Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 11-Μαρ-2021 00:05

    Το "πάρτι" των μοχλευμένων εξαγορών φτάνει στο τέλος του – Καιρός ήταν

    Το 'πάρτι' των μοχλευμένων εξαγορών φτάνει στο τέλος του – Καιρός ήταν
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο William Simon, πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ και ο Ray Chambers, πρώην στέλεχος επενδυτικής στρατηγικής στο Νιου Τζέρσεϋ, έβγαλαν πολλά χρήματα αγοράζοντας την Gibson Greetings, χρησιμοποιώντας ελάχιστα δικά τους χρήματα και στη συνέχεια πωλώντας την. Καθένας τους αποκόμισε 70 εκατ. δολ. από μια αρχική επένδυση 330.000. Από τότε, η αλχημεία των μοχλευμένων εξαγορών υπήρξε εκθαμβωτική.

    Όσοι ασκούν τη συγκεκριμένη πρακτική χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους τμήμα του κλάδου του "private equity" και συγκαταλέγονται μεταξύ των πλουσιότερων Αμερικανών. Χρησιμοποιούν μεγάλα ποσά δανειακών κεφαλαίων και όσο το δυνατόν λιγότερα ίδια κεφάλαια προκειμένου να αγοράζουν εταιρείες των οποίων την αξία θεωρούν υποτιμημένη ή που θεωρούν ότι βρίσκονται υπό κακή διαχείριση. Ευελπιστούν να τις οδηγήσουν σε μεγάλα κέρδη μέσα σε λίγα χρόνια.
    Η επιτυχία της φόρμουλας έχει υπάρξει εκπληκτική. Οι εταιρείες ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων, κάποτε θεωρούμενες ως αλλόκοτο φαινόμενο, αποτελούν πλέον εισηγμένους κολοσσούς. Ο Steve Schwarzman, συνιδρυτής του ισχυρού ομίλου Blackstone, με περισσότερα από 600 δισ. δολ. περιουσιακών στοιχείων υπό διαχείριση, διαθέτει περιουσία 23 δισ. δολ.. Ο Leon Black, συνιδρυτής της Apollo Global Management, περίπου 10 δισ. δολ.

    Το πάρτι, ωστόσο, μάλλον βαδίζει προς το τέλος του. Σε μια δικαστική απόφαση του Δεκεμβρίου του 2020, που πέρασε μάλλον απαρατήρητη, σε υπόθεση που αφορούσε μια αποτυχημένη εξαγορά του 2014, ο ομοσπονδιακός δικαστής Jed S. Rakoff της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης έριξε άμμο στα λιπασμένα γρανάζια μίας "φάμπρικας" 40 ετών. Είναι καιρός να αρχίσουμε τις δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με τις συνέπειες της υπερφόρτωσης εταιρειών με τεράστια ποσά χρέους, εξαιρετικά δύσκολου ως προς την αποπληρωμή του.

    Η απόφαση προήλθε από την έκπτωση μιας πολυετούς συμφωνίας ιδιωτικής χρηματοδότησης στον κλάδο των λιανικών πωλήσεων. Τον Ιούλιο του 2012, τα μέλη του Δ.Σ. της Jones Group - τότε εισηγμένη εταιρεία ένδυσης και υποδημάτων, με brands όπως τα Nine West, Anne Klein, Stuart Weitzman και Gloria Vanderbilt - προσέλαβαν επενδυτικούς τραπεζίτες της Citigroup προκειμένου να πουλήσουν την εταιρεία, η οποία παρέπαιε. Τον Δεκέμβριο του 2013, το Δ.Σ. της Jones ψήφισε υπέρ της πώλησης έναντι 2,2 δισ. δολ., συμπεριλαμβανομένης της ανάληψης του βάρους υφιστάμενων χρεών 1 δισ., στην Sycamore Partners, εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων.

    Ωστόσο, πριν επισφραγιστεί η συμφωνία τον επόμενο Απρίλιο, η Sycamore την τροποποίησε, μειώνοντας την επένδυσή της από ίδια κεφάλαια στα 120 εκατ. δολ. από τα 395 εκατ., ενώ δανείστηκε 350 εκατ. περισσότερα του αναμενομένου. Αυτές οι κινήσεις επιβάρυναν την μετονομασθείσα Nine West Holdings με 1,55 δισ. σε δανεισμό και επιβάρυναν το ήδη τεράστιο χρέος της εταιρείας, το οποίο ισοδυναμούσε με οκτώ φορές τα ετήσια EBITDA της, πολύ μακριά από τις συστάσεις της Citigroup στην Jones.

    Εκείνη την εποχή, το Δ.Σ. θα μπορούσε να είχε ασκήσει το δικαίωμά του να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία, καθώς η Sycamore είχε αλλάξει τους όρους. Ωστόσο προχώρησε, παρά τον αυξημένο κίνδυνο.

    Όπως ήταν επόμενο, η Nine West υπέβαλε αίτηση πτώχευσης το 2018. Στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσής της, η εταιρεία διευθέτησε τις αξιώσεις της έναντι της Sycamore, όχι όμως και κατά των πρώην στελεχών της Jones. Αυτό οδήγησε σε αγωγή εναντίον τους, κυρίως επειδή δεν προέβλεψαν ότι η πώληση της εταιρείας μέσω μιας τόσο περίπλοκης και μοχλευμένης συμφωνίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε πτώχευση.

    Στην απόφασή του, ο δικαστής Rakoff, ο οποίος επικρίνει εδώ και καιρό επιζήμιες συμπεριφορές στη Wall Street, σημειώνει ότι οι ιθύνοντες της Jones θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την έγκριση της πώλησης της εταιρείας, καθώς αργότερα εκείνη χρεοκόπησε. Με άλλα λόγια, ο δικαστής αποφαίνεται ότι θα έπρεπε να είχαν σκεφτεί δύο και τρεις φορές πριν συμφωνήσουν να πουλήσουν σε μια εταιρεία εξαγορών. Αυτό που για δεκαετίες θεωρείτο αρετή, πιθανόν να έχει μετατραπεί σε "μέγγενη". Η απόφαση του δικαστή "έχει προοπτικές να δημιουργήσει αλυσιδωτές εκρήξεις", αναφέρει ο Brian Quinn, καθηγητής νομικής στο Boston College.

    Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε εάν η απόφαση του δικαστή Rakoff θα καταστεί νέο δεδικασμένο. Ο δικαστής γράφει ότι τα πρώην στελέχη του ομίλου Jones δεν έκαναν "καμία έρευνα για την ιδιοκτησία" είτε του τεράστιου χρέους που είχε συσσωρεύσει η Sycamore στην εταιρεία είτε για το τμήμα της συμφωνίας που μοίραζε δύο από τις πλέον πολύτιμες μονάδες της, τις Stuart Weitzman και Kurt Geiger, σε θυγατρική της Sycamore, σε αποτίμηση σημαντικά κάτω από την εύλογη αξία τους. Ο δικαστής χαρακτηρίζει το Δ.Σ. της Jones "απερίσκεπτο" και τονίζει ότι δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την θεωρία της "απλής απόφασης με επιχειρηματικά κριτήρια", η οποία συνήθως προστατεύει τα στελέχη επιχειρήσεων από το να λογοδοτούν για προηγούμενες επιχειρηματικές αποφάσεις, αρκεί να ισχυρίζονται ότι αυτές ελήφθησαν με "καλή πίστη".

    Η απόφαση δημιουργεί τη δυνατότητα αναζήτησης ευθυνών απ’ όσους επιτρέπουν την πώληση υγιών εταιρειών υπό όρους που σύντομα θα μπορούσαν να τις οδηγήσουν σε πτώχευση. Πολλές δικηγορικές εταιρείες με ειδίκευση στις πτωχεύσεις κατάλαβαν αμέσως περί τίνος πρόκειται: ένα βέλος στην καρδιά του "ανέμελου" κόσμου των εξαγορών. 

    Οι μεγάλες νομικές εταιρείες προσπαθούν ήδη να προειδοποιήσουν άμεσα τους πελάτες τους ότι εταιρικοί αξιωματούχοι και μέλη Δ.Σ. εταιρειών θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί σχετικά με το σε ποιους συμφωνούν να πουλήσουν μια εταιρεία και με το τι σκοπεύει να κάνει ο αγοραστής με αυτήν. Οι ημέρες της απλής πώλησης στον υψηλότερο πλειοδότη ανεξαρτήτως συνεπειών πιθανότατα έχουν τελειώσει. Τα μέλη των Δ.Σ. εταιρειών πωλούνται σε εταιρείες εξαγορών θα ήταν ανόητα εάν επέλεγαν να αγνοήσουν την απόφαση του δικαστηρίου της Ν. Υόρκης.

    * O William D. Cohan είναι πρώην στέλεχος επενδυτικής τραπεζικής, ειδικός ανταποκριτής του Vanity Fair και συγγραφέας βιβλίων για τη Wall Street. 

    © 2021 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ