Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 15-Οκτ-2021 00:14

    Τι πιστεύουμε για τους θεσμούς μας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Πράκτορας των Μυστικών Υπηρεσιών καθαρίζει την προεδρική λιµουζίνα στις 20 Ιανουαρίου, ηµέρα ορκωµοσίας του προέδρου Μπάιντεν.
    (Rod Lamkey/Agence France-Presse, Via Pool/Afp Via Getty Images)

     

    Oι θεσµοί είναι κοινώς αποδεκτές µυθοπλασίες που εξαρτώνται από τη συλλογική αναστολή της δυσπιστίας µας προκειµένου να διαµορφώσουν τη δοµή της σύγχρονης ζωής. Το κοινωνικό σύνολο συµφωνεί ότι κάποια τυπωµένα χαρτιά έχουν αξία – αυτό το αφήγηµα µας γλιτώνει από τους "µπελάδες" της ανταλλαγής. Οι περισσότεροι εκχωρούµε την εξουσία στην κυβέρνηση και συµµορφωνόµαστε µε το αξίωµα ότι ο νικητής των εκλογών διαθέτει την απαραίτητη νοµιµοποίηση – κι έτσι αποφεύγουµε τον θάνατο, την αναταραχή και τον όλεθρο που επιφέρουν οι ένοπλες συγκρούσεις. Κάθε χρόνο, µία συγκεκριµένη ηµέρα, ένα µέρος της υφηλίου συντονίζει τα ρολόγια του για να προσποιηθεί ότι η αυγή ξηµερώνει µία ώρα νωρίτερα από ό,τι χθες – το φαινόµενο αυτό γίνεται πραγµατικότητα απλώς γιατί είµαστε αρκετοί που το πιστεύουµε.

    Οι προαναφερθέντες, µα και άλλοι, θεσµοί –επίσηµοι οργανισµοί, διαδικασίες και διεργασίες, πρότυπα συµπεριφοράς και άγραφοι κοινωνικοί κανόνες– "νοικοκυρεύουν" και τυποποιούν τον βίο, επιτρέποντας στους ανθρώπους να συνεργάζονται σε µακροσκοπικό επίπεδο. Μπορεί η ιδιότητά µας να πιστεύουµε σε κοινώς αποδεκτές µυθοπλασίες να έχει κάποια πλεονεκτήµατα, εντούτοις η υπερβολική πίστη µπορεί να αποδειχθεί προβληµατική. Η αφοσίωση ενδέχεται να εξελιχθεί σε αδιαµφισβήτητη υποταγή, καθώς προσκολλόµαστε εµµονικά στη συµβολική αίσθηση που αποπνέουν οι θεσµοί µε τον καιρό. Παρόλο που µια τοµή στην πίστη µπορεί να µας ταρακουνήσει και να µας ξεβολέψει, το γεγονός ότι απειλεί µια τόσο βαθιά ριζωµένη τάξη πραγµάτων, ώστε να τη θεωρούµε δεδοµένη, µάλλον αποτελεί ένδειξη ότι οφείλουµε να αµφισβητήσουµε αυτά τα συστήµατα. Η απώλεια της πίστης είναι σηµάδι: ας σταθούµε και ας κάνουµε ένα βήµα πίσω για να εξετάσουµε προσεκτικά αυτό που πιστεύουµε. Υποστηρίζουµε έναν θεσµό επειδή θεωρούµε ότι εξυπηρετεί µια νόµιµη λειτουργία; Ή επιδεικνύουµε σεβασµό σε µια προβληµατική παράδοση απλώς και µόνο επειδή είναι παράδοση;

    Ως συγγραφέας έργων επιστηµονικής φαντασίας, κοµµάτι της δουλειάς µου είναι να επαναπροσδιορίζω τους θεσµούς για τους µελλοντικούς κόσµους που δηµιουργώ. Έτσι, αφαιρώντας τη "φλούδα" της βεβαιότητας και της ευλάβειας, εντοπίζω τι υποτίθεται ότι κάνουν οι θεσµοί βάσει των οποίων ζούµε και πώς θα µπορούσαν να το κάνουν διαφορετικά.

    Οι θεσµοί ξεκινούν ως νέες ιδέες, συχνά αµφιλεγόµενες, στις οποίες δεν πιστεύουν όλοι. Αν έχουν αρκετούς οπαδούς, εφαρµόζονται στην πράξη. Αν o θεσµός λειτουργήσει, τότε πολύ περισσότεροι άνθρωποι θα αρχίσουν να πιστεύουν σε αυτόν και να συµπεριφέρονται αναλόγως. Κάποια στιγµή ο θεσµός γίνεται "πραγµατικός" µε µια de facto έννοια: "έτσι γίνονται τα πράγµατα". Καλώς εχόντων, η καθιέρωση αυτού του θεσµού βελτιώνει τη ζωή της πλειονότητας, ωστόσο ενέχει και έναν βαθµό αδράνειας. Κάποτε ο θεσµός εισέρχεται στο πεδίο της νοµιµότητας. Από το "έτσι γίνονται τα πράγµατα", περνά στο "έτσι πρέπει να γίνονται τα πράγµατα". Μερικοί θεσµοί αποκτούν ακόµα πιο µεγάλη δύναµη, καθώς ενδύονται ένα φωτοστέφανο συµβολικής αξίας δυσανάλογης σε σχέση µε την πραγµατική τους λειτουργία. Ο αθλητισµός βρίθει διοργανώσεων µε µεγάλο ανταγωνισµό, αλλά οι Ολυµπιακοί Αγώνες είναι κάτι διαφορετικό. Η πολιτισµική τους επιρροή –δοµηµένη πάνω σε µια αρχαία παράδοση που ελάχιστη οµοιότητα έχει µε τους σύγχρονους Ολυµπιακούς, συνδεδεµένη µε το εθνικιστικό ιδεολόγηµα και "παραφουσκωµένη" επιµελώς από τα τηλεοπτικά δίκτυα που µεταδίδουν τους αγώνες– υπερβαίνει κατά πολύ το αθλητικό επίπεδο.

    Όταν όµως το συµβολικό νόηµα κάποιου πράγµατος δεν µπορεί να µετρηθεί ή να οριστεί και αποσυνδέεται από τον αρχικό του σκοπό, τότε η πίστη µας στους θεσµούς µετατρέπεται σε κάτι που πλησιάζει την "αµετάκλητη υποταγή". Εξού και οι πόλεις εµφανίζονται πρόθυµες να επενδύσουν τεράστια ποσά προκειµένου να φιλοξενήσουν τους Ολυµπιακούς Αγώνες, ακόµα και όταν οι επενδύσεις αυτές είναι αφενός ηθικά αµφιλεγόµενες και αφετέρου απίθανο να αποβούν κερδοφόρες. Όταν παύουµε να ασκούµε κριτική στους θεσµούς µας, τότε ανοίγει ο δρόµος στην κακοδιαχείριση, στην ιδιοποίηση, ακόµα και στη διαφθορά. Σκεφτείτε τον θεσµό της προεδρίας στις ΗΠΑ. Ξεκίνησε ως µια νέα ιδέα: µια µορφή ηγεσίας που δεν ήταν µοναρχία. Δεν πίστευαν όλοι ότι θα λειτουργούσε – πολλοί φοβούνταν ότι από αιρετό αξίωµα θα µετατρεπόταν εντέλει σε ένα είδος µοναρχίας, ουσιαστικά σε αυτό το οποίο επρόκειτο να αντικαταστήσει.

    Ωστόσο, ο Τζορτζ Ουάσινγκτον απέρριψε µια τρίτη θητεία, και η εκκολαπτόµενη αµερικανική δηµοκρατία παρέµεινε ανεξάρτητη και συνέχισε να εκλέγει ηγέτες. Σε αυτό ακριβώς το σηµείο "γεννήθηκε" η προεδρία – το να µην πιστεύει κάποιος σε αυτήν θα ήταν παράλογο. Και τότε άρχισε κάτι µαγικό. Έπειτα από πολλές γενιές, οµιλίες, προεκλογικές εκστρατείες, επίσηµα πορτρέτα, βιβλία ιστορίας, αγιογραφίες και πολιτικές καρικατούρες, η προεδρία αναδείχθηκε σε κάτι µεγαλύτερο από την ίδια τη λειτουργία της ή τον κάτοχό της. Έφτασε να ενσαρκώνει την ολοένα και µεγαλύτερη επιρροή της χώρας – ο πρόεδρος άρχισε να αποκαλείται "πλανητάρχης [sic, όχι πραγµατικά]". Η προεδρία "δανείστηκε" πτυχές τόσο της δηµοκρατίας όσο και της αξιοκρατίας, µε αποτέλεσµα η φράση "εσύ θα γίνεις πρόεδρος µια µέρα" να σηµαίνει πως καθένας είναι ικανός να πετύχει οτιδήποτε. 

    Σήµερα πίστη στην προεδρία δεν σηµαίνει να πιστεύεις ότι η ιδέα αυτή θα λειτουργήσει ή ότι το αξίωµα υπάρχει. Αντίθετα, η έννοια της προεδρίας περικλείει ένα ασαφές και ετερόκλητο σύνολο συνειρµών, που προέρχονται από µαθήµατα Ιστορίας που µισοθυµόµαστε και εικονογραφηµένα βιβλία, από ειδησεογραφικά µοντάζ και ταινίες του Χόλιγουντ. Ο υπερβολικός συµβολισµός συσκοτίζει πώς πραγµατικά λειτουργεί ο θεσµός. Εδώ και δεκαετίες η κάλυψη από τα ΜΜΕ και ο κυρίαρχος λόγος εστιάζουν στην ιδέα της προεδρίας και όχι στον κρίσιµο, καθηµερινό ρόλο που διαδραµατίζει ο πρόεδρος στο πλαίσιο της κυβέρνησής µας. Οι ψηφοφόροι επιλέγουν πρόεδρο µε βάση το τι νοµίζουν ότι είναι αυτό το αξίωµα, παρά µε το τι πραγµατικά απαιτεί αυτή η δουλειά. Γι’ αυτό και αποµείναµε µε υποψηφίους που θέλουν να γίνουν πρόεδροι ώστε να θεωρούνται ισχυροί και σπουδαίοι, παρά µε υποψηφίους που θέλουν να παράγουν έργο στην κυβέρνηση ώστε να προοδεύσει η χώρα.

    Η µοναρχία είναι ακόµα ένα παράδειγµα. Κάτι που ξεκίνησε ως επικύρωση της στρατιωτικής ισχύος έλαβε υπερβολικές διαστάσεις για να µετατραπεί σε µια παράδοση "ελέω Θεού" και κληρονοµικής αριστοκρατίας, µέχρι που ο συνδυασµός κάκιστων αξιωµατούχων, κατά τόπους παραπόνων και της δυνατότητας να υπάρξει κάτι διαφορετικό κατέστησαν αφόρητο τον θεσµό. Και αυτό άνοιξε τον δρόµο να τη διαδεχθεί –σε ορισµένες χώρες– η προεδρία. 

    Αν οι πολιτικοί µας επαινούν τη δηµοκρατία, ενώ ταυτόχρονα ψηφίζουν νοµοσχέδια που παρακωλύουν την εκλογική διαδικασία, τότε δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση που αρχίζουµε να αµφισβητούµε τους πιο κρίσιµους θεσµούς. Παρόλο που κάτι τέτοιο ανοίγει επικίνδυνα τον δρόµο στην απάθεια και στις θεωρίες συνωµοσίας, εντούτοις µας υπενθυµίζει ότι πρέπει να δούµε πέρα από τον λαµπερό διάκοσµο της εξουσίας και της παράδοσης και να διορθώσουµε ό,τι είναι προβληµατικό.

    Η απώλεια της πίστης στους θεσµούς µας είναι ένα σηµάδι ότι, τουλάχιστον, πρέπει να επανεξετάσουµε τις υπερβολές της αφοσίωσής µας – πιθανότατα πρέπει να επανεξετάσουµε τους ίδιους τους θεσµούς. Είµαστε πράγµατι τόσο δηµοκρατικοί όσο ισχυριζόµαστε; Αυτό που αποκαλούµε "δικαστικό σύστηµα" αποδίδει όντως δικαιοσύνη; Το περιβόητο οικονοµικό µας σύστηµα κάνει αυτά που λέει;

    Οι θεσµοί µάς προσφέρουν τη µεγάλη ελπίδα ότι, όταν συνεργαζόµαστε, µπορούµε να δηµιουργήσουµε θεωρητικά συστήµατα που βάζουν σε τάξη και συντονίζουν τις προσπάθειές µας, που ενισχύουν τις δυνατότητές µας και έχουν µεγαλύτερη διάρκεια από τον βιολογικό ορίζοντα των ανθρώπων. Αλλά οι θεσµοί είναι µέσο, όχι σκοπός. Δεν τους οφείλουµε πίστη ή υποταγή. Οι θεσµοί, και οι κοινωνίες που οριοθετούν, είναι δικά µας αγαθά για να τα φτιάξουµε και να τα ξαναφτιάξουµε. Όπως οι συγγραφείς, ελέγχουµε την αφήγηση των θεσµών µας. Με κριτικό πνεύµα, φαντασία και συνεργασία, µπορούµε να τους αλλάξουµε. Η συλλογική µας ευθύνη –απέναντι στους εαυτούς µας και στις µελλοντικές γενιές– είναι να κάνουµε κάθε θεσµό καλύτερο από τον προηγούµενο.

    * Η Malka Older είναι συνεργάτιδα της Σχολής για το Μέλλον της Καινοτοµίας στην Κοινωνία του Arizona State University και συγγραφέας της τριλογίας "The Centenal Cycle".

    ©2021 The New York Times Company and Malka Older

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ