Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 14-Μαρ-2019 00:05

    Γιατί οι προληπτικές προσαγωγές προσβάλλουν τις ατομικές ελευθερίες

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λέανδρου Ρακιντζή

    Πρόσφατα τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο κατακλύσθηκαν από σχόλια, δηλώσεις, αλλά κυρίως κραυγές αγωνίας και αγανάκτησης πολιτών με αναπτυγμένη πολιτική και δημοκρατική συνείδηση, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης πλην βεβαίως των ψεκασμένων, για τον κίνδυνο που διατρέχουν οι συνταγματικά κατοχυρωμένες ατομικές ελευθερίες των Ελλήνων πολιτών από την ολοκληρωτική νοοτροπία της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Το οποίο, όπως φαίνεται από τις δηλώσεις των επικεφαλής του, θεωρεί νόμιμες και δικαιολογημένες, κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας, τις προληπτικές προσαγωγές ατόμων, που ενδεχομένως θα μετείχαν σε μη αρεστές στην κυβέρνηση δημόσιες συγκεντρώσεις, με αιτιολογία μη νομική, αλλά πραγματική για την αποτροπή επεισοδίων. Δηλαδή ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Φαίνεται ότι ο Orwell είχε δίκιο, που έλεγε στο μυθιστόρημα του "1984” ότι ο τίτλος κάθε υπουργείου είναι αντίθετος του σκοπού του και αποκαλούσε το υπουργείο προπαγάνδας, υπουργείο αλήθειας.

    Η έννοια της προληπτικής προσαγωγής, όπως αυτή εφαρμόσθηκε στα Γιαννιτσά, και σε μερικές ήσσονες περιπτώσεις, σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας, δεν προβλέπεται από καμιά διάταξη νόμου ευθέως. Ούτε προκύπτει με ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του άρθρου 74 παρ,15 Π.Δ.141\1991. Διότι επιτρέπεται μεν η προσαγωγή προσώπων από τα αστυνομικά όργανα προς διερεύνηση τελεσθέντος ή προς αποτροπή προπαρασκευαζομένου εγκλήματος, αλλά πρέπει να υπάρχει έγκλημα και όχι πολιτική αποδοκιμασία, που όσο και εάν ενοχλεί δεν είναι έγκλημα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης.

    Στο πλαίσιο ανακτήσεως της χαμένης δημοτικότητας της κυβέρνησης στη Βόρεια Ελλάδα εξαιτίας της συνθήκης των Πρεσπών πραγματοποιούνται ομιλίες από κυβερνητικά στελέχη σε πόλεις της Μακεδονίας, όπου συνήθως γίνονται συγκεντρώσεις ατόμων, που νοιώθουν προδομένοι και δεν συμφωνούν με την παραπάνω συνθήκη. Κάποιοι από αυτούς αποδοκιμάζουν τους ομιλητές, αλλά με το να μετέχουν σε δημόσιες συγκεντρώσεις ασκούν τα συνταγματικά δικαιώματα τους και δεν είναι στο σύνολο τους, πλην εξαιρέσεων, χρυσαυγίτες ή φασίστες, όπως θέλουν να τους παρουσιάσουν τα κυβερνητικά όργανα, καθώς η αγανάκτηση των Μακεδόνων είναι ανεξάρτητη των πολιτικών πεποιθήσεών τους.

    Οι δημόσιες συγκεντρώσεις όμως, επιτρέπονται από το άρθρο 11 του Συντάγματος, οι δε αποδοκιμασίες, μετά την κατάργηση του αδικήματος της περιυβρίσεως της αρχής το 1994, δεν αποτελούν αδίκημα. Σαφώς όμως, εξυβρίσεις πολιτικών προσώπων μπορεί να συνιστούν το αδίκημα της λόγω και ενδεχομένως και της έργω εξύβρισης. Για να καταστεί όμως, η πράξη της εξύβρισης αξιόποινος απαιτείται έγκληση του παθόντος, η οποία πρέπει να είναι εξατομικευμένη δηλαδή να στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου και για συγκεκριμένη φράση, που φυσικά μόνο μετά την πράξη μπορεί να υποβληθεί.

    Συνεπώς για το ανύπαρκτο αδίκημα της μελλοντικής εξύβρισης, που δεν μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος, ότι βρίσκεται στο στάδιο της προπαρασκευής, επειδή μόνο μετά την τέλεσή του και την υποβολή μηνύσεως για συγκεκριμένες εξυβριστικές φράσεις καθίσταται ποινικώς κολάσιμο, δεν είναι δε νοητή η προληπτική προσαγωγή πολιτών. Πολύ απλά επειδή δεν υπάρχει έγκλημα να αποτραπεί.

    Εάν όμως η προσαγωγή έχει σκοπό την υποβολή συστάσεων για την αποτροπή συμμετοχής των πολιτών σε δημόσιες συγκεντρώσεις, αυτό αποτελεί βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητας του πολίτη εκ μέρους του αστυνομικού οργάνου, που, εκτός του ότι υπερβαίνει της αρμοδιότητας του, εμποδίζει τον πολίτη από την άσκηση των συνταγματικών του δικαιωμάτων του δημοσίως συνέρχεσθε.

    Από την κυβέρνηση είχε προγραμματισθεί ομιλία του Υπουργού κ. Φώτη Κουβέλη στα Γιαννιτσά για τη συνθήκη των Πρεσπών. Πριν την ομιλία και τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας, που κατά πληροφορίες της αστυνομίας θα λάμβανε χώρα, ο αστυνομικός διευθυντής Γιαννιτσών διέταξε την προληπτική προσαγωγή 17 πολιτών στο αστυνομικό τμήμα, κατόπιν άνωθεν εντολής, όπως είπε, όπου παρέμειναν περίπου δυόμιση ώρες ενδεχομένως όχι υπό κράτηση, αλλά σαφώς υπό καθεστώς στερήσεως ελευθερίας, γιατί δεν μπορούσαν να φύγουν.

    Η προσαγωγή αυτή των πολιτών είναι σαφώς παράνομη, διότι δεν διεξάγεται έρευνα προς διευκρίνιση εγκλήματος, που δεν είχε τελεστεί ούτε προπαρασκευάζετο, απλώς υπήρχε η υποψία, από πληροφορίες, που έλαβαν δια της παρανόμου παρακολουθήσεως του Facebook τους, ότι θα μετείχαν σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας κατά την ομιλία του κ. Κουβέλη.

    Φαίνεται πως το 2019 η αστυνομία παρακολουθεί με ηλεκτρονικές πλέον μεθόδους τις δραστηριότητες πολιτών με πολιτικά κριτήρια και σχηματίζει φακέλους και χωρίς την άδεια του αρμοδίου εισαγγελέως, που επιτρέπεται μόνον προς διερεύνηση συγκεκριμένου εγκλήματος. Εάν αληθεύει αυτό, και ελπίζω πως όχι, τότε πολλές προσωπικές ελευθερίες των Ελλήνων ακόμα και συνταγματικά κατοχυρωμένες κινδυνεύουν.

    Κατά πληροφορίες η ηγεσία της αστυνομίας κάλυψε τον αστυνομικό διευθυντή, αλλά 11 εκ των παρανόμως προσαχθέντων υπέβαλαν κατά αυτού μήνυση για παράνομη κατακράτηση και έργω εξύβριση και συνεπώς έρχεται η ώρα της δικαιοσύνης. Η επίκληση από τον αστυνομικό διευθυντή της άνωθεν εντολής δεν τον απαλλάσσει της ατομικής του ευθύνης, γιατί ο αστυνομικός δεν πρέπει να εκτελεί παράνομες εντολές.

    Η παραπάνω συμπεριφορά της κυβέρνησης, εάν αληθεύει και δεν ήταν υπερβάλλον ζήλος του οργάνου, σαφώς ήταν πολύ άστοχη και προκάλεσε, εκτός δυσμενών σχολίων, φόβο και ανησυχία στους πολίτες για τη δημοκρατική πορεία της χώρας σαν κράτος δικαίου, που σέβεται τους πολίτες και τα δικαιώματα τους.

    Η πρώτη γνωστή "ευγενική” προσαγωγή έγινε στους Ολυμπιακούς Αγώνες, που τελέστηκαν στην Αθήνα το 1896. Τότε είχαν έρθει παρά πολλοί ξένοι επισκέπτες και καθώς λόγω της συγκεντρώσεως του πλήθους υπήρχε αυξημένος κίνδυνος κλοπής από τους ημεδαπούς και αλλοδαπούς λωποδύτες των πορτοφολιών των ξένων -μεταξύ των οποίων και πολλοί επώνυμοι- επισκεπτών και εντεύθεν διεθνής διασυρμός της χώρας, ο τότε αστυνομικός διευθυντής Αθηνών κάλεσε τους γνωστούς ντόπιους λωποδύτες, εξηγώντας τους ότι πρόκειται περί εθνικού θέματος. Αυτοί, κατά τη διάρκεια των Αγώνων, όχι μόνο δεν έκλεψαν, αλλά παρακολούθησαν και τους ξένους λωποδύτες και δεν επέτρεψαν ούτε σ’ αυτούς να κλέψουν με αποτέλεσμα να μην κλαπεί ούτε ένα πορτοφόλι · υπήρχε τότε εθνικό φιλότιμο ακόμα και στους λωποδύτες.

    * Ο κ. Λέανδρος Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης Ε.Τ., πρώην Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων