Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 16-Μαϊ-2020 08:12

    Οι κρίνοντες κρίνονται

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λέανδρου Τ. Ρακιντζή

    Ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ο οποίος υπερασπίζοντας τον πελάτη του βοηθά στην απόδοση της Δικαιοσύνης, που επιτυγχάνεται με την ανεύρεση της αληθείας των πραγματικών περιστατικών της εγκληματικής πράξης και των περιστάσεων που την απαρτίζουν. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του και ιδιαίτερα κατά την ποινική διαδικασία ο δικηγόρος πρέπει να δείχνει τον δέοντα σεβασμό προς το δικαστήριο, δηλαδή στους δικαστάς συνέδρους, τον εισαγγελέα και, αν πρόκειται περί Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, και τους ενόρκους. Και να συμμετέχει στη διαδικασία τηρώντας αυστηρά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τόσο κατά την υποβολή των ερωτήσεων, όσο με την εν γένει συμπεριφορά του.

    Σαφώς και το δικαστήριο οφείλει να συμπεριφέρεται αντίστοιχα προς όλους τους διαδίκους της δίκης. Εκτός των γραπτών κανόνων υπάρχουν και άγραφοι κανόνες, που δημιουργήθηκαν δίκην εθίμου από τη μακροχρόνια πρακτική διεξαγωγής των δικών και την εκατέρωθεν συνεργασία μεταξύ δικαστών και δικηγόρων, που τους αναγνωρίζουν ως ισοτίμους και τους παρέχουν κάθε διευκόλυνση για την επιτέλεση του έργου τους ιδίως με την ελευθερία του λόγου, καθόσον το δικαστήριο παρέχει κάθε άνεση χρόνου για να ολοκληρώσουν οι συνήγοροι την αγόρευση τους, χωρίς ποτέ κανείς δικαστής να διανοηθεί να την λογοκρίνει. Φυσικά και ο Εισαγγελεύς πρέπει να έχει την αυτή ελευθερία του λόγου να αναπτύξει την κατηγορία χωρίς τον φόβο πειθαρχικών ευθυνών και υπέχει ευθύνη για την αγόρευση του συνολικά και όχι με την απομόνωση κάποιας φράσης, αλλά πάντοτε μετά το πέρας της δίκης, γιατί διαφορετικά μπορεί να εκληφθεί ως παρέμβαση κατά την διαδικασία. Αλίμονο εάν οι δικαστές και εισαγγελείς δικάζουν με την αίσθηση ότι δεν μπορούν να ασκήσουν ελεύθερα τα καθήκοντα τους και για οτιδήποτε πουν ή κάνουν υπόκεινται σε πειθαρχική αναφορά, όπως έχει συμβεί και σε άλλες δίκες.

    Κατά τη μακροχρόνια δικαστική μου σταδιοδρομία έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου και έχω πληροφορηθεί αρκετά περιστατικά αντιδικιών, ακόμη και επεισοδίων μεταξύ δικηγόρων και δικαστών, τα οποία επιλύθηκαν ακόμη και ποινικά, αλλά πάντοτε με την δέουσα διαδικασία. Εκείνο όμως που πάντοτε όλοι, δικαστές και δικηγόροι, επιδιώκαμε είναι η διατήρηση της μεταξύ μας σύμπνοιας και δεν διανοούμεθα πράξεις ή δηλώσεις που μπορούσαν να προκαλέσουν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των δυο τάξεων.

    Παρακολούθησα από τα ΜΜΕ το τι συνέβη κατά τη δίκη της δολοφονίας της άτυχης Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο και δεν μπόρεσα να αντιληφθώ πού οφείλεται το δικαιολογημένο της σφοδρότητας της ανακοινώσεως της δηλώσεως του προέδρου του ΔΣΑ κ. Βερβεσού και της παρεμβάσεως του συμβούλου κ. Κλεφτοδήμου κατά την διαδικασία, οι οποίοι εφόσον θεωρούσαν ότι εθίγησαν ατομικά από την αγόρευση της κυρίας Εισαγγελέως μπορούσαν να ζητήσουν με τη νόμιμη διαδικασία την πειθαρχική της δίωξη.

    Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση είναι η φράση στην ανακοίνωση του κ. Βερβεσού ότι έθιξε το δικηγορικό σώμα. Από το νόμο όμως δεν παρέχεται συλλογική προστασία, αλλά μόνο ατομική, γιατί διαφορετικά θα καταλήξομε να εισάγουμε από την πίσω πόρτα το αδίκημα της περιύβρισης αρχής.

    Επειδή η δίκη για την δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη βρίσκεται στη τελική ευθεία, που την παρακολουθεί το πανελλήνιο με τεράστιο ενδιαφέρον, θα πρέπει όλοι οι παράγοντες της δίκης, που βρίσκονται σε μεγάλη ένταση, να αφεθούν να ασκήσουν κατά συνείδηση το λειτούργημά τους, να σταματήσουν οποιεσδήποτε δηλώσεις μπορεί να θεωρηθούν ως παρέμβαση στη δίκη, ώστε να αποδοθεί Δικαιοσύνη με νηφαλιότητα κατά την αδέκαστη δικαστική κρίση. Και μετά οι κρίνοντες κρίνονται σύμφωνα με το νόμο και κατά τη νόμιμη διαδικασία.

    * Ο κ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ