Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 02-Απρ-2020 00:05

    Covid-19: Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Όσο η κρίση του κορονοϊού εξελίσσεται, τόσο περισσότερο αρχίζει να γίνεται αντιληπτό το μέγεθος του αντίκτυπου που θα έχει στις εθνικές οικονομίες, καθώς τα μέτρα "κοινωνικής αποστασιοποίησης" επεκτείνονται και τα εθνικά σύνορα κλείνουν. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, οι άμεσες επιπτώσεις, για το διάστημα που ισχύουν τα μέτρα, κυμαίνονται για την πλειονότητα των χωρών της Ευρωζώνης μεταξύ 25% και 30% του ΑΕΠ, ενώ στις ΗΠΑ οι απώλειες θα είναι της τάξης του 25%. Σε ετήσια βάση, εάν τα μέτρα διαρκέσουν για 3 μήνες, οι απώλειες μεταφράζονται σε ύφεση της τάξης του 4-6%.

    Μπροστά σε ένα τέτοιο πλήγμα για την οικονομία, οι περισσότερες κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε μια σειρά από δημοσιονομικά μέτρα και μέτρα διευκόλυνσης της ρευστότητας. Το μέγεθος των παρεμβάσεων αυτών είναι πρωτόγνωρο και αναμένεται να αυξηθεί και άλλο καθώς η πανδημία εξελίσσεται. Στο πλαίσιο αυτό ένα βασικό ερώτημα που τίθεται είναι: ποιος θα πληρώσει τον δυσθεώρητο αυτό λογαριασμό; Πρόκειται για ένα τεραστίων διαστάσεων διακύβευμα αναδιανομής εισοδήματος το οποίο έχει ήδη προκαλέσει τριβές σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Στη συνέχεια επικεντρώνομαι σε τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις που αναδεικνύουν τις αναδιανεμητικές συνέπειες της κρίσης και τη δυσκολία διαχείρισή της:

    1. Η προηγούμενη κρίση ανέδειξε εμφατικά το πρόβλημα των δημόσιων διασώσεων (bailouts) τραπεζών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του ανοδικού κύκλου φέρθηκαν με ανευθυνότητα, αναλαμβάνοντας αλόγιστα ρίσκα· με την έλευση της κρίσης οι φορολογούμενοι κλήθηκαν να πληρώσουν τον λογαριασμό. Στην περίπτωση του κορονοϊόυ, πλήττονται οι επιχειρήσεις της "πραγματικής οικονομίας" από ένα εξωγενές και απρόβλεπτο σοκ· δύσκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ευθύνονται για αυτό που συμβαίνει. Παρόλα αυτά, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις επιχειρήσεων οι οποίες κατά τα προηγούμενα, καλά χρόνια, της οικονομικής ανάκαμψης και της απεριόριστης ρευστότητας,  συμπεριφέρθηκαν αλόγιστα, με αποτέλεσμα οι φορολογούμενοι να καλούνται να πληρώσουν και πάλι τον λογαριασμό. 

    Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτελούν οι μεγάλες αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν πληγεί δυσανάλογα, λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων τους, από την πανδημία. Τα προηγούμενα χρόνια παρουσίασαν εξαιρετικές επιδόσεις και υψηλά κέρδη -ωστόσο τα κέρδη αυτά, καθώς η άφθονη ρευστότητα που μπόρεσαν να αντλήσουν από τις χρηματαγορές, χρησιμοποιήθηκαν για τη διανομή μερισμάτων και κυρίως την επαναγορά (buy back) των μετοχών τους. Ο στόχος της επαναγοράς μετοχών είναι να αυξηθεί η τιμή της μετοχής προς όφελος των μετόχων. Σύμφωνα με άρθρο των FinancialTimes, μόνο οι τρεις από τις πέντε μεγάλες εταιρείες του κλάδου δαπάνησαν περισσότερα από $33 δισ. σε επαναγορές μετοχών τα τελευταία χρόνια. Το ζήτημα πήρε πολιτικές διαστάσεις και προκάλεσε την αντιπαράθεση Δημοκρατικών και Συντηρητικών ενόψει του πακέτου στήριξης της οικονομίας, καθώς η αρχική πρόταση ήταν για την επιχορήγηση (όχι δανειοδότηση) των εταιρειών αυτών με $50 δισ. Με άλλα λόγια οι φορολογούμενοι κλήθηκαν να "χαρίσουν" $50 δισ. στις εταιρείες αυτές. Μετά από έντονο παρασκήνιο τελικά το ποσό μειώθηκε στα $25 δισ. με άλλα $25 δισ. να δίνονται με τη μορφή δανείων.

    Αν και ιδιαίτερα εμφανές στο συγκεκριμένο παράδειγμα, το πρόβλημα των επαναγορών των μετοχών δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις αυτές, αλλά έχει πάρει ευρύτερες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια. Προφανώς, αυτές οι επιχειρήσεις πρέπει να υποστηριχθούν για να μην χρεοκοπήσουν -οι επιχορηγήσεις θα χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή μισθών- ωστόσο το αποτέλεσμα παραμένει και έχει να κάνει με τη ρύθμιση των συμπεριφορών κατά τη διάρκεια της ανοδικής φάσης του κύκλου -καλύτερη διαχείριση της ρευστότητας των επιχειρήσεων αυτών θα μπορούσε να είχε μειώσει σημαντικά τον λογαριασμό για τους φορολογούμενους.

    2. Οι επιπτώσεις της κρίσης αυτής διαφοροποιούνται μεταξύ των εργαζομένων ανάλογα με τη φύση της εργασίας τους -και τα προσόντα τους. Εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας που δεν απαιτούν ιδιαίτερες δεξιότητες και τυπικά προσόντα και κατά κανόνα αμείβονται με χαμηλές αποδοχές βρίσκονται αντιμέτωποι με δυσάρεστες προοπτικές: κάποιοι συνεχίζουν να πηγαίνουν στις εργασίες τους θέτοντας τον εαυτό τους σε κίνδυνο, ενώ άλλοι δέχονται ένα σημαντικό εισοδηματικό πλήγμα και βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα της ανεργίας. 

    Το πρόβλημα είναι ότι πολλές από τις εργασίες αυτές βασίζονται στη φυσική παρουσία και την προσωπική επαφή με τους πελάτες (π.χ. πωλητές, ταμίες, εργαζόμενοι σε ξενοδοχεία, σερβιτόροι, deliveries κοκ). Ορισμένες από τις δραστηριότητες αυτού του τύπου εξακολουθούν να λειτουργούν και οι εργαζόμενοι σε αυτές (για παράδειγμα οι εργαζόμενοι στα supermarket) είναι αναγκασμένοι να συνεχίζουν να πηγαίνουν στις εργασίες τους για να διατηρήσουν το εισόδημά τους. Πολλές άλλες επιχειρήσεις αυτού του τύπου έχουν κλείσει, ακριβώς λόγω της φύσης τους, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι είτε να απολύονται -ο αριθμός των απολύσεων διεθνώς αυξάνεται ραγδαία- είτε να πρέπει να επιβιώσουν με ένα μέρος της αμοιβής τους για όσο διάστημα παραμένουν κλειστές οι επιχειρήσεις. 

    Αντίθετα, οι δραστηριότητες υψηλών προσόντων και αμοιβών είναι πιο πιθανό να μπορούν να πραγματοποιούνται και μέσω τηλεργασίας. Σύμφωνα με δεδομένα από τις ΗΠΑ, η δυνατότητα τηλεργασίας συνδέεται άμεσα με το επίπεδο του εισοδήματος -άτομα σε υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια έχουν- λόγω της φύσης της εργασίας τους- περισσότερες πιθανότητες να έχουν τη δυνατότητα να δουλέψουν από το σπίτι. Στην παρούσα συγκυρία, αυτό σημαίνει ότι συνεχίζουν να απολαμβάνουν  το ίδιο επίπεδο εισοδήματος χωρίς να θέτουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο.

    Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, γιατί ένα σημαντικό ποσοστό -ειδικά στην Ελλάδα- ανθρώπων που με χαμηλές αμοιβές εργάζονται στη σκιώδη οικονομία, χωρίς ασφαλιστικά δικαιώματα. Αυτοί είναι συνήθως τα πρώτα θύματα σε μια μεγάλη κρίση καθώς είναι ιδιαίτερα εύκολο για τους εργοδότες τους να τους απολύσουν.

    Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι οι οποίοι ήδη πριν την κρίση βρίσκονταν σε χαμηλά εισοδηματικά επίπεδα βιώνουν εντονότερα τον αντίκτυπο της κρίσης, σε σχέση με εργαζόμενους σε υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια. Η στήριξη των πρώτων θα προέλθει σε μεγάλο βαθμό από τη φορολογία των δεύτερων -όπως και θα έπρεπε. Ωστόσο, αυτό αναπόφευκτα θα δημιουργήσει εντάσεις για το μείγμα πολιτικής και το μέγεθος των πρόσθετων βαρών που ενδεχομένως να χρειαστούν. Σε περιπτώσεις όπως αυτή της Ελλάδας αυτό είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα, δεδομένης της υπερφορολόγησης που έχει προηγηθεί κατά τα προηγούμενα χρόνια.

    3. Για τον πιο πάνω λόγο, είναι εξαιρετικά σημαντικό για χώρες όπως η Ελλάδα, να υπάρξει συνδρομή στη διαχείριση του οικονομικού αντίκτυπου της κρίσης από την ΕΕ. Ωστόσο, εδώ ήδη εκτυλίσσεται μια ακόμα σύγκρουση συμφερόντων, αυτή τη φορά μεταξύ κρατών. Ο δημοσιονομικά συντηρητικός Βορράς δεν δέχεται -όπως δεν έκανε και κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης- λύσεις που προκρίνουν γενναιόδωρη από κοινού χρηματοδότηση άνευ όρων, είτε μέσω ενός δημοσιονομικού μηχανισμού, είτε μέσω κάποιου είδους ευρωομολόγου. Αυτή η άρνηση αφήνει εκτεθειμένες τις χώρες του Νότου -κατά κύριο λόγο- οι οποίες βαρύνονται με την αρνητική κληρονομιά της προηγούμενης κρίσης -υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους, κόκκινα δάνεια, υψηλά επίπεδα ανεργίας, παραγωγικό και επενδυτικό κενό- και διαθέτουν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.

    Η αντιπαράθεση που έχει ξεκινήσει κλιμακώνεται καθημερινά με δηλώσεις ένθεν κακείθεν και δυναμιτίζει τη συνοχή της Ευρωζώνης με απρόβλεπτες συνέπειες. Τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας προσπαθούν να προλάβουν την εκδήλωση μιας νέας κρίσης δημόσιου χρέους μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης, καθώς δεν είναι επ’ ουδενί διατεθειμένα να υιοθετήσουν πολιτικές όπως αυτές που τους επιβλήθηκαν κατά τα προηγούμενα χρόνια. Θα χρειαστεί μια "ασύμμετρη" κατανομή του κόστους της κρίσης, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες κάθε κράτους μέλους. Αυτό προς το παρόν δεν είναι αποδεκτό από τα κράτη του ευρωπαϊκού Βορρά. 

    Η πανδημία του κορονοϊού δεν θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες μόνο σε όρους κρουσμάτων και ανθρώπινων απωλειών. Θα έχει και μεγάλες οικονομικές απώλειες, κάτι το οποίο αναπόφευκτα θα διχάσει κοινωνίες και διακρατικές συμμαχίες. Η λύση σε αυτή τη φάση έκτακτης ανάγκης πρέπει να βασιστεί στην αρχή της αλληλεγγύης, ενώ μετά το πέρας της κρίσης θα πρέπει να αντιμετωπιστούν οι αυξανόμενες δυσλειτουργίες και ανισότητες που χαρακτηρίζουν το οικονομικό σύστημα.  Αν και η επιτακτική ανάγκη αυτή τη στιγμή μας οδηγεί να εστιάσουμε στην πρώτη πρόκληση, η αποτυχία να μεταρρυθμίσουμε το οικονομικό σύστημα μπορεί να αποδειχθεί μακροπρόθεσμα ολέθρια για την καπιταλιστική φιλελεύθερη δημοκρατία που έχει χαρίσει πρωτόγνωρα, για την ανθρώπινη ιστορία, επίπεδα ελευθερίας και ευημερίας. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο κορονοϊός μπορεί να είναι μια πρώτη γεύση μόνο από ένα δυσοίωνο μέλλον -η κλιματική αλλαγή έπεται.

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ