Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 16-Ιουν-2019 08:15

    Οι ημέρες που έρχονται

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Σπύρου Ν. Λίτσα

    Πρόσφατα κυκλοφόρησε μελέτη από το έγκυρο think tank Stratfor γύρω από τις προοπτικές της επόμενης ημέρας για την Ελλάδα. Ήταν ίσως η πιο ρεαλιστική αποτύπωση γύρω από τις πραγματικές διαστάσεις των πολλών και σημαντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Μια υπενθύμιση ότι η πραγματικότητα δεν επιτρέπει αισιόδοξες προσεγγίσεις αλλά επιβάλει σκληρή δουλειά από την 8η Ιουλίου.

    Η οικονομία έχει αρχίσει ανεπαίσθητα να εισέρχεται σε τροχιά ανάκαμψης. Υποστηρίζω όμως ότι η μικρή βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν οφείλεται στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αφού η εμμονή της στο φορολογικό στραγγαλισμό της μεσαίας τάξης δημιούργησε περαιτέρω βλάβη στον πυρήνα λειτουργίας του κράτους. Η ανάκαμψη έχει να κάνει με μια κανονιστικού τύπου μικρής κλίμακας θετική αντίδραση απέναντι στην οριστικοποίηση της παραμονής μας στο Ευρώ μετά τις παλινωδίες του καλοκαιριού του 2015. Με άλλα λόγια, η ανεπαίσθητη ανάκαμψη είναι προϊόν εξωγενούς αίσθησης και όχι πραγματικής βελτίωσης της οικονομίας της χώρας στο εσωτερικό. Γι’ αυτό και η καμπύλη ανύψωσης είναι, με όρους πολιτικής οικονομίας, ρηχή, ενώ η όποια δημοσιονομική ανάκαμψη σε καμία των περιπτώσεων δεν ακουμπά την οικονομική προοπτική του κράτους. Παράλληλα, οι συστημικές στρεβλώσεις της αγοράς είναι τέτοιες που ο καταναλωτής δεν αισθάνεται την παραμικρή διαφορά στην καθημερινότητά του και κυρίως στην τσέπη του από εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό (π.χ. μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση που δεν μείωσε τις τιμές) ή στο εξωτερικό (σημαντική μείωση στην τιμή βαρελιού πετρελαίου Brent που μείωσε τις τιμές στις ελληνικές αντλίες μόλις 1 λεπτό!). Οι υπέρογκα υψηλοί φορολογικοί δείκτες που δεν επιτρέπουν τις άμεσες ξένες επενδύσεις, το επίπονο brain-drain σε συνδυασμό με την υψηλή πραγματική ανεργία -  κι όχι αυτή που μειώνεται εξ’αίτας των εξάμηνων προγραμμάτων μαθητείας βραχείας διάρκειας - και έναν μονίμως καθεστώς ρευστότητας του τραπεζικού και χρηματιστηριακού τομέα καθιστούν τη χώρα ανήμπορη να ανακάμψει ουσιαστικά.

    Το υπάρχον αναχρονιστικό οικονομικό μοντέλο, τουρισμός, αγροτικές επιδοτήσεις, έννομη φορολογική αρπαγή από τους μισθωτούς ώστε να κλείσει η ψαλίδα από την ανοχή προς την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, το μόνο που έχει να προσφέρει είναι ανακύκλωση του ΑΕΠ, περισσότερη μιζέρια, οικονομική ανέχεια και πολιτική αστάθεια. Το μοναδικό ίσως θετικό στην όλη συγκυρία είναι ότι βρισκόμαστε σε χρονικό σημείο μετάβασης. Η παγκόσμια οικονομία περνά σε φάση δομών Τεχνητής Νοημοσύνης, γεγονός που θα μεταβάλλει όχι μόνο τις διαδικασίες παραγωγής πρωτογενούς πλούτου αλλά και τις κοινωνικές ζυμώσεις σε έναν μετά-αναπτυξιακό μοντέλο συγκρότησης (post-growth structure). Η Ελλάδα εξαιτίας της κρίσης (2010- έως σήμερα) έχει ήδη χάσει το πρώτο κύμα τεχνολογικής ανάπτυξης της Γ’ Βιομηχανικής Επανάστασης κι αυτό φαίνεται σε κάθε έκφανση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής του τόπου αυτού. Αν κάτι δεν γίνει σύντομα προς αυτή την κατεύθυνση η χώρα θα παγιωθεί κάπου μεταξύ δεύτερου και τρίτου κόσμου με αρνητικές συνέπειες για οικονομία, κοινωνία, αλλά και τη θέση της χώρας στο διεθνές σύστημα. Για να επιτευχθεί η τεχνολογική πρόοδος της Ελλάδας πρέπει να αναβαθμιστούν τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα της χώρας θεσμικά, αλλά και σε επίπεδο διατιθέμενων κονδυλίων για να μπορεί να χρηματοδοτηθεί η έρευνα και να συνδεθεί η παραγόμενη γνώση με την αγορά ( π.χ. η δυνατότητα οικονομικών δωρεών από ιδιώτες πρέπει επιτέλους να οδηγεί σε γενναίες φορολογικές απαλλαγές ώστε να αποκτήσουν τα Ιδρύματα επιπρόσθετους οικονομικούς πόρους πέρα των κρατικών κλπ).  

    Από την άλλη, αποτελεί πλέον ευφημισμό να υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα γερνά. Έχει ήδη γεράσει κι αυτό μπορεί να το καταλάβει ο κάθε ένας κοιτώντας γύρω του. Αυτό σημαίνει ότι σύντομα, πολύ πιο σύντομα από ότι ίσως κάποιοι αναμένουν, η πολιτεία δεν θα έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί το κράτος πρόνοιας που σε αντίθεση με τις ιδεολογικές υπεραπλουστεύσεις αποτελεί σύλληψη και εφαρμογή του ευρωπαϊκού φιλελεύθερου χώρου. Κάτι τέτοιο θα σημάνει την οριστική διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου στη χώρα και τη μεταβολή της καθημερινότητας όλων μας σε χομπεσιανό εφιάλτη. Φανταστείτε για παράδειγμα μια καθημερινότητα στο Λεκανοπέδιο της Αττικής που οι δημόσιες συγκοινωνίες θα βρίσκονται σε απεργία διαρκείας και το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών (π.χ σχολεία, νοσοκομεία) σε μειωμένα ωράρια λειτουργίας για να κατανοήσουμε με πραγματικούς όρους πως μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μας σε απόλυτα αρνητικό βαθμό. Οι επιλογές σε αυτό το σημείο δεν είναι πολλές. Το κράτος σταματά να θεωρεί τα παιδιά φορολογικό τεκμήριο, δίνοντας οικονομικά κίνητρα στις οικογένειες να διευρύνουν τον αριθμό των μελών τους, προσφέροντας ένα διευρυμένο πρόγραμμα γονικής άδειας ανατροφής τέκνου σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αλλά και προνοώντας ουσιαστικά για τη δημιουργία ενός αποδοτικού βρεφονηπιακού συστήματος. Αν τίποτα από όλα αυτά δεν γίνει τότε απλώς θα συνεχίσει η χώρα ως υπνοβάτης την πορεία της προ το κενό αναμασώντας υπερφίαλες φαντασιώσεις μεγαλείου.

    Η μακροχρόνια οικονομική κρίση και οι επίπονες κοινωνικές μεταβολές που αυτή έχει επιβάλει με τον πλέον οδυνηρό και αφοριστικό τρόπο, όμοια της δεν έχει βιώσει ποτέ ξανά άλλο κράτος του δυτικού κόσμου εν καιρώ ειρήνης, έχει δημιουργήσει τον εθισμό στη ριζοσπαστικοποίηση. Μεγάλα τμήματα της κοινωνίας θεωρούν τον αταβισμό της βίας ως το μοναδικό μέσο για να καλυφθούν τα θεσμικά κενά της πολιτείας και η οικονομική δυσπραγία, ενώ παράλληλα τα ιδεολογικά άκρα διευρύνουν τις τάξεις τους. Το υψηλό ποσοστό που πήρε η Χρυσή Αυγή για παράδειγμα στις ηλικίες 17-35 θεωρώ ότι πρέπει να προβληματίσει σοβαρά την πολιτεία και όλους εμάς. Το ζήτημα της ακραίας ριζοσπαστικοποίησης αποτελεί θέμα επιστημονικής παρέμβασης κι αυτό γιατί δεν αναδεικνύει ένα συγκυριακό κύμα βίας που θα εκτονωθεί όταν ολοκληρώσει τον κύκλο του. Απαιτεί συνολική αναμόρφωση σε επιχειρησιακό επίπεδο των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας. Απαιτεί ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο που δεν θα επιτρέπει σε αυτόν που βεβηλώνει τη Βουλή ή τη δημόσια περιουσία γενικότερα να ξεπερνά γρήγορα και αβίαστα τις αστικές και ποινικές ευθύνες που προκύπτουν της τέλεσης της έκνομης πράξης. Απαιτεί δημιουργικές δράσεις πεδίου που θα επικεντρώνονται στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οικοδομώντας τις βάσεις για τη δημιουργία μιας νέας αστικής και δημοκρατικής συνείδησης στους αυριανούς πολίτες του τόπου. Η κουλτούρα της "μπαχαλοποίησης" οφείλει να ηττηθεί, πρωτίστως σε επίπεδο εννοιών και ιδεών.

    Τέλος, μια νέα Υψηλή Στρατηγική χρειάζεται η χώρα. Που να μην αντιμετωπίζει την Τουρκία μέσα από το αδιέξοδο μηδενικό άθροισμα, αλλά ούτε και να διατηρεί τον αδιέξοδο κατευνασμό αλλά να οικοδομεί μια νέα αποτρεπτική δυναμική που α) δεν θα οδηγήσει την εθνική μας οικονομία σε σοβιετοποίηση – άρα και απόλυτη οικονομική κατάρρευση, β) που θα κάνει δημιουργική χρήση του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας και των νέων τεχνολογικών μέσων για να περάσουμε στο επίπεδο της έξυπνης διπλωματίας γ) που θα ενισχύσει την επιχειρησιακή παρουσία των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας σε Βορειοατλαντικό επίπεδο, δ) που θα επικαιροποιήσει τη μεθοδολογία της πολιτείας σε επίπεδο Ασφάλειας. Για παράδειγμα, η Ελλάδα δείχνει να αγνοεί ότι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που διαπερνούν το πλαίσιο ασφάλειας της χώρας σήμερα είναι η διασπορά των τζιχαντιστών μετά την κατάρρευση του ISIS στη Συρία σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο αλλά και τα Βαλκάνια. Η μέθοδος της Στρουθοκαμήλου δεν έχει βοηθήσει ποτέ κανέναν και βλάπτει πρώτα και κύρια την ίδια τη Στρουθοκάμηλο. Στο σημείο αυτό, η ενίσχυση της συνεργασίας με τα κράτη του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών και διαρκής ενημέρωσης πρώτου χρόνου είναι κομβικής σημασίας.

    Η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από τις κάλπες της 7ης Ιουλίου θα είναι όπως όλα δείχνουν η πρώτη κυβέρνηση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας που οι πολίτες δεν θα της προσφέρουν την ανοχή των 100 πρώτων ημερών. Κι αυτό είναι κάτι που προκύπτει από το μέγεθος των προβλημάτων που αυτή θα κληθεί να διαχειριστεί. Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι αυτό προσθέτει επιπλέον βάρος στους ώμους αυτών που θα κληθούν να αναλάβουν τις τύχες της διακυβέρνησης του κράτους. Προσωπικά, το θεωρώ ως εξόχως θετικό στοιχείο που θα ωθήσει τη νέα κυβέρνηση σε πυκνές και δημιουργικές δράσεις για τη μεταβολή της υφιστάμενης βαλτωμένης κατάστασης μέσα σε σύντομο χρόνο. Δεν υπάρχει άλλη προοπτική, όπως και δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου για την επόμενη κυβέρνηση, παρά να κάψει τα καράβια πίσω της και να δώσει τις μεγάλες "μάχες" που έρχονται κοιτώντας μόνο μπροστά.

    * Ο κ. Σπύρος Λίτσας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας & Επισκέπτης Καθηγητής στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου του Ελληνικού Στρατού και του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Grenoble στη Γαλλία. Είναι ομιλητής στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών στην ενότητα "Russia’s View of the International Order" την Παρασκευή 1 Μαρτίου στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών.

    Twitter address: @Spyros_Litsas

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων