Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 19-Μαρ-2020 00:05

    Από την κρίση χρέους στον κορονοϊό: Η νέα δημοσιονομική πρόκληση της Ευρώπης

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Η πανδημία του κορονοϊού αποτελεί μια πρωτοφανή υγειονομική κρίση με τραγικές συνέπειες σε όρους απώλειας ανθρώπινων ζωών. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια νέα μεγάλη πρόκληση για την παγκόσμια, και ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της παγκόσμιας πανδημίας. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η διάσταση της μακροοικονομικής και κυρίως της δημοσιονομικής πολιτικής. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας απαιτεί μια φιλόδοξη δημοσιονομική προσέγγιση, για τρεις τουλάχιστον λόγους: 

    α)  την ανάγκη στήριξης και ενίσχυσης των υγειονομικών συστημάτων κάθε χώρας προκειμένου να ελέγξουν τη μετάδοση της νόσου και να ελαχιστοποιήσουν τον αριθμό των θυμάτων. 

    β) την υποστήριξη των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης που υιοθετούνται με αυξημένο ρυθμό σε όλο και περισσότερες χώρες, προκειμένου να ενισχυθούν οικονομικά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια αυτής της δύσκολης, αλλά κρίσιμης για την αντιμετώπιση του ιού, περιόδου.

    γ) την αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων "υστέρησης" στη φάση ανάκαμψης της οικονομίας, δηλαδή των αρνητικών επιπτώσεων λόγω για παράδειγμα της συσσώρευσης δανειακών, φορολογικών και άλλων υποχρεώσεων, οι οποίες θα πρέπει να αρχίσουν να αποπληρώνονται σε περιβάλλον μειωμένων εισοδημάτων και κερδών με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της οικονομικής ανάκαμψης. 

    Οι διαστάσεις της δημοσιονομικής αυτής πρόκλησης μεγεθύνονται για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), η οποία τα προηγούμενα χρόνια βίωσε μια βαθιά οικονομική κρίση. Η κρίση χρέους της Ευρωζώνης κληροδότησε σε ορισμένες χώρες της περιφέρειας προβλήματα τα οποία δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί επαρκώς, όπως για παράδειγμα υψηλά ποσοστά δημοσίου χρέους ή/και μη-εξυπηρετούμενων δανείων. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η Ιταλία η οποία δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή από την πανδημία όσο καμία άλλη χώρα της ΕΕ, έχει δημόσιο χρέος που φτάνει το 136% του ΑΕΠ και τον τέταρτο υψηλότερο δείκτη μη-εξυπηρετούμενων δανείων στην Ευρωζώνη (7,33%), ενώ σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Κύπρος τα νούμερα είναι ακόμη χειρότερα. Το μέγεθος των προκλήσεων έχει ήδη γίνει αντιληπτό από τις αγορές οι οποίες ασκούν πίεση στα κρατικά ομόλογα των χωρών αυτών. Έτσι, στο διάστημα του μήνα που προηγήθηκε (έως 17/3), η απόδοση των ομολόγων της Ιταλίας αυξήθηκε κατά 1,45 ποσοστιαίες μονάδες, της Ισπανίας κατά 0,74 ποσοστιαίες μονάδες ενώ της Ελλάδας κατά 2,69 ποσοστιαίες μονάδες (Γράφημα 1). Αντίθετα, η Γερμανία που κατατάσσεται στην 5η θέση πλέον παγκοσμίως όσον αφορά τον αριθμό των κρουσμάτων, έχει δει την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της να υποχωρεί περαιτέρω.   

    pin
    Πηγή: Bloomberg


     

    Σε αυτές τις συνθήκες, η δημοσιονομική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα αποτελούσε κυριολεκτικά μια σανίδα σωτηρίας για χώρες που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικούς περιορισμούς και αύξηση του κόστους χρηματοδότησής τους. Δεδομένου ότι η αδυναμία αντιμετώπισης του ιού σε μια χώρα, υπονομεύει την προσπάθεια αντιμετώπισης του ιού από όλες τις χώρες,  γίνεται αντιληπτό ότι η ενίσχυση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων των κρατών μελών να αντιμετωπίσουν τον ιό, είναι προς όφελος ολόκληρης της ένωσης. 

    Δυστυχώς, οι δυνατότητες της ΕΕ για κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή είναι σχετικά περιορισμένες. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΕ δεν διαθέτει ένα δημοσιονομικό μηχανισμό/ προϋπολογισμό σταθεροποίησης της οικονομίας σε περίπτωση εξωγενούς σοκ. Επιπλέον και εξαιτίας της έλλειψης αυτής, η δυνατότητα συντονισμού της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, αν και απαραίτητη, καθίσταται πιο δύσκολη. Τα προηγούμενα χρόνια εν μέσω πολιτικών λιτότητας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναγκάστηκε να μειώσει το επίπεδο των κεντρικών επιτοκίων σε αρνητικά επίπεδα και να υιοθετήσει "μη-συμβατικά" μέτρα νομισματικής πολιτικής στηρίζοντας, κατ’ ουσία μόνη της, την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Εκτός των ενδεχόμενων αρνητικών συνεπειών που έχει η συνεχιζόμενη άσκηση αυτής της πολιτικής, είναι προφανές ότι δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης από μόνη της, καθώς έχει ήδη φτάσει στα όρια της. Όλο και περισσότεροι αναλυτές υποστηρίζουν πλέον, στη βάση ερευνητικών ευρημάτων, ότι η άσκηση ενεργούς δημοσιονομικής πολιτικής όταν η νομισματική πολιτική έχει πλέον οδηγηθεί σε μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική για την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.

    Τέλος, ένα ακόμη εργαλείο που απουσιάζει από το Ευρωπαϊκό οπλοστάσιο οικονομικής πολιτικής είναι ένα ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο (European safe asset), ή με απλά λόγια κάποιο είδος ευρωομολόγου, το οποίο σε περιόδους κρίσης μπορεί να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές, ιδιαίτερα για τις πιο ευάλωτες χώρες. 

    Οι αδυναμίες αυτές, οφείλονται σε μια χρόνια αντιπαράθεση στην ΕΕ, γύρω από ένα κεντρικό διακύβευμα πολιτικής οικονομίας: την κατανομή του κόστους για την αποκατάσταση της ισορροπίας στην ευρωπαϊκή οικονομία μετά την προηγούμενη κρίση. Η αντιπαράθεση αυτή διεξάγεται σε όρους δράσεων για τη μείωση ή τον επιμερισμό του κινδύνου (risk reduction vs risk sharing). Η θέση περί μείωσης του κινδύνου αντιπροσωπεύει κατ’ ουσία τη θέση των χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά, και θεμελιώνεται στο επιχείρημα του ηθικού κινδύνου που ενέχει η δημιουργία μηχανισμών αλληλεγγύης χωρίς να έχει προηγηθεί η προσαρμογή των κρατών μελών σε εθνικό επίπεδο. Η ανησυχία είναι ότι η πρόσβαση σε μηχανισμούς επιμερισμού κινδύνου (όπως ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθεροποίησης ή τα ευρωομόλογα) θα οδηγήσει σε χαλάρωση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας των οικονομιών που χρήζουν προσαρμογής και διαιώνιση των προβλημάτων τους. Από την άλλη πλευρά, όσοι υποστηρίζουν ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί σε μηχανισμούς επιμερισμού του κινδύνου, διατείνονται ότι η δημιουργία τέτοιων μηχανισμών θα διευκολύνει την αντιμετώπιση των προβλημάτων, επιταχύνοντας έτσι την προσπάθεια προσαρμογής των αδύναμων οικονομιών.

    Αυτή η αντιπαράθεση, και η συνεπαγόμενη αδυναμία ενίσχυσης της δημοσιονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπονομεύουν την προσπάθεια της ΕΕ να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την πανδημία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Eurogroup στις 16 Μαρτίου αποφάσισε μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα οποία σε πρώτη φάση δεν ξεπερνούν τα 100 δισ. ευρώ, ενώ συνολικά τα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών μέτρων στήριξης ανέρχονται περίπου στο 1% του ΑΕΠ της ΕΕ. Η σύγκριση με το πακέτο του 1 τρισ. δολαρίων που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ την επομένη του Eurogroup, αλλά ακόμη και με την πρωτοβουλία της ίδιας της ΕΕ το 2008 για μέτρα 1,5% του ΑΕΠ για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, καταδεικνύουν το πρόβλημα.

    Δυστυχώς οι ενδείξεις από τις διαθέσεις των κρατών μελών δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές, παρότι η ΕΕ έχει στη διάθεσή της περισσότερα εργαλεία σε σχέση με το 2008. Για παράδειγμα, η δυνατότητα χρήσης των 500 δισ. ευρώ του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) συζητήθηκε στο Eurogroup, χωρίς ωστόσο να ληφθούν αποφάσεις καθώς δεν υπήρξε συμφωνία. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί κανονικά ο ΕΜΣ είναι μέσω προγραμμάτων προσαρμογής, τα γνωστά μας "μνημόνια". Σε αυτή τη φάση ωστόσο, είναι προφανές ότι καμία χώρα, και ειδικά οι πιο ευάλωτες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της προηγούμενης κρίσης, δεν θα ήταν διατεθειμένες να υλοποιήσουν ένα νέο μνημόνιο. Η πρόταση για ευρεία χρηματοδότηση κρατών από τον ΕΣΜ χωρίς δεσμεύσεις, δεν είναι αποδεκτή από χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, οι οποίες φοβούνται μια νέα κρίση χρέους.  Η απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές είναι προς το παρόν μεγάλη και είναι πολύ πιθανό να έχουμε μια επανάληψη της ιδιαίτερα αναποτελεσματικής προσέγγισης "βλέποντας και κάνοντας" (kicking the can down the road) που επικράτησε κατά τη διαχείριση και της προηγούμενης κρίσης.

    Αυτό θα ήταν σημαντικό λάθος καθώς δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Η ταχύτητα της αντίδρασης σε αυτή την κρίση είναι μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρος -όσο μεγαλύτερη η καθυστέρηση, τόσο μεγαλύτερη η διάρκεια και το κόστος της κρίσης. Ταυτόχρονα, η κρίση του κορoνοϊού μπορεί να αποτελέσει μια δεύτερη ευκαιρία για την ΕΕ ώστε να επανακτήσει την εμπιστοσύνη των ευρωπαίων πολιτών, την οποία απώλεσε με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την κρίση χρέους. Εάν η ΕΕ αποτύχει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια μεγάλη κρίση για δεύτερη φορά μέσα σε μια δεκαετία, η περαιτέρω άνοδος των Ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων θα είναι αναπόφευκτη, θέτοντας εκ νέου σε κίνδυνο το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    * Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στο πλαίσιο μιας νέας συνεργασίας του Capital.gr με το Παρατηρητήριο Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ. Το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) είναι ένας ανεξάρτητος, μη-κερδοσκοπικός οργανισμός παραγωγής έρευνας, ιδεών και προτάσεων πολιτικής, που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1988. Σκοπός του ΕΛΙΑΜΕΠ είναι να τροφοδοτεί τη δημόσια σφαίρα με επιστημονικά τεκμηριωμένες έρευνες, μελέτες, αναλύσεις και προτάσεις πολιτικής, και να προσφέρει μια διαρκή, ανοιχτή πλατφόρμα δημόσιου διαλόγου για τα σημαντικά ζητήματα που εντάσσονται στους τομείς των ενδιαφερόντων του. Σύμφωνα με διεθνείς αξιολογήσεις το ELIAMEP κατατάσσεται στην 1η θέση μεταξύ των "δεξαμενών σκέψης” στην Ελλάδα και μέσα στις 100 πρώτες (91η) παγκοσμίως για δεξαμενές σκέψης με αντικείμενο την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις. Το Παρατηρητήριο Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας αποτελεί μια νέα ερευνητική μονάδα του ΕΛΙΑΜΕΠ που εστιάζει στη δυναμική της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς και στην ανάδειξη και ανάλυση των σημαντικότερων προκλήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν για την επίτευξη μιας ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης. Το Παρατηρητήριο Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας αποτελεί μετεξέλιξη του Παρατηρητηρίου για την Κρίση, μια πρωτοβουλία του ΕΛΙΑΜΕΠ που δημιουργήθηκε το 2013 με την υποστήριξη του Ιδρύματος "Σταύρος Νιάρχος". 

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων