Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 21-Μαϊ-2022 08:47

    Αναδιάταξη ή χάος και διαίρεση στην παγκόσμια τάξη;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Νικήτα Σίμου 

    Οι Παγκόσμιες επιπτώσεις     

    Αν και ο Ρωσο-Ουκρανικός πόλεμος που διεξάγεται αυτές τις μέρες, μπορεί γεωγραφικά να θεωρηθεί ότι είναι μια ευρωπαϊκή κρίση, έχει και θα συνεχίσει να έχει μεγάλες παγκόσμιες επιπτώσεις. Φυσικά τα μεγαλύτερα κόστη του πολέμου βαρύνουν την Ουκρανία και τη Ρωσία. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι το Ουκρανικό ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 45%, ενώ το Ρωσικό κατά 11%, μέσα στο 2022. Αλλά ο αρνητικός αντίκτυπος του πολέμου απειλεί την ανάκαμψη μετά την πανδημία και της παγκόσμιας οικονομίας. Το ΔΝΤ έχει μειώσει τις προβλέψεις ανάπτυξης  για φέτος σε 143 χώρες, οι οποίες καλύπτουν το 86% του παγκόσμιου ΑΕΠ, με παραπέρα μείωση και κατά το 2023. Η δραστική αύξηση των τιμών των υδρογονανθράκων, των σιτηρών, των τροφίμων και των λιπασμάτων σε συνδυασμό με την αναδιοργάνωση των διεθνών μεταφορών και των αλυσίδων τροφοδοσίας καθώς και τους τραπεζικούς περιορισμούς εκτιμάται ότι θα κοστίσουν παγκόσμια $1 τρισ., το 2022, ενώ σε μεγάλη έκταση είναι απρόβλεπτες οι κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνέπειες σε ομάδες κρατών σε διαφορετικές περιοχές. Π.χ Οι συνδυασμένες εξαγωγές σιταριού Ρωσίας και Ουκρανίας αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το μισό των εισαγωγών 36 χωρών. Δεδομένου ότι οι τιμές του σιταριού είναι στενά συνδεδεμένες με τις τιμές του καλαμποκιού, του ρυζιού κ.ά. δεν προκαλεί έκπληξη ότι μαζί με την επίπτωση του κόστους ενέργειας οι τιμές των τροφίμων, μετά την αδυναμία εξαγωγών, αυξήθηκαν τουλάχιστον 30% τον Μάρτιο σε ετήσια βάση. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λιπάσματα, όπου οι συνδυασμένες εξαγωγές Ρωσίας και Ουκρανίας καλύπτουν το 20% περίπου των παγκοσμίων εξαγωγών, ενώ τώρα έχουν μειωθεί έντονα. Εύκολα γίνεται αντιληπτή η δραματική επίπτωση αυτών των εξελίξεων,  στις χώρες της Αφρικής και της Μ. Ανατολής, για τις οποίες υπάρχει ο φόβος λιμού. Συνακόλουθη με τις παραπάνω εξελίξεις είναι και η αύξηση του πληθωρισμού, ο οποίος κατά το 2022 για τις αναπτυγμένες χώρες θα πλησιάσει  το 10% και για τις αναπτυσσόμενες θα κινηθεί σε υψηλά διψήφια ποσοστά. Εάν η πολεμική εμπλοκή Ρωσίας-Ουκρανίας διατηρηθεί για λίγους ακόμη μήνες, η παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, θα αντιμετωπίσει το φάσμα της ύφεσης το 2023.

    Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτή η παγκόσμια επίπτωση του Ρωσο-Ουκρανικού πολέμου και η λειτουργία του ως καταλύτη για αρνητικές μακροοικονομικές τάσεις, οι οποίες προδιαγράφουν έντονες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις.  Οπότε αναδύεται ένα κεντρικό ερώτημα: Ο κόσμος θα επανέλθει στο προηγούμενο σχετικά κανονικό καθεστώς; Ή το διεθνές σύστημα έχει περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή, που σημαίνει ότι η ζωή δεν θα είναι ποτέ όπως ήταν  πριν τον πόλεμο; 

    Έτσι, προβάλει σαν ζητούμενο μια προσέγγιση του πώς μπορούν τα πράγματα να εξελιχθούν και ποιες είναι οι προδιαγραφόμενες προοπτικές για το διεθνές σύστημα και την παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με τις τρέχουσες διαπιστώσεις. 

    Αναδιάταξη δυνάμεων στην Παγκόσμια Τάξη

    Το σενάριο της αναδιάταξης βασίζεται στην παραδοχή ότι Μόσχα και Κίεβο, όπως γενικότερα η Ρωσία και η Δύση μπορεί να φθάσουν σε έναν πολιτικό συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός αυτός προϋποθέτει ότι η Ουκρανία δεν εντάσσεται στη σφαίρα άμεσων συμφερόντων των ΗΠΑ και ότι ο κύριος στρατηγικός αντίπαλος των ΗΠΑ είναι περισσότερο το Πεκίνο παρά η Μόσχα. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του σεναρίου η χρονική επιμήκυνση των συγκρούσεων μπορεί να δώσει στη Δύση κάποια τακτικά πλεονεκτήματα, αλλά με ανεπιθύμητες συνέπειες όπως η καταστροφή της κοινωνικής και οικονομικής υποδομής της Ουκρανίας, η παραπέρα ριζοσπαστικοποίηση της χώρας, κ.α. Στην περίπτωση αυτή δεν πρέπει να υποτιμάται η αποφασιστικότητα της Ρωσίας  να επιτύχει μια νίκη με κάθε κόστος. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο το Κίεβο και η Δύση θα αναγνώριζαν την (de facto) πολιτική κατάσταση της Κριμαίας και του Ντόνμπας, με τη δυνατότητα μελλοντικών δημοψηφισμάτων για το τελικό καθεστώς των εδαφών αυτών. H Ουκρανία θα διαβεβαίωνε ότι δεν επιθυμεί εισδοχή στο ΝΑΤΟ, με την παροχή διεθνών εγγυήσεων ασφάλειας της. Η Ουκρανική κοινωνία μάλλον θα δεχόταν την ουδετερότητα της χώρας, εφόσον θα υπήρχε πολιτική συνεργασία με τη Δύση και μεσοπρόθεσμες προοπτικές ειδικής σχέσης με την ΕΕ, η οποία με αναβαθμισμένη διεθνή παρουσία, μετά τις προσπάθειές της για ειρήνευση,  θα έπαιζε ένα ειδικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της Ουκρανίας. 

    Το σενάριο αυτό συνεπάγεται επίσης ρυθμίσεις για το στρατιωτικό δυναμικό της Ουκρανίας και των συνόρων της με τη Ρωσία, ενώ  από την άλλη πλευρά οι ΗΠΑ και η ΕΕ θα προχωρούσαν σε μερική κατάργηση των κυρώσεων κατά της Μόσχας, με την οποία θα αναλαμβανόταν ίσως κάποια κοινή πρωτοβουλία για την ανοικοδόμηση του Ντόνμπας.

    Είναι πιθανότατο στο σενάριο αυτό να υπάρξει και διεθνής έρευνα για εγκλήματα πολέμου, όχι απαραίτητα με αντιρωσικό χαρακτήρα, ενώ δεν υπάρχουν κατηγορίες για τη ρωσική ηγεσία. Είναι σημαντικό να εκτιμηθεί αν με τη λήξη του πολέμου θα υπήρχε κάποια χαλάρωση των σχέσεων ΗΠΑ και ΕΕ, την οποία αναλυτές τοποθετούν στο δεύτερο ήμισυ της διοίκησης Μπάϊντεν. 

    Η Ρωσία δεν θα παραμείνει απομονωμένη για πολύ. Σταδιακά θα επιστρέψει σε διεθνή φόρα και οργανισμούς, ενώ είναι ενδεχόμενο να επανεξετασθεί το θέμα του βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως κι ο αριθμός των μονίμων μελών του συμβουλίου. Η Ρωσία θα επιστρέψει στη διεθνή σκηνή κυρίως με τη συνεργασία της με τα μη-φιλελεύθερα Ευρασιατικά καθεστώτα, τα οποία αναβαθμίζονται ως διεθνείς παίκτες λόγω των φυσικών πόρων τους.

    Είναι βέβαιο ότι τα μεγάλα κόστη του πολέμου θα μειώσουν μακροχρόνια τη δυνατότητα διεθνούς επιρροής από τη Μόσχα και η ιδέα ενός "τρίτου πόλου" (με τις ΗΠΑ και την Κίνα) θα εγκαταλειφθεί, ενώ η εξάρτησή της από την Κίνα θα αυξηθεί.  Όσον αφορά την εσωτερική ρωσική πολιτική σκηνή, εκτιμάται ότι θα υπάρξουν Δυτικοί ηγέτες, οι οποίοι δεν θα θεωρούσαν ρεαλιστική μια αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος στη Μόσχα στο ορατό μέλλον και ότι η στρατηγική δημιουργίας μεγάλης πίεσης στα ρωσικά κοινωνικά στρώματα με τις οικονομικές κυρώσεις, θα επανεξετασθεί για άμβλυνσή τους σε κάποια έκταση. Θα υπάρξει ακόμη και κάποιος συμβιβασμός για τον ρόλο του αμερικανικού δολαρίου, ως κύριου αποταμιευτικού νομίσματος, αν και αρκετοί αναλυτές πιστεύουν ότι οι τραπεζικές κυρώσεις θα επιταχύνουν τη συρρίκνωσή του στα διεθνή χρηματοοικονομικά. Στην τρέχουσα περίοδο το δολάριο με αξία αποθεμάτων $12 τρισ. αντιπροσωπεύει το 59% των παγκόσμιων νομισματικών αποθεμάτων. 

    Η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας σταδιακά θα μεταβληθεί υπέρ της δεύτερης κατά τα επόμενα 5-7 χρόνια και η Κίνα θα γίνει η μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική δύναμη. Όμως η κινεζική ηγεσία θα προσπαθήσει να διατηρήσει τις κύριες αρχές του τρέχοντος διεθνούς συστήματος, αποφεύγοντας υψηλούς γεωπολιτικούς κινδύνους. Οι προοπτικές των σχέσεων Ρωσίας -Κίνας θα τείνουν να καθορισθούν από την επιτυχία ή αποτυχία της ρωσικής ηγεσίας να επιτύχει μια βαθιά αναδόμηση της οικονομίας της χώρας της. Κύριο κίνητρο των σχέσεων του Πεκίνου με τους εταίρους του θα παραμείνει η οικονομική ευρωστία και η πολιτική σταθερότητά τους. Είναι πιθανότατο η Δύση να αναζητήσει κάποιο συμβιβασμό με το Ιράν και από ταραξία να το μεταμορφώσει σε υπεύθυνο συμμέτοχο στο νέο πολιτικό σύστημα της Μ. Ανατολής. Το ίδιο θα επιδιώξει και με την Τουρκία, ο ρόλος της οποίας θα είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην περιοχή.

    Το σενάριο της αναδιάταξης  μπορεί να αποδειχτεί περισσότερο σταθερό από τη σημερινή κατάσταση εξαρτώμενο βέβαια από την πορεία του εμπορίου, της οικονομίας, του συναλλάγματος, των εξωτερικών σχέσεων κτλ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξουν κρίσεις, όπως πχ η επανεκλογή Τραμπ, ή ομοϊδεάτη του πολιτικού. Αν τέτοιες κρίσεις ξεπεραστούν, οι διάφοροι συνασπισμοί και συμμαχίες των Ευρασιατικών κρατών, που θα συμπεριλαμβάνουν τη Ρωσία και την Κίνα, θα υπερέχουν σε πόρους των ΗΠΑ, οι οποίες θα πρέπει να διαχειριστούν μια κατάσταση, όπου διεθνώς είναι ενδεχόμενο να μειοψηφούν. Αυτό θα απαιτούσε ανασχεδιασμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και μια νέα κουλτούρα.

    Χάος και Διαίρεση

    Σύμφωνα με το σενάριο αυτό δεν θα υπάρξει ρύθμιση ούτε μεταξύ Κιέβου – Μόσχας, ούτε μεταξύ Δύσης και Ρωσίας για λήξη του πολέμου, ενώ ρωσικός στρατός δεν θα υποχωρήσει από τις περιοχές που κατέχει και θα γίνουν προσπάθειες δημιουργίας και άλλων "λαϊκών δημοκρατιών", όμοιων με του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ. Σε απάντηση η δυτική πολεμική βοήθεια προς την Ουκρανία θα ενταθεί, όπως και οι συγκρούσεις, χωρίς άμεση εμπλοκή Νατοϊκών κρατών, με το ενδεχόμενο να υπάρχουν εύθραυστες ανακωχές μεταξύ των εμπολέμων, ενώ οι δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας θα αυξηθούν. Οι δυνατότητες ανοικοδόμησης του Ντόνμπας θα μετατεθούν αόριστα στο μέλλον, καθώς τα κόστη του πολέμου για τη Ρωσία θα είναι δυσβάστακτα, προσθέτοντας ένα ερωτηματικό για την κοινωνικο-οικονομική και πολιτική σταθερότητα της χώρας.

    Ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα είναι η προοδευτική διεθνοποίηση της κρίσης με τη συμμετοχή και άλλων κρατών τα οποία θα συνασπισθούν με τους εμπολέμους. Ο κίνδυνος είναι η Ουκρανία να γίνει το σημείο μιας χρόνιας σύγκρουσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΕ θα είναι λιγότερο πρόθυμη να υποστηρίξει τo Κίεβο, με αποτέλεσμα την απογοήτευση της ουκρανικής κοινωνίας, γεγονός το οποίο θα καταστήσει δημοφιλέστερο τον ριζοσπαστικό εθνικισμό στη χώρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στην περίπτωση ρωσικής νίκης, είναι ενδεχόμενο η δυτική ενότητα να δοκιμασθεί σκληρά, με το σκεπτικό ότι η διοίκηση Μπάιντεν δεν επέτυχε να τελειώσει τον πόλεμο με όρους αποδεκτούς από τα δυτικά κράτη, τα οποία θα πρέπει πλέον να εντείνουν τον εξοπλισμό τους και να υιοθετήσουν επιθετικότερη εξωτερική πολιτική. Είναι πιθανότατο σε ένα τέτοιο πλαίσιο να αναπτυχθούν "φυγόκεντρες" τάσεις και να βρουν έδαφος οι αντιθέσεις μεταξύ βόρειων και νότιων Ευρωπαίων, παλαιών και νέων μελών κτλ., οι οποίες θα απειλήσουν την ενότητα του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. 

    Η διεθνής επιρροή της Κίνας θα αυξηθεί, με επιβολή της κηδεμονίας της και στη Ρωσία, ενώ είναι ενδεχόμενο να υιοθετήσει μια επιθετικότερη τακτική απέναντι στην Ταϊβάν.  Στην περίπτωση αυτή θα ήταν ενδεχόμενη η εμπλοκή των ΗΠΑ με συνέπειες πολύ καταστροφικότερες από αυτές του Ρωσο-Ουκρανικού πολέμου. 

    Γενικότερα, η αποδυνάμωση των διεθνών οργανισμών είναι δυνατόν να επιταχυνθεί και ο κόσμος να κατατμηθεί, με αποτέλεσμα έντονες τοπικές κρίσεις. Σε μία τέτοια κατάσταση θα υπάρξουν μεσαίες δυνάμεις, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, οι οποίες θα προσπαθήσουν να διατηρήσουν το status quo, ενώ άλλες (Ιράν, Τουρκία) θα προωθούν μια αναθεωρητική ατζέντα. Η παγκοσμιοποίηση ως ένα αναπτυξιακό κοινωνικό φαινόμενο θα εγκαταλειφθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και διαστάσεις του όπως το διεθνές εμπόριο και οι άμεσες επενδύσεις θα μείνουν στάσιμες με τάση να μειωθούν.

    Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι αν υπάρξει μετάβαση σε μια νέα παγκόσμια τάξη μέσα από την κατάρρευση του τωρινού συστήματος, το χάος το οποίο θα επικρατούσε θα διαρκούσε για δεκάδες χρόνια. Εκείνο το οποίο προβάλλει επιτακτικά είναι ο Ρωσο-Ουκρανικός πόλεμος να τελειώσει το συντομότερο και στο σημείο αυτό ευχόμαστε η Ρωσική ηγεσία να αναλάβει τις ευθύνες της με την κατανόηση της Δύσης.          

    * Ο κ. Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός αναλυτής                   
                                                               

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ