Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 06-Οκτ-2021 00:05

    Τι πιστεύουμε για τον σκεπτικισμό

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Διαδηλωτές κρατούν πανό κοντά στο Κάπιτολ Χιλ, στην Ουάσινγκτον, τον Νοέµβριο του 2020 
    (Odd Andersen/Agence France-Presse - Getty Images)

    Σε δύσκολους καιρούς όπως αυτοί που ζούµε, οι άνθρωποι τείνουν να συγκλίνουν σε σκεπτικιστικά µάντρα: "Έχε ανοιχτό µυαλό", λέµε. "Κράτα αποστάσεις". "Αµφισβήτησε τα ευρέως αποδεκτά". Ακόµα και έντονα διαφωνούντες συνοµιλητές µπορούν να συµφωνήσουν για τη σηµασία του σκεπτικισµού και της αµφιβολίας.

    Όµως πώς ακριβώς λειτουργεί η αµφιβολία;

    Τον 17ο αιώνα ο Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ έγινε διάσηµος διότι µετέτρεψε την αµφιβολία σε µέθοδο καθοδήγησης του νου, σε µέθοδο αµφισβήτησης του εαυτού του. Είναι λιγότερο γνωστό όµως ότι, όταν ο ίδιος προσπάθησε να χρησιµοποιήσει τη δική του µέθοδο, κατέληξε σε αδιέξοδο.

    Ο Ντεκάρτ ξεκινά το "ταξίδι του στην αµφιβολία" αναλογιζόµενος τα προηγούµενα λάθη του: Τον ενοχλεί η ανακάλυψη ότι πάρα πολλές από τις απόψεις που είχε αποδεχθεί άκριτα κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας είχαν αποδειχθεί λανθασµένες. Και εάν κι οι υπόλοιπες απόψεις του ήταν λανθασµένες επίσης; Ο Ντεκάρτ αποφάσισε −µου αρέσει η χρήση του ενεστώτα και, παρότι ξεκίνησα µε παρελθοντικό χρόνο, η εγκατάλειψή του στη συνέχεια γίνεται σχεδόν ακούσια− πως ο ασφαλέστερος δρόµος, όπως γράφει ο ίδιος στο έργο του "Στοχασµοί περί της Πρώτης Φιλοσοφίας", που δηµοσιεύθηκε το 1641, είναι να δεσµευτεί στην "πλήρη αποδόµηση των απόψεών µου", µε στόχο την ανασυγκρότηση του µυαλού του σε νέα σταθερή βάση. Έτσι, κάποια µέρα, όντας µόνος στο δωµάτιό του, ξεκινά να αµφισβητεί οτιδήποτε θεωρεί αληθινό.

    Ωστόσο, διαπιστώνει ότι δεν µπορεί να το κάνει. Γράφει χαρακτηριστικά: "Οι συνηθισµένες απόψεις µου όλο επιστρέφουν, και, παρά τις προσδοκίες µου, αποτυπώνουν τις πεποιθήσεις µου, ωσάν να είναι άρρηκτα δεµένες ως απόρροια της µακρόχρονης επικράτησής τους και του εθιµικού δικαίου". Όπως ανακάλυψε ο Ντεκάρτ, η αµφισβήτηση µιας πεποίθησης δεν είναι κάτι που µπορείς να κάνεις εύκολα.

    Δοκιµάστε το κι εσείς και θα διαπιστώσετε ότι είναι δυσκολότερο από ό,τι φαίνεται. Επιλέξτε µια ευρέως αποδεκτή αλήθεια − όπως ότι το Βερολίνο είναι πόλη της Γερµανίας ή ότι δύο συν δύο κάνουν τέσσερα. Ή επιλέξτε κάποια από τις προσωπικές σας, σταθερές πολιτικές πεποιθήσεις − όπως ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωµα στην υγεία ή ότι ο έλεγχος της οπλοκατοχής καταπατά την προσωπική ελευθερία. Ή επιλέξτε µια πεποίθηση για την οποία ήδη έχετε αµφιβολίες, αν και σε αυτή την περίπτωση η αµφισβήτηση θα προκαλέσει περισσότερη αβεβαιότητα από αυτήν που ήδη έχετε. Μόλις κάνετε την επιλογή σας, προχωρήστε, κάντε το µεγάλο βήµα. Αρχίστε να αµφισβητείτε την πεποίθησή σας.

    Προσωπικά, το προσπάθησα πολλές φορές. Χωρίς αποτέλεσµα. Λέω στον εαυτό µου: "Θα αµφισβητήσω αυτό που πιστεύω", "Αναθεωρώ την κρίση µου", "Εφεξής δεν θα υποθέτω ότι αυτό είναι αλήθεια". Όµως οι δηλώσεις µου είναι όπως όταν στα όνειρά µας προσπαθούµε να πείσουµε τον εαυτό µας ότι στην πραγµατικότητα δεν ονειρευόµαστε. 

    Ενδεχοµένως να πιστεύετε ότι εσείς είστε διαφορετικοί. Ενδεχοµένως να ξεκινήσατε µόλις τώρα την αµφισβήτηση και να έχετε πειστεί ότι επιτυχηµένα αµφισβητείτε κάτι στο οποίο πιστεύατε µέχρι πρότινος.

    Μην προτρέχετε. Αργά ή γρήγορα θα δείτε τον εαυτό σας να δείχνει το Βερολίνο στον χάρτη, ή θα τσεκάρετε εάν πήρατε τα σωστά ρέστα στο ταµείο, ή θα ασχολείστε µε κάποιο project που θα αφορά την υγειονοµική περίθαλψη ή την οπλοκατοχή.

    Και όταν συµβεί αυτό −όταν αποκαλυφθούν οι πεποιθήσεις σας, όταν θα συµπεριφέρεστε και πάλι όπως ακριβώς πριν ξεκινήσετε την αµφισβήτησή σας−, θα καταλήξετε στο ίδιο συµπέρασµα µε τον Ντεκάρτ: Η όλη αµφισβήτησή σας ήταν απλώς θέατρο. Απλώς υποκρινόσασταν. Αντιµετωπίζοντας το ίδιο πρόβληµα εκείνη την εποχή, ο Ντεκάρτ, µάλλον γοητευµένος, αποφάσισε να προσπαθήσει περισσότερο. Στους "Στοχασµούς" του γράφει: "Νοµίζω ότι θα ήταν καλό να στρέψω τη θέλησή µου προς στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση και να εξαπατήσω τον εαυτό µου, να προσποιηθώ για λίγο ότι αυτές οι πρώτες µου πεποιθήσεις είναι εντελώς λανθασµένες και φανταστικές". Ο Ντεκάρτ αναγκάζει τον εαυτό του να φανταστεί ότι ένας "κακόβουλος δαίµονας" ελέγχει το µυαλό του και ότι όλες οι βασικές αλήθειες του, για τον εαυτό του και τον κόσµο, είναι απλώς αυταπάτες, δηµιουργήµατα αυτού του κακού δαίµονα. "Θα υποθέσω ότι δεν έχω χέρια ή µάτια, ούτε σάρκα, ούτε αίµα, ούτε αισθήσεις", γράφει, "και ότι ψευδώς πιστεύω ότι έχω όλα τα παραπάνω".

    Και πάλι, όµως, η προσπάθειά του δεν έφερε αποτέλεσµα. Στην κρίσιµη στιγµή, η προσποίησή του αποκαλύπτεται, και ο Ντεκάρτ κυλά πίσω στα γνωστά µονοπάτια. Ένα κοµµάτι κεριού που έχει στο δωµάτιο τραβά την προσοχή του και ξεκινά να το περιγράφει: "Μόλις βγήκε από την κηρήθρα• έχει ακόµη λίγη από τη γεύση του µελιού• διατηρεί λίγη από τη µυρωδιά των λουλουδιών από τα οποία προήλθε". 

    Υπό την αυστηρή οπτική της "µεθόδου" του Ντεκάρτ, εκείνος θα έπρεπε να αµφισβητήσει όχι µόνο την ύπαρξη του κεριού, αλλά και των χεριών του µε τα οποία το κρατά και τη µύτη µε την οποία οσφραίνεται τη µυρωδιά του. Αλλά ο Ντεκάρτ διαπιστώνει ότι δεν µπορεί να σταµατήσει να σκέφτεται ότι αυτό που αισθάνεται είναι, στην πραγµατικότητα, όντως υπαρκτό.

    Γεγονός το οποίο οδηγεί σε µια ουσιαστική αλήθεια: Τελικά, κανείς µας δεν µπορεί να αποφασίσει να µην πιστεύει σε αυτό που του φαίνεται αληθινό, όσο δεν µπορεί να αποφασίσει πώς µυρίζει το κερί.

    Ο Ντεκάρτ διηγείται την ιστορία της "πνευµατικής του ανάπτυξης" δύο φορές. Η εκδοχή που περιλαµβάνεται στους "Στοχασµούς" προτιµάται δικαίως από τους φιλοσόφους για το µεγαλύτερο βάθος της επιχειρηµατολογίας του. Αλλά η εκδοχή στο έργο του "Λόγος περί της µεθόδου", που δηµοσιεύθηκε το 1637, περιλαµβάνει µια σηµαντική παραδοχή σχετικά µε ορισµένες πηγές αυτών των επιχειρηµάτων: 

    "Αποφάσισα, όσον αφορά τις υπόλοιπες απόψεις µου, ότι θα µπορούσα ελεύθερα να επιχειρήσω να απαλλαγώ από αυτές. Και βλέποντας ότι περίµενα πως θα µπορούσα να επιτύχω τον στόχο µου καλύτερα από κοινού µε άλλους από ό,τι µένοντας κλεισµένος στο δωµάτιο όπου είχα κάνει όλες αυτές τις σκέψεις, ξεκίνησα και πάλι τα ταξίδια µου πριν τελειώσει ο χειµώνας".

    Το να πιστεύεις ότι έχεις δίκιο για κάτι δεν αποτελεί σηµάδι έπαρσης − αλλά σηµάδι ότι σκέφτεσαι. Το να αλλάξεις άποψη δεν είναι δουλειά σου• είναι δουλειά άλλων ανθρώπων, αυτών που διαφωνούν µαζί σου. Κι αυτό γιατί, σε αντίθεση µ’ εσένα, οι άλλοι είναι ελεύθεροι να πιστεύουν ότι κάνεις λάθος. Οµοίως, είναι εντέλει δική σου ευθύνη να αλλάξεις την άποψη άλλων ανθρώπων.
    Σε πολωµένους καιρούς, έχουµε την τάση να εφευρίσκουµε δικαιολογίες για να µην είµαστε "διανοητικοί φύλακες" ο ένας του άλλου. Μια τέτοια δικαιολογία είναι η αλαζονική άποψη ότι αυτοί που διαφωνούν µαζί µας θα µπορούσαν να βγουν από τη δική τους επιστηµοσύνη αν ήταν πιο ταπεινοί, πιο ανοιχτόµυαλοι, πιο πρόθυµοι να απαρνηθούν τις απόψεις τους. Θέλουµε να στείλουµε τους ανθρώπους στο δωµάτιό τους µε µια έντονη συνταγή αµφιβολίας: "Μη βγείτε µέχρι να γυρίσετε τον διακόπτη".

    Αλλά δεν υπάρχει τέτοιος διακόπτης. Και πριν ρίξουµε την ευθύνη στον µύθο, ότι δηλαδή υπάρχει ένας (µύθος) −αυτός της επιστηµονικής αυτάρκειας− στον Ντεκάρτ, πρέπει να επισηµάνουµε ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες ευθύνες τριγύρω: Παρότι µπορεί να έχουµε λάβει πολλά χρήσιµα διδάγµατα από τη µέθοδο της αµφιβολίας του Ντεκάρτ, έχουµε αντλήσει λίγα πολύτιµα µαθήµατα από τη δική του προσπάθεια εφαρµογής αυτής της µεθόδου.

    Η Agnes Callard είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου. Γράφει τη στήλη δηµόσιας φιλοσοφίας στο περιοδικό "The Point".

    ©2021 The New York Times Company and Agnes Callard

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ