Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 12-Ιουν-2019 00:07

    Διάταξη περί φοροαποφυγής: Η εύκολη λύση της καταστρατήγησης

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Μάρθας Παπασωτηρίου

    Στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ο οποίος εισήχθη με το νόμο 4174 το 2013, συναντάμε για πρώτη φορά στην ελληνική φορολογική νομοθεσία τη θεσμοθέτηση του κανόνα της φοροαποφυγής στο άρθρο 38. 

    Το πνεύμα της διάταξης αποσκοπούσε στην αποφυγή της καταστρατήγησης της εγχώριας φορολογικής νομοθεσίας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της χρήσης νόμιμων μεθόδων για να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η φορολογική υποχρέωση. 

    Η νέα τότε διάταξη έκανε λόγο για τεχνητή διευθέτηση. Ως "διευθέτηση" νοείται κάθε συναλλαγή, δράση, πράξη, συμφωνία, επιχορήγηση, συνεννόηση, υπόσχεση, δέσμευση ή γεγονός. 

    Παρ' όλο που η διάταξη είχε δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς το εύρος που θα μπορούσε να καλύψει ώστε τελικά κάθε τεχνικά νόμιμη ενέργεια να οδηγήσει σε φοροπαποφυγή, το Υπουργείο Οικονομικών δεν προέβη στην εξειδίκευση των κανόνων που για πρώτη φορά απαντούνταν σε φορολογικό νόμο και έκτοτε δεν έχει εκδοθεί καμία ερμηνευτική εγκύκλιος η οποία να καθορίζει τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου αυτού. 

    Στη συνέχεια και στα πλαίσια της προσπάθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την εξάλειψη των συνηθέστερων πρακτικών εταιρικής φοροαποφυγής εκδόθηκε η Οδηγία 2016/1164 ΕΕ, γνωστή ως Οδηγία κατά της φοροαποφυγής (ATAD), η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της προσπάθειας που καταβάλλεται παγκοσμίως για την πάταξη του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού.

    Σε εφαρμογή της Οδηγίας, ο νόμος 4607/2019, ο οποίος ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή προβαίνει σε αντικατάσταση του άρθρου 38 προκειμένου να εναρμονιστεί με την Οδηγία.  

    Με τις νέες διατάξεις εισάγεται για πρώτη φορά η έννοια του "κύριου σκοπού" μιας διευθέτησης ως προς το κατά πόσο θα θεωρηθεί ως μη γνήσια και επακόλουθα θα απορριφθεί από τις φορολογικές αρχές. Ο υπολογισμός του φόρου μιας τέτοιας μη γνήσιας διευθέτησης γίνεται βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων σε περίπτωση που απουσίαζε τέτοια διευθέτηση. 

    Προκειμένου η Φορολογική Αρχή να καταλήξει αν μία διευθέτηση είναι ή όχι γνήσια εξετάζει διάφορα στοιχεία, μεταξύ των οποίων αν αυτή εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν συνάδει με μία συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά, οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα αλλά αυτό δεν αντανακλάται στους επιχειρηματικούς κινδύνους που αναλαμβάνει ο φορολογούμενος ή στις ταμειακές ροές τους κλπ. 

    Η Φορολογική Αρχή επιφορτίζεται με το βάρος απόδειξης περί μη γνήσιας διευθέτησης και για αυτό τον σκοπό θα πρέπει να γίνεται συνολική ανάλυση και αξιολόγηση της διευθέτησης. 

    Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις που οι διευθετήσεις πραγματοποιούνται μεταξύ προσώπων στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή και έχει εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1.1.2019 και εφεξής.

    Είναι αξιοσημείωτο ότι παρόλο που το κείμενο της Οδηγίας αναφέρεται στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων η ελληνική φορολογική νομοθεσία εντάσσει τη διάταξη συστηματικά από την εισαγωγή της στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας καταδεικνύοντας έτσι τον γενικό χαρακτήρα της και την εφαρμογή σε όλους τους φόρους. Επίσης, όπως επισημαίνει και η αιτιολογική έκθεση του Ν. 4607/3029, οι γενικοί κανόνες φοροαποφυγής περιλαμβάνονται στα φορολογικά συστήματα για την αντιμετώπιση καταχρηστικών φορολογικών πρακτικών που δεν αντιμετωπίζονται με ειδικά στοχευμένες διατάξεις. Και επομένως επιτελεί υποβοηθητική λειτουργία συμπληρώνοντας κενά όπου ειδικοί κανόνες δεν ρυθμίζουν καταχρήσεις (π.χ. διάταξη περί ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών, αντικαταχρηστικός κανόνας της Οδηγίας Μητρικών- Θυγατρικών κλπ.).

    Όπως γίνεται λοιπόν αντιληπτό από τα παραπάνω αλλά και από τη διεθνή πρακτική και τη νομολογία του ΔΕΚ, η γενική διάταξη περί φοροαποφυγής θα πρέπει να εφαρμόζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις τεχνητών διευθετήσεων οι οποίες δεν εμπίπτουν σε κάποια ειδική διάταξη.  Για τον σκοπό αυτό, οι ελληνικές φορολογικές αρχές θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές ως προς την εφαρμογή της εν λόγω γενικής διάταξης σε ειδικές περιπτώσεις και να μην γίνεται καταστρατήγησή της ως η "εύκολη λύση". 

    Οι κανόνες της φοροαποφυγής έχουν τεθεί προκειμένου να μειωθεί η νόμιμη εκμετάλλευση της αναντιστοιχίας στα φορολογικά συστήματα των κρατών  - μελών για ν’ αποφεύγεται η καταβολή φόρων δισεκατομμυρίων. Με αυτόν τον γνώμονα θα πρέπει το κράτος να προβεί σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις της φορολογίας των εταιρειών που θα αναμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο φορολογούνται τα κέρδη των εταιρειών διασφαλίζοντας όμως παράλληλα ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που διευκολύνει τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο. 

    * Η κα Μάρθα Παπασωτηρίου είναι Partner / Head of Tax της Andersen Tax στην Ελλάδα

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων