοκές της εφοδιαστικής αλυσίδας), πώς θα αντιδράσουν οι συνολικές δαπάνες στις αυστηρότερες χρηματοοικονομικές συνθήκες που διαμορφώνει η Fed και κατά πόσο η Fed θα διατηρήσει την αξιοπιστία της ως μαχητής του πληθωρισμού, ακόμη και αν ο πληθωρισμός αργεί να υποχωρήσει.

    Από όλα αυτά, όπως μας διδάσκει η ιστορία, το τελευταίο ίσως να είναι το πιο σημαντικό. Ο πληθωρισμός δεν θα αυτο-διαιωνίζεται, με τις αυξήσεις των τιμών να οδηγούν σε αυξήσεις μισθών που θα οδηγούν σε αυξήσεις τιμών, εάν οι πολίτες είναι βέβαιοι ότι η Fed θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να μειώσει τον πληθωρισμό με την πάροδο του χρόνου.

    Η μεγαλύτερη ανεξαρτησία πολιτικής της Fed, η προθυμία της να αναλάβει την ευθύνη για τον πληθωρισμό και το ιστορικό της με τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τον "Μεγάλο Πληθωρισμό”, καθιστούν τη σημερινή Fed πολύ πιο αξιόπιστη απέναντι στον πληθωρισμό από την αντίστοιχή της στις δεκαετίες του '60 και του '70. Η αξιοπιστία της Fed θα βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι ο "Μεγάλος Πληθωρισμός” δεν θα επαναληφθεί και ο κ. Πάουελ και οι συνάδελφοί του θα θέσουν σε υψηλή προτεραιότητα το να διατηρήσουν την αξιοπιστία αυτή ανέπαφη.

    * Ο Βen S. Bernanke ήταν πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας από το 2006 έως το 2014, και είναι ο συγγραφέας του βιβλίου "21st Century Monetary Policy: The Federal Reserve From the Great Inflation to Covid-19”.

    © 2022 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ