Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 29-Σεπ-2021 00:05

    Τι πιστεύουμε για την ταυτότητα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Διαδηλωτές ενώνουν τα χέρια τους κατά τη διάρκεια διαµαρτυρίας του κινήµατος Black Lives Matter στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 2020 (Dylan Martinez/Reuters)

    Ενα από τα περίπλοκα πράγµατα που συνέβησαν στην οικογένειά µου όταν έφτασε στις Ηνωµένες Πολιτείες το 1960 ήταν ότι έπρεπε να αυτοπροσδιοριστεί. Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν η Δοµινικανή Δηµοκρατία. Εξάλλου, τότε δεν υπήρχαν και πολλοί Δοµινικανοί στις ΗΠΑ – η δικτατορία εµπόδιζε τη µετανάστευση. Έτσι, όταν ρωτούσαν την οικογένειά µου από πού είµαστε, δεν µπορούσαµε να πούµε απλώς: "Είµαστε Δοµινικανοί, όπως ο Σάµι Σόσα ή ο Άλεξ Ροντρίγκεζ". Οι συµµαθητές µας συχνά µπέρδευαν τη χώρα µας µε ένα άλλο κράτος της Καραϊβικής: τη Δοµινίκα. "Τυχεράκηδες! Είχαµε πάει για διακοπές εκεί την άνοιξη!". Τουλάχιστον η Δοµινίκα βρισκόταν στο ίδιο νησιωτικό σύµπλεγµα.

    Δεν είχε ακόµη επινοηθεί η υβριδική εθνικότητα (δοµινικανο-αµερικανική, κινεζο-αµερικανική, ακόµα και αφροαµερικανική). Αν έπρεπε να την "τικάρουµε" σε ένα έγγραφο, οι επιλογές που είχαµε (π.χ. νέγρος, εσκιµώος) δεν µας αντιπροσώπευαν. Ήµασταν −γενικώς και αορίστως− "ισπανικής καταγωγής", κάτι καλύτερο από τις υποτιµητικές προσβολές που ακούγαµε εκεί που παίζαµε: "κωλολατίνοι", "βρωµοµετανάστες", "λιγδιάρηδες".

    Γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη, αλλά οι γονείς µου επέστρεψαν στην πατρίδα τους όταν ήµουν ενός µηνός. Μετανάστευσαν ξανά όταν ήµουν 10 ετών. Ήµουν και δεν ήµουν Αµερικανή. Ήµουν και δεν ήµουν µετανάστρια. Εξαρχής, ήταν δύσκολο να ξεκαθαρίσω την ταυτότητά µου. Δεν ήξερα πώς να προσδιορίσω τον εαυτό µου, ήξερα όµως τι µε έκανε να νιώθω άβολα. Στη λαϊκή κουλτούρα υπήρχαν δύο στερεότυπα για τους "ισπανικής καταγωγής": η Miss Chiquita Banana και ο Ρίκι Ρικάρντο. Εκείνη µια σούπερ Λατίνα σεξοβόµβα που διαφήµιζε την πραµάτεια της: τις µπανάνες και τις καµπύλες της. Εκείνος ένας σάχλας που προκαλούσε ηχογραφηµένα γέλια κάθε φορά που άνοιγε το στόµα του. (Περιττό να πω ότι δεν µου άρεσε η ταινία "I Love Lucy".) Δεν µου είχε περάσει ποτέ από το µυαλό ότι ευθυνόµουν για τη διαφορετικότητα και τις "αποχρώσεις" της ταυτότητάς µου. Εγώ καταλάβαινα ότι ήµουν αυτό ή το άλλο. 

    Δεν υπήρχαν λέξεις να φωτίσουν τη µεθόριο, όπου "κρύβονταν" οι εκτοπισµένοι εαυτοί µου, περιµένοντας να ανοίξουν τα σύνορα για να περάσουν µέσα µου. "Στον εαυτό σου να είσαι αληθινός", διαβάζαµε στον Σαίξπηρ. Αυτή η φράση ήταν η µάντρα των χίπηδων φίλων µου. "Αλλά σε ποιον εαυτό;", αναρωτιόµουν. Χωρούσα πολλούς, όπως ο σενιόρ Γουίτµαν. Πώς να το πω; Καλά-καλά δεν µπορούσα ακόµη να συνεννοηθώ στα αγγλικά και έπρεπε να βρω έναν όρο που να µε προσδιορίζει ακριβώς. 

    H λέξη "γυναίκα", που αποτύπωνε µία πτυχή του εαυτού µου, δεν έδινε χώρο στη διαφορετικότητα και στις απρόβλεπτες καταστάσεις που προέκυπταν από το να είµαι "Λατίνα γυναίκα". Τον όρο "διατοµεακότητα" δεν τον χρησιµοποιούσε κανείς, µολονότι ο "τόπος" τον οποίο χαρτογραφεί είναι το µέρος που ζούσα. Μόνο όταν άρχισα να γράφω βρήκα τον χώρο να διερευνήσω και να προσδιορίσω τις λεπτές αποχρώσεις των πολλών εαυτών του εαυτού µου, των ιστοριών που αποτελούν την ιστορία µου.

    Στη δεκαετία του 1980, σαν άλλοι Κολόµβοι που αντίκρισαν την Αµερική, οι εκδότες ανακάλυψαν ξαφνικά τους έθνικ συγγραφείς, αν και οι περισσότεροι έγραφαν από δεκαετίες και τα έργα τους δηµοσιεύονταν σε περιφερειακά περιοδικά και µικρούς εκδοτικούς οίκους. Όµως µαζί µε τις λογοτεχνικές "πράσινες" κάρτες µας ήρθαν και νέες προκλήσεις και θεωρίες για την ταυτότητά µας τις οποίες έπρεπε να αντιµετωπίσουµε. Έπρεπε οι λογοτεχνικοί µου ήρωες να είναι πάντα Λατινοαµερικάνοι; Έπρεπε η πλοκή µου να περιστρέφεται πάντα γύρω από θέµατα που ενδιαφέρουν τους Λατινοαµερικάνους; Γιατί τα περισσότερα από τα βιβλία που µου έστελναν για να γράψω γι’ αυτά ήταν Λατινοαµερικάνων συγγραφέων ή άλλης εθνοτικής οµάδας. ("Θα σας αρέσει", είπαν οι εκδότες.) Όχι πως δεν ήθελα να υποστηρίξω την εθνικότητά µου – απλώς δεν ήθελα να υιοθετήσω τους περιορισµούς που θέτουν οι εικασίες και τα σενάρια των άλλων.

    Να ανήκεις σε µια εθνική "µειονότητα" σηµαίνει να ζεις "µέσα σε" και "µέσα από" τους πολλούς ορισµούς και τα επίπεδα που προσφέρει µια νέα γλώσσα και κουλτούρα

    Διαρκώς, όµως, έµπαινε το ερώτηµα: "Πώς να αυτοαποκαλούµαστε;". Ο όρος "ισπανικής καταγωγής" είχε µετατραπεί σε "ισπανόφωνοι", που στιγµατίστηκε ως αποικιοκρατικός, αφού παρέβλεπε την ιθαγενή και αφρικανική πλευρά του εαυτού µας. Πολλοί από εµάς, νιώθοντας άβολα µε αυτές τις "διαγραφές" του εαυτού µας, περάσαµε στο "Λατίνος/α" (παρόλο που ο όρος αυτός θύµιζε τον µέγιστο αποικιοκράτη: τη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία). Έπειτα, ήρθε το "Λατίν@", µια πιο περιεκτική και ουδέτερη ως προς το φύλο περιγραφή, και πιο πρόσφατα το "Λατινοαµερικανός" (Latinx). Κάθε όρος και µια προσπάθεια να αυτοπροσδιοριστούµε και να διεκδικήσουµε τον έλεγχο της πορείας µας. Κι έτσι, κάνοντας δοκιµές και πολλά λάθη, νιώθοντας εκτεθειµένη αναρίθµητες φορές, προσπάθησα να εξηγήσω τι σηµαίνει να είσαι µια βιωµένη ταυτότητα − όχι µια επιτελεστική ή ετεροπροσδιοριζόµενη ή οικειοποιούµενη ταυτότητα.

    Πρόσφατα, µαζί µε µία άλλη έθνικ συγγραφέα θυµηθήκαµε την ενηλικίωσή µας σε έναν κόσµο πριν από την πολυ-πολιτισµικότητα. "Κι όµως, ακόµη γράφουµε!", καυχήθηκε. Οι ανίκητες. Ήταν µεγάλη παρηγοριά να µιλήσω απελευθερωµένα µε κάποια που συµµεριζόταν τη σύγχυση και την κούραση του ανθρώπου που πέρασε µέσα από τη φωτιά για να βρεθεί σε ένα µέρος που είχε και αυτό τυλιχθεί στις φλόγες.

    Ύστερα διερωτήθηκα: τι σηµαίνει να έχω επιβιώσει από όλες αυτές τις αλλαγές της εποχής και του εαυτού µου; Ποια δοµική αρχή της ύπαρξης είχε περάσει µέσα από τις φλόγες της απόρριψης, της αγνόησης και της ακύρωσης; Καθώς γερνάω, ο "θρίαµβος" που κυνηγώ είναι να διατηρήσω ανέπαφο αυτόν τον πυρήνα. Μια ικανοποίηση που βιώνω µεγαλώνοντας είναι να µου λένε νεότερες Λατίνες ότι τα έργα τα δικά µου και άλλων σύγχρονων Λατινοαµερικάνων συγγραφέων τις βοήθησαν να κατανοήσουν τη ζωή τους σε όλη την πολυπλοκότητα και τη διαφορετικότητά της. Όλοι χρειαζόµασταν λέξεις, ιστορίες και µαρτυρίες. Κατά τη διάρκεια της 50χρονης συγγραφικής και εκδοτικής µου ζωής είδα να καλύπτεται όλο και περισσότερο αυτή µας η ανάγκη. Τα σύνορα έχουν ανοίξει −τουλάχιστον στο χαρτί− για πολλούς από εµάς.
    Μα καθώς µπαίνω στο 71ο έτος του βίου µου, νιώθω ότι η σχέση µου µε τις ταυτότητες για τις οποίες αγωνίστηκα µια ζωή −διαµορφώνοντας και διεκδικώντας− έχει αλλάξει. Πείτε το "γήρας" ή "αποτέλεσµα µακροχρόνιου διαλογισµού", µια διαδικασία κατά την οποία εστίαζα στο πώς να αποδεσµευθώ από το "εγώ" µου και να συµφιλιωθώ µε την ανυπαρξία, πάντως σήµερα αυτό που µε ενδιαφέρει είναι να απαλλαγώ από τους εαυτούς µου και να επιστρέψω στον πυρήνα µου, στη ρίζα.

    Όλο και περισσότερο µε ελκύει η αισθητική των ιαπωνικών χαϊκού, όπου το ξένο και το περιττό απογυµνώνεται, αφήνοντας πίσω κάτι έντονο και απαραίτητο. Θαυµάζω τα σύντοµα, ποιητικά µυθιστορήµατα που κινούνται στην κόψη των λογοτεχνικών ειδών. Συµπάσχω µε φανταστικές συντρόφισσες, ηλικιωµένες, ιδίως ηλικιωµένες Λατίνες, που απεικονίζονται όπως είναι, όχι ως στερεότυπα (η σοφή abuelita (σ.σ.: γιαγιά), η κάποτε όµορφη σενιόρα στο "Φθινόπωρο του πατριάρχη" του Μάρκες, η viuda alegre (σ.σ.: εύθυµη χήρα) µε το κόκκινο καπέλο και το µοβ σάλι, η γκρινιάρα gruñona − όλες οι ελάσσονες ηρωίδες του µαγικού ρεαλισµού). Πώς να εξηγήσω αυτό το στάδιο του ταξιδιού, πώς να περιγράψω τους εαυτούς που µένουν πίσω, πώς φαίνεται και πώς αισθάνεται η ταυτότητα στην ύστατη φάση της ζωής;

    Ακόµα πρέπει να δοθούν αγώνες. Πρέπει να ζήσουµε τα διάφορα επίπεδα της ταυτότητας. Δεν µπορείς να σβήσεις µια ταυτότητα που ποτέ δεν είχες την ευκαιρία να ζήσεις. Όπως γράφει ο ευγενικός και ευφυέστατος συγγραφέας Όσιαν Βουόνγκ: "Καµιά φορά σε σβήνουν πριν σου δοθεί η ευκαιρία να πεις ποιος είσαι". Πρέπει να γυρίσουµε πίσω και να βοηθήσουµε αυτούς που δεν µπορούν να ξεφύγουν, όπως µας υπενθυµίζει η συγγραφέας Σάντρα Σισνέρος στο τέλος του βιβλίου της "The House on Mango Street". Κανείς δεν µπορεί να γλιτώσει από τη µεταµορφωτική επίδραση της αγάπης. 

    Σε ένα από τα τελευταία του ποιήµατα, µε τίτλο "Τα στρώµατα", ο Στάνλεϊ Κούνιτζ γράφει για τις πολλές ζωές και επίπεδα που έζησε και άφησε πίσω του. Κι όµως, "παραµένει κάποια αρχή / της ύπαρξης, από την οποία παλεύω / να µην ξεφύγω".

    Να ανήκεις σε µια εθνική "µειονότητα" σήµαινε να ζεις "µέσα σε" και "µέσα από" τους πολλούς ορισµούς και τα επίπεδα που προσφέρει µια νέα γλώσσα και κουλτούρα. Πώς µπορούµε να κατανοήσουµε τον πυρήνα του εαυτού µας που επιβιώνει από τα πλήγµατα που δέχεται στην πλήρη έκταση της διαφορετικότητάς του; (Επιτέλους, τώρα που µεγάλωσα, καταλαβαίνω τι εννοούσε η Τόνι Μόρισον όταν δήλωνε προκλητικά ότι δεν έγραφε "για τα µάτια των λευκών", που βασίζεται στην αρχή ότι δεν πρέπει να ζει κάποιος υπό το εκτυφλωτικό φως του ξένου βλέµµατος). 

    Προς το κλείσιµο του ποιήµατος "Τα στρώµατα", µια φωνή κατευθύνει τη γηραιά ποιήτρια, συγκλονισµένη από τα συντρίµµια που αναπόφευκτα αφήνει πίσω της η ζωή, "να ζήσει µες στα στρώµατα, / όχι µέσα στα σκουπίδια". Γιατί να προσκολλόµαστε στα παράπονα, στα σκύβαλα της πίκρας, στις στρεβλώσεις των άλλων, στους περιορισµούς που θέτουν οι µικρόψυχοι εαυτοί; Αντιθέτως, θέλω να ζω µε επίγνωση για όλα τα επίπεδα και να τα εκτιµώ. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει να αποδεχθώ τη διαφορετικότητά µου, να συγχωρήσω τον εαυτό µου, να δω τον εαυτό µου στις σωστές του διαστάσεις, µε χιούµορ, γενναιοδωρία και ανεκτικότητα, και να τα δω όλα αυτά και στους συνανθρώπους µου και στους αγώνες τους, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι και δικοί µου αγώνες.

    Αυτή µου η πίστη ίσως είναι το βασικό αξίωµα που µε καθοδηγεί στη ζωή: όχι για το περιεχόµενό της, ούτε ως δόγµα, αλλά ως τρόπος να υπάρχω στον κόσµο − ζώντας µε καλοσύνη, ευγένεια και διαρκή αγάπη.

    Ακόµη έχω δουλειά να κάνω. Όπως γράφει ο Κούνιτζ στον τελευταίο στίχο του ποιήµατός του: "Δεν έχω τελειώσει µε τις αλλαγές µου". Πρέπει να εξερευνήσουµε και να µιλήσουµε για την ταυτότητα και από αυτό το στάδιο της ζωής. Όπως οι παλαιότερες ιστορίες µας βοήθησαν τις νεότερες Λατινοµερικάνες και άλλους αναγνώστες να κατανοήσουν τον εαυτό τους, έτσι και οι σηµερινές αφηγήσεις των γηραιότερων ίσως τους βοηθήσουν στη µετέπειτα ζωή τους. Τι πάει να πει είσαι γριά για να συµµετέχεις στους αγώνες των "έγχρωµων" κοινοτήτων ή στην τεράστια µάχη −σε επίπεδο ατοµικών δικαιωµάτων− για να σώσουµε τον πλανήτη; Καθώς γερνάω, ίσως να µπορώ να είµαι στην "πρώτη γραµµή" µόνο των αράδων που γράφω.

    Ποιο θα ήταν το ιδανικό τέλος: να εξαφανιστώ, όπως ο Ουόλτ Γουίτµαν, κάτω από τις σόλες των ανθρώπων − να γίνω το έδαφος πάνω στο οποίο θα µπορέσουν να πατήσουν και οι άλλοι.

    Η Julia Alvarez είναι συγγραφέας του µυθιστορήµατος "Afterlife" αλλά και του εικονογραφηµένου παιδικού βιβλίου "Already a Butterfly". Το 2014 τιµήθηκε µε το Εθνικό Μετάλλιο των Τεχνών.

    ©2021 The New York Times Company and Julia Alvarez

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ