Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 20-Μαϊ-2021 01:26

    Το "έξυπνο χρήμα" της Wall Street ικετεύει για… υποδομές

    Το “έξυπνο χρήμα” της Wall Street ικετεύει για… υποδομές
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Το επιβεβαιώνει μια δεύτερη ανάγνωση της συμπεριφοράς των αγορών.

    Αν και είναι δύσκολο να διαπιστωθεί λόγω της πολιτικής μνησικακίας, το "έξυπνο χρήμα” της Wall Street ουσιαστικά ικετεύει για ένα σημαντικό επενδυτικό πρόγραμμα σε υποδομές από το Κογκρέσο, ακόμη μεγαλύτερο από αυτό που προτείνει ο πρόεδρος Μπάιντεν. 

    Όντως, τα ανώτατα στελέχη ορισμένων μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως o Jamie Dimon της JPMorgan Chase, έχουν αρχίσει να "κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου” για αύξηση του πληθωρισμού που προκαλεί η διεύρυνση των κυβερνητικών δαπανών -ιδίως αφού μεγάλο μέρος τους χρηματοδοτείται με χρέος- ενδεχόμενο που είναι ίσως πιο πιθανό από όσο θα ήθελε να παραδεχθεί ο Λευκός Οίκος. Αλλά και οι ίδιες οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι αισιόδοξες.

    Απλώς δείτε τα στοιχεία: η ζήτηση για κρατικά ομόλογα παραμένει πολύ υψηλή, γεγονός που σημαίνει ότι τα επιτόκια βρίσκονται κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό είναι ήπιες. Προς το παρόν, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για υποτίμηση του νομίσματος που φοβούνται τα "γεράκια” του πληθωρισμού. 

    Όπως το έθεσε ο συνάδελφός μου στο Πανεπιστήμιο Cornell, Paul McCulley, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Pimco, "η Wall Street φωνάζει” για περισσότερες δαπάνες. Το Κογκρέσο, ανταποκρινόμενο σε αυτήν την έκκληση, θα μπορούσε να βάλει νερό στο κρασί του όσον αφορά τον προϋπολογισμό.

    Το τι ορίζεται βέβαια ως υποδομές έχει απασχολήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης μέχρι στιγμής. Είναι, όμως, κρίσιμο να διευρύνουμε την έννοια του όρου πέρα από την ανάγκη επισκευής, αντικατάστασης, επέκτασης ή συντήρησης της φυσικής "ραχοκοκαλιάς” του έθνους, μεγάλος μέρος της οποίας δημιουργήθηκε πριν από 60-90 χρόνια και ήδη έχει ξεπεραστεί με βάση τα πρότυπα του 21ου αιώνα.

    Είναι, άλλωστε, τόσο κρίσιμο όσο λέει ο Μπάιντεν -για τους κατασκευαστές αλλά και τους εργαζόμενους- να προχωρήσει η κυβέρνηση σε απευθείας αγορές αγαθών και υπηρεσιών για όσο διάστημα επιθυμεί. 

    Καταργώντας τους γραφειοκρατικούς περιορισμούς στις δημόσιες συμβάσεις που έχουν εξασφαλίσει τα εταιρικά λόμπι, και διευρύνοντάς τις πέρα από τα οκτώ χρόνια που προβλέπει το σχέδιο, ο Μπάιντεν και το Κογκρέσο μπορούν να κάνουν πράξεις τις πρώιμες υποσχέσεις του προέδρου ότι για τα νέα έργα υποδομής θα χρησιμοποιηθούν προϊόντα εγχώριων κατασκευαστών. 

    Εάν η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρόκειται να ανταγωνιστεί άλλες χώρες που έχουν ήδη συμβάλει στη δημιουργία εγχώριων σύγχρονων κλάδων υποδομών, η δέσμευσή της για εγχώριες προμήθειες πρέπει να διευρυνθεί αρκετά ώστε να ενθαρρύνει τις μεγάλες επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό.

    Αυτή η υποτιμημένη δύναμη των ομοσπονδιακών συμβάσεων -της ικανότητας δηλαδή του Δημοσίου να ωθεί καινοτόμες αγορές- μπορεί να είναι ο πιο προσιτός τρόπος για να αντιστραφεί η διάβρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας και να αποκατασταθούν οι καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας της μεσαίας τάξης, κάτι για το οποίο έχει δεσμευθεί ο Μπάιντεν.

    Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέφεραν εδώ και δεκαετίες από τις χαμηλές ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις σε καινοτόμες μονάδες και εξοπλισμό, αλλά και σε δημόσια έργα. Ως αποτέλεσμα, αντί να συμβάλλουν στην εύρεση των αναγκαίων κεφαλαίων για τέτοιες επενδύσεις, οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές έχουν μετατραπεί σε αυτοχαρακτηριζόμενους επενδυτές που ανταλλάσσουν μετοχές εταιρειών μεταξύ τους.

    Αν συνδυάσει κανείς αυτό το γεγονός με την φρενίτιδα για SPACs (σ.σ. εταιρειών ειδικού σκοπού εξαγοράς), blockchain, ψηφιακά έργα τέχνης κ.ά., είναι σαφές ότι μεγάλο μέρος των χρηματιστηριακών συναλλαγών ποντάρει στο να βρεθεί κάποιος πιο ανόητος που θα πληρώσει περισσότερα για κάτι ήδη ακριβοπληρωμένο.

    Αυτό συμβαίνει όταν οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις δεν ανακατευθύνουν το μη αξιοποιήσιμο κεφάλαιο σε επενδύσεις σε παραγωγικούς πόρους. 

    Κάτι που αποτελεί συνάρτηση της επί δύο δεκαετίες συνεχούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου σε όλο και λιγότερα χέρια του ιδιωτικού τομέα. Η αμερικανική κυβέρνηση προσπάθησε για περίπου 40 χρόνια με φορολογικά κίνητρα να ενθαρρύνει τον ιδιωτικό τομέα να επενδύσει στην εγχώρια παραγωγή. Αλλά οι επιχειρηματίες έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει αυτά τα κίνητρα - εν μέρει λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής στο εξωτερικό. Οι επενδύσεις κατευθύνονται σε χώρες με χαλαρά ρυθμιστικά πλαίσια και χαμηλούς μισθούς, ασκώντας πιέσεις και στους μισθούς των Αμερικανών. Το "κινεζικό σοκ”, που πολλοί ακαδημαϊκοί έχουν υπονοήσει ότι τελείωσε, απλώς διευρύνθηκε.

    Όλα αυτά μας γυρίζουν και πάλι στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων -το τμήμα της Wall Street που σχετίζεται περισσότερο με τα δημόσια οικονομικά- το οποίο βραχυπρόθεσμα δείχνει ξεκάθαρα, χάρη στο υπερβολικά χαμηλό κόστος δανεισμού της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ότι υπάρχει άφθονο δημοσιονομικό περιθώριο για να δράσει η κυβέρνηση.

    Παράλληλα, ο πρόεδρος θα πρέπει να πιέσει για την απόσυρση των ΗΠΑ από την Συμφωνία για τις Δημόσιες Συμβάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η οποία σε μεγάλο βαθμό απαγορεύει την εύνοια των εγχώριων παραγωγών.

    Τέτοιες κινήσεις σίγουρα θα αντιμετωπίσουν την αντίσταση των λόμπι. Η απόσυρση θα απαιτούσε σημαντικές νομοθετικές αλλαγές και αυστηρούς κανόνες συμμόρφωσης, καθώς και σταδιακή εφαρμογή, έτσι ώστε οι παραγωγοί των ΗΠΑ να μπορέσουν να απορροφήσουν τις δαπάνες, να αυξήσουν την παραγωγή τους και να προσλάβουν περισσότερους εργαζόμενους με καλούς μισθούς - αποφεύγοντας ταυτόχρονα τα εμπόδια που προκαλούν πληθωρισμό ή εκτεταμένες ελλείψεις προϊόντων.

    Παρά το γενικά υψηλό συγκρίσιμο κόστος εργασίας στην Αμερική, μια διευρυμένη, σύγχρονη παραγωγική βάση θα μπορούσε να κάνει τα προϊόντα μας πιο ανταγωνιστικά τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Υπάρχουν πολλές αγορές εργασίας με υψηλότερους μισθούς στην Ευρώπη και την Ασία που παράγουν προϊόντα περιζήτητα σε όλο τον κόσμο.

    Υπάρχει κι ένας άλλος, πιο επώδυνος τρόπος αποκατάστασης της αμερικανικής ανταγωνιστικότητας. Η τελευταία κυβέρνηση στις ΗΠΑ προσπάθησε να εφαρμόσει το εργαλείο του προστατευτισμού -με δασμούς και συναφείς πολιτικές-, αλλά χωρίς ουσιαστική επιτυχία.

    Τον Μάιο του 1932, όταν και πάλι η οικονομία είχε κλονιστεί, ο αμερικανικός λαός είχε διχαστεί και η δημοκρατία απειλούνταν, ο Φρανκλίνος Ρούσβελτ έκανε έκκληση. "Η χώρα χρειάζεται και, αν δεν κάνω λάθος, απαιτεί τολμηρό, επίμονο πειραματισμό. Η κοινή λογική λέει ότι μια μέθοδος πρέπει να δοκιμαστεί: Εάν αποτύχει, το αποδέχεσαι και δοκιμάζεις μια άλλη”, είχε πει τότε. 

    Σήμερα, είναι εφικτό ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα για την ανοικοδόμηση, την επέκταση και τη συντήρηση των δημόσιων υποδομών. Θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών τις επόμενες δεκαετίες.

    Και το τμήμα της Wall Street που πραγματικά έχει λόγο, περιμένει, ανυπόμονα.

    * O Daniel Alpert είναι επισκέπτης καθηγητής στο Cornell Law School. Είναι επίσης ιδρυτικό μέλος της Westwood Capital και συγγραφέας του βιβλίου: "The Age of Oversupply: Overcoming the Greatest Challenge to the Global Economy.”

    © 2021 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ