Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 16-Απρ-2019 00:05

    Η ανάγκη μεταρρύθμισης της δημοσιονομικής πολιτικής

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Παναγιώτη Λιαργκόβα

    Για πολλά χρόνια η Ελλάδα, μαζί με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, αντιμετώπιζε υψηλά και επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέος. Βασική αιτία των συμπτωμάτων αυτών ήταν η έλλειψη αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας της δημοσιονομικής πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι κατά τη μνημονιακή περίοδο επιχειρήθηκαν κάποιες μεταρρυθμίσεις, μερικές από τις οποίες με επιτυχία, λείπει μια ολοκληρωμένη ατζέντα δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων που θα διασφαλίζει τη μελλοντική βιωσιμότητα της δημοσιονομικής εξυγίανσης και θα αντιμετωπίζει τα σημερινά συμπτώματα, όπως  η δυσλειτουργία των δημοσιονομικών κανόνων λόγω πολυπλοκότητας και αδυναμίας παρακολούθησης, η επικάλυψη αρμοδιοτήτων και ο κατακερματισμός των δημοσιονομικών θεσμών, η αδιαφάνεια στην παρακολούθηση εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, η εξοντωτική φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων και η κατασπατάληση των δημοσίων πόρων.

    Στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) διαμορφώσαμε μια συνολική πρόταση για τη μεταρρύθμιση της δημοσιονομικής πολιτικής που μπορεί να θεραπεύει όλες αυτές τις αδυναμίες. Η πρόταση βασίζεται πάνω σε δύο πυλώνες: (α) ενίσχυση της αξιοπιστίας και (β) βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημοσιονομικής πολιτικής.

    Η διασφάλιση της αξιοπιστίας επιτυγχάνεται με τρεις κύριους μηχανισμούς που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή στην Ευρωζώνη: (Ι) τους δημοσιονομικοί κανόνες (ΙΙ) τους ανεξάρτητους δημοσιονομικούς θεσμούς και (ΙΙΙ) τη βελτίωση του συστήματος σύνταξης και εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού. Οι πρώτοι καθορίζονται από κοινού για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Μέχρι τώρα η εμπειρία έχει δείξει ότι οι υπέρμετρα άκαμπτοι και πολύπλοκοι κανόνες συνήθως δεν αποδίδουν και δεν είναι ευαίσθητοι στις μεταβαλλόμενες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η υιοθέτηση απλών και ευέλικτων κανόνων. Οι ανεξάρτητοι δημοσιονομικοί θεσμοί αυξάνουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής και συμβάλλουν στη βελτίωση της αξιοπιστίας της.

    Η χώρα μας μέχρι πρόσφατα δεν διέθετε κανέναν δημοσιονομικό θεσμό. Σήμερα έχει δύο: το Δημοσιονομικό Συμβούλιο και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Η ύπαρξη θεσμών με παρόμοιο αντικείμενο οδηγεί σε θεσμικό κατακερματισμό και αναποτελεσματικότητα. Προτείνεται η ενοποίηση των δύο θεσμών (Δημοσιονομικό Συμβούλιο και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή) και η ουσιαστική ενίσχυσή τους κατά το πρότυπο του Αμερικανικού CBO ή του Ολλανδικού CPB. Αναφορικά με το σύστημα σύνταξης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού στη χώρα μας, παρά τις προόδους των τελευταίων ετών, αυτό εξακολουθεί να έχει  αρκετές αδυναμίες, όπως περιορισμένη διαφάνεια, μεγάλο βαθμό συγκεντρωτισμού στη λήψη αποφάσεων, μικρή ευελιξία σε ανακατανομή πόρων, διασπορά αρμοδιοτήτων, πολλαπλούς ελέγχους που όμως δεν είναι ουσιαστικοί, απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας, κλπ. Προτείνονται μεταρρυθμίσεις που θα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της κακής νομοθέτησης και θα επικεντρώνονται στα αποτελέσματα των δαπανών (π.χ. προϋπολογισμός προγραμμάτων).

    Για την έξοδο από τον φαύλο κύκλο λιτότητας, θεωρείται απαραίτητη η επαναδιαπραγμάτευση των στόχων των πρωτογεννών πλεονασμάτων (3,5% ΑΕΠ μέχρι το 2023 και 2% μέχρι το 2060). Μια μελλοντική νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί τους στόχους αυτούς. Αναφορικά με το μίγμα δημοσιονομικής προσαρμογής,  είναι γεγονός ότι βασίστηκε (και στα τρία Μνημόνια) λανθασμένα κατά κύριο λόγο στην αύξηση της φορολογίας και όχι στη μείωση των δαπανών.

    Τέλος, μετά από σχεδόν μια δεκαετία από το ξέσπασμα της κρίσης και τρία μνημόνια θεωρώ ότι ακόμη υπάρχει μεγάλο, και πολιτικώς εφικτό, περιθώριο μείωσης δαπανών και εξοικονόμησης πόρων που θα επιτρέψει την ανακούφιση των Ελλήνων από το φορολογικό άγος, π.χ. η επέκταση της επισκόπησης δαπανών στις κεντρικές υπηρεσίες του κράτους, η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας για τη στέγαση υπηρεσιών του δημοσίου, η αναδιοργάνωση του δημοσίου (μείωση του αριθμού των υπουργείων, κατάργηση υπηρεσιών που δεν έχουν αντικείμενο ή υπολειτουργούν, ηλεκτρονική διακυβέρνηση παντού) και η ενίσχυση των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Εν ολίγοις, ένα μικρό, ευέλικτο,  στρατηγικό και αποτελεσματικό κράτος μπορεί να παρέχει υψηλής ποιότητας δημόσια αγαθά.

    * Ο κ. Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι Καθηγητής στην έδρα Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, πρώην Συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων