Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 13-Μαρ-2021 10:16

    Ως πότε θα ανεχόμαστε τους υποκινητές της βίας και της ανομίας;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Θοδωρή Γιάνναρου

    Στις συζητήσεις που προκάλεσε αυτή την εβδομάδα η  δράση των κιυκουλοφόρων στη Νέα Σμύρνη, με τον βαρύτατο τραυματισμό ενός νεαρού αστυνομικού, έρχεται, επανέρχεται και συνεχίζει να έρχεται το ερώτημα: ώς πότε η Ελληνική Δημοκρατία και η Συντεταγμένη Κοινωνία των Πολιτών  θα ανέχεται τις βίαιες πρακτικές των κουκουλοφόρων, των αναρχο-μπολσεβίκων και των λοιπών εγκληματικών στοιχείων, που καθοδηγούνται από τα υπόγεια γνωστού αριστερόστροφου πολιτικού χώρου, που φημίζεται -χωρίς άλλωστε να το κρύβει, την αγαστή του συνεργασία με την εγχώρια τρομοκρατία και το κίνημα των βίαιων κουκουλοφόρων που αναζητούν το θάνατο σπέρνοντας φόβο και χάος;

    Γιατί δεν θέτει με μια κίνηση νομοθετικού περιεχομένου, όλα αυτά τα κοινωνικά, εξαμβλώματα... πολιτικά και μη...εκτός  νόμου; Δεν έχει πλέον καταστεί σαφές σε όλους πως υποδαυλίζεται η κοινωνική ένταση, όταν το γνωστό ημι-παρακρατικό  "υπόγειο”, που εκμεταλλευόμενο την κόπωση από τα περιοριστικά μέτρα που υπάρχει σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και επιδιώκει να στήσει σκηνικά πολέμου και πλατείες νεοαγανακτισμένων. υποστηρικτών και χούλιγκανς, ώστε κατά κάποιο τρόπο να προσπαθήσει εκ νέου να αποκτήσει λόγο και ρόλο ύπαρξης και να επανέλθει στο προσκήνιο; Η μέθοδος που χρησιμοποιείται είναι η γνωστή: στρώνουν με μαεστρία το έδαφος, για να καλλιεργηθεί κλίμα μίσους και έντασης, κάτι που αποτυπώθηκε καθαρά τόσο στα επεισόδια της Κυριακής στη Νέα Σμύρνη, όσο και σε όσα ακολούθησαν στη συνέχεια, με τα γνωστά αποτελέσματα.

    Δυστυχώς, η ισχύουσα προσπάθεια διαστρέβλωσης και ανατροπής της έννομης τάξης  και η εγκαθίδρυση και παγίωση έκνομων συνθηκών, έχει πάρει εκτός των ηθικών και πολιτικές διαστάσεις. Άραγε, υπάρχει καλή και κακή βία ή μήπως κόκκινη ή κάποιου άλλου χρώματος; Και αν ναι, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να μαθαίναμε, βάσει ποιου κριτηρίου γίνεται η συγκεκριμένη διάκριση από κάποιους επικίνδυνους ανόητους. Ποια είναι η ιδεολογία όσων την υποστηρίζουν, καθώς και εκείνων που βάζουν πλάτη σε εγκληματικές κατά της συντεταγμένης κοινωνίας, ενέργειες; Παίζει μήπως κάποιο συγκεκριμένο ρόλο το εάν αυτή η ιδεολογία που οδηγεί στις έκνομες και βλαπτικές ενέργειες και πράξεις, βλάπτει πολλούς ή λίγους, ή αν τελικά τους βλάπτει σοβαρά ή λιγότερο σοβαρά... ή μήπως θα έπρεπε να εξετάσουμε πιο ενδελεχώς τι κίνητρα μετέρχονται οι συγκεκριμένοι εχθροί της κοινωνίας στυγνοί εγκληματίες και που κατοικοεδρεύουν; Μήπως θα έπρεπε μιας και πλέον είναι γνωστό τοις πάσι, να τους ονοματίσουμε ευθέως και να σημάνουμε την έναρξη "διορθωτικών ενεργειών” και "ολοκληρωμένων λύσεων”, που θα βάλουν ρητό και οριστικό  τέλος στην υφέρπουσα αναρχοαυτόνομη δράση των μουτζαχεντίν του γνωστού συνονθυλεύματος άναρχων συνιστωσών, που πάντα κρύβεται από πίσω; Μήπως θα πρέπει να σταματήσουμε με το μαχαίρι να φθάνει στο κόκκαλο, το εκκολαπτήριο όντων του κοινού ποινικού δικαίου και τρομοκρατών σχετικά με το σχεδιαζόμενο εγχείρημα της κατάλυσης της έννομης τάξης και της άλωσης του κράτους; 

    Κάτω από τις ισχύουσες περιστάσεις και συνθήκες, είναι σχετικά σίγουρο πως η συζήτηση αυτή δεν θα είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Σε ένα κράτος δικαίου, όπως ευτυχώς ακόμη ισχύει στην Ελλάδα, η βία είναι καταδικαστέα, απ’ οπουδήποτε και αν προέρχεται, όποιο χρώμα και αν έχουν οι κυματίζουσες σημαίες όσων την υποστηρίζουν. Η δημοκρατία μας θα αυτοαναιρούνταν, εάν όντως ανέχονταν τέτοιου είδους  μέσα πολιτικής δράσης, εκτός από το δικαίωμα των πολιτών στην ψήφο  και την άσκηση των συνταγματικά και δημοκρατικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, που σε κάθε περίπτωση αναγνωρίζει, κάθε φιλελεύθερη και δημοκρατική έννομη τάξη, καθώς και η συντεταγμένη κοινωνία.  Με άλλα λόγια και με όρους του κοινού ποινικού δικαίου, η "ευγένεια” και η "κατανόηση” των όποιων προθέσεων θα μπορούσε να ληφθεί υπ’ όψιν, όχι βέβαια για να επιτευχθεί ο αποκλεισμός του αδίκου, αλλά το πολύ πολύ ως ελαφρυντική περίπτωση, για την επιμέτρηση της επιβαλλόμενης  ποινής, που όμως θα έπρεπε ίσως να είναι εξοντωτική και ως εκ τούτου αποτρεπτική.

    Γιατί λοιπόν δεν απαγορεύονται κόμματα που όχι μόνο δεν καταδικάζουν τη βία, αλλά τη σχεδιάζουν και την χρησιμοποιούν συστηματικά, ως μέσο πολιτικής δράσης για τη διά της βίας πολιτική τους επιβολή;

    Μετά τις φρικαλεότητες του φασισμού και του μπολσεβικισμού, τα Συντάγματα πολλών δημοκρατικών χωρών προβλέπουν τη δυνατότητα απαγόρευσης "κοινωνικό-ανατρεπτικών” κομμάτων, συνήθως με δικαστικές εγγυήσεις. Γνωστότερα από αυτά είναι το γερμανικό και το ελβετικό. Όπως έχει κριθεί από το Διεθνές Δικαστήριο του Στρασβούργου, όταν η απαγόρευση αυτή μπορεί να θεμελιωθεί σε πράξεις και επίσημες διακηρύξεις και όχι σε μεμονωμένα περιστατικά, δεν αντίκειται, ούτε προσκρούει σε καμία περίπτωση στη Σύμβαση της Ρώμης.

    Εδώ όμως υπάρχει ένα πρόβλημα: Τα κράτη πρέπει να βρουν και να σχεδιάσουν την παρεμπόδιση της ανασύστασης τέτοιου είδους εξαμβλωμάτων  που έχουν απαγορευθεί στο παρελθόν, ώστε να αποτραπεί η πιθανότητα αναποτελεσματικότητας του θεσμού της απαγόρευσης... υπό καθεστώς δημοκρατίας.

    Στην Ελλάδα, το ισχύον Σύνταγμα δεν προβλέπει όμως τη δυνατότητα να απαγορευθεί πολιτικό κόμμα. Δυστυχώς πριν χρόνια δεν ακολουθήθηκε το πρότυπο του άρθρου 21 του γερμανικού Συντάγματος. Με νωπή ακόμη τότε, τη θέση εκτός νόμου του ΚΚΕ για σχεδόν 30 χρόνια, η Νέα Δημοκρατία απέσυρε (1975), σχετική πρόταση που είχε υποβάλει, στη συνταγματική αναθεώρηση, με τον Ανδρέα Παπανδρέου εκείνη την περίοδο, να υποστηρίζει πως...  "αρκεί μόνον ο ποινικός κώδικας”, ενώ από την άλλη, ο Δ. Τσάτσος, ως πρώτος εισηγητής της μειοψηφίας, εγκαλούσε έξαλλος την κυβέρνηση, πως με τη συγκεκριμένη πρόταση καταλύεται το κράτος δικαίου”  και καταργείται η διάκριση "νομιμότητας” και "παρανομίας”. 

    Εκτοτε, επικαλούμενοι το ναυάγιο της ανωτέρω πρότασης, οι συνταγματολόγοι συμφωνούν ότι το ισχύον Σύνταγμα αποκλείει το ενδεχόμενο να απαγορευθεί πολιτικό κόμμα, ακόμη με ειδικό νόμο, διότι πιθανή προσπάθεια απαγόρευσης διά νόμου, βουλευτικού εξαμβλώματος που στρέφεται κατά της έννομης τάξης και της ίδια της δημοκρατίας, θα ήταν αλυσιτελής και έτσι βουλευτές του, ελλείψει ειδικής συνταγματικής διάταξης για την αυτοδίκαιη έκπτωσή τους, δεν θα μπορούσαν να απωλέσουν τη βουλευτική τους ιδιότητα και απροβλημάτιστα θα μπορούσαν να συνεχίσουν το εγκληματικό έργο τους και να επανέλθουν στις επόμενες εκλογές... με άλλα ονόματα στα ψηφοδέλτια.

    Δεν θα μπορούσα να υποστηρίξω την ανωτέρω θέση ηθικά και πολιτικά, αν η έννομη τάξη μας δεν προέβλεπε άλλους τρόπους για την αμείλικτη δίωξη όσων προσφεύγουν συστηματικά σε εγκληματικές ενέργειες και με βάση τις διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου, οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν να διωχθούν για σύσταση "εγκληματικής οργάνωσης”, αφού αποδεδειγμένα όχι μόνον ανέχονται αλλά και επιδιώκουν και σχεδιάζουν απρόκλητες σωματικές βλάβες εις βάρος τρίτων, όπως για παράδειγμα αστυνομικών οργάνων. 

    Ακριβώς έτσι λοιπόν, η θαρραλέα κίνηση της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, σχετικά με τους εγκληματίες της Χρυσής Αυγής, έδειξε ότι ούτε η βουλευτική ιδιότητα μπορεί σήμερα να σταθεί εμπόδιο στην αυστηρή τήρηση και εφαρμογή του νόμου και οι ηγέτες τέτοιου είδους κομμάτων της βίας, ασχέτως αν πρόκειται για ναζιστικά ή για μπολσεβίκικα συνονθυλεύματα και μορφώματα, που σχεδιάζουν έκνομες δραστηριότητες και έκτροπα, αποφεύγοντας όμως να συμμετάσχουν οι ίδιοι σε αυτά, θα μπορούσαν κάλλιστα να διωχθούν ως ηθικοί αυτουργοί και ινστρούκτορες των ταγμάτων εφόδου που καίνε ληστεύουν και δολοφονούν αθώους ανθρώπους (Μαρφίν), ή υποθάλπουν και υπερασπίζονται τρομοκράτες (17Ν, Κουφοντίνας). 

    Σε κάθε περίπτωση, για την αντιμετώπιση της βίας, η συντεταγμένη Πολιτεία έχοντας την κοινωνική αποδοχή της πλειοψηφίας των πολιτών, χρειάζεται να δείξει σθένος και αποφασιστικότητα και να τελειώνει οριστικά με τα κοινοβουλευτικά και μη μορφώματα, που θέτουν σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια τη δομή της κοινωνίας μας.. Εκτός από την κυβέρνηση, την αστυνομία, τους εισαγγελείς και τους δικαστές, χρειάζεται και εμείς, ως συνειδητά ενεργοί πολίτες αυτής της χώρας, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να εκφράσουμε με κάθε τρόπο των αποτροπιασμό και την αντίθεσή μας, απέναντι στον κάθε εγκληματία -όψιμο μπολσεβίκο ή νεοναζί-, διότι η αναβίωση του ακραίου μπολσεβικισμού που απέμεινε στη χώρα μας, μετά τη φυλάκιση του ηγετικού πυρήνα της Χρυσής Αυγής,  είναι ντροπή και για την ιστορία και για τον πολιτισμό μας.

    Σε κάθε περίπτωση,  στο κοντινό μέλλον, το Σύνταγμα της Ελλάδος πρέπει να αλλάξει,  προκειμένου τέτοιου  είδους μορφώματα με κοινοβουλευτικό μανδύα, να μην έχουν θέση ούτε στη ζωή, ούτε στη δημοκρατία μας.

    *Ο κ. Θοδωρής Γιάνναρος είναι Μοριακός Βιολόγος-Γενετιστής

    email: theogiannaros@gmail.comTwitter: @theogiannaros1, FaceBook: Theo Giannaro

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ