Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 20-Φεβ-2019 00:14

    Αντίρροπες δυνάμεις επηρεάζουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γκίκα Χαρδούβελη

    Δύο αντίρροπες δυνάμεις επηρεάζουν την πορεία των ευρωπαϊκών τραπεζών και την αξία των μετοχών τους: Χαμηλή κερδοφορία αλλά και μικρότερος κίνδυνος.  Και οι δύο δυνάμεις είναι επακόλουθα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης 2007-2009.  Η κρίση οδήγησε σε σταδιακή απομόχλευση, δηλαδή συρρίκνωση του μεγέθους των τραπεζών και των κερδοφόρων δραστηριοτήτων τους, ενώ  αφύπνισε τις εποπτικές αρχές σε αυστηροποίηση του κανονιστικού πλαισίου, με αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων αλλά και των προβλέψεων για πιθανά μελλοντικά μη-εξυπηρετούμενα δάνεια.

    Πιο συγκεκριμένα, τα ετήσια έσοδα από αγοραπωλησίες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών έχουν μειωθεί στο ήμισυ, ενώ τα έσοδα από προμήθειες περίπου κατά ένα τέταρτο. Συγχρόνως, τα έσοδα από τόκους αυξήθηκαν μόνον οριακά, ανίκανα να αντιστρέψουν τη συνολική εικόνα στα έσοδα. Τα έξοδα επίσης μειώθηκαν, αλλά λιγότερο από τα έσοδα και, ως συνέπεια, τα προ-φόρων καθαρά έσοδα μειώθηκαν και η απόδοση κεφαλαίου, την οποία παρακολουθούν οι επενδυτές στο χρηματιστήριο, από επίπεδα υψηλότερα του 20% ετησίως το 2007, βρίσκονται σήμερα σε επίπεδα κάτω του 10%. 

    Τα επόμενα χρόνια η εικόνα αυτή στην κερδοφορία δύσκολα αντιστρέφεται. Πρώτον, η νέα Οδηγία για τις Υπηρεσίες Πληρωμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να πιέσει τα έσοδα από προμήθειες ακόμα περισσότερο προς τα κάτω.  Δεύτερον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός του χρηματοοικονομικού τομέα διεθνώς φέρνει νέους δυνητικούς ανταγωνιστές  από τον χώρο των Fintech, ενώ αυξάνει τα έξοδα  για τις απαραίτητες νέες επενδύσεις σε τεχνολογία.  Τρίτον,  η αναμενόμενη ομαλοποίηση, δηλαδή αύξηση, των επιτοκίων στην Ευρωζώνη μεσοπρόθεσμα πιθανόν να έχει αρνητική επίπτωση στα καθαρά έσοδα από τοκοφόρες δραστηριότητες. Τέταρτον, οι εποπτικές αρχές γίνονται ακόμα πιο αυστηρές στο μέλλον.  Οι νέοι κανονισμοί της Βασιλείας IV, που ξεκινούν το 2022 και μπαίνουν σε πλήρη εφαρμογή το 2027, επιβάλλουν αυστηρότερους ετήσιους ελέγχους και απαιτούν περισσότερα κεφάλαια για τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι τράπεζες.   Συγχρόνως, η  συνεχιζόμενη προσπάθεια για πλήρη Τραπεζική Ένωση στην Ευρώπη οδηγεί τους επόπτες να αυστηροποιούν ακόμα περισσότερα και τα κριτήρια για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τις προβλέψεις και την προστασία των καταθετών.

    Τα καλά νέα είναι ότι σήμερα οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι πιο ασφαλείς επιχειρήσεις από ό,τι ήταν πριν 10 χρόνια.  Μεγαλύτερο μέρος του ενεργητικού τους αποτελείται από παραδοσιακά δάνεια προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, ενώ μεγαλύτερο μέρος του παθητικού τους αποτελείται από καταθέσεις, οι οποίες αποτελούν ένα πιο σταθερό μέσο χρηματοδότησης των τραπεζών.   Οι τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας, όπως πριν δέκα χρόνια.  Ο κίνδυνος του Brexit δεν αρκεί για να αντιστρέψει την καλή αυτή εικόνα στα ρίσκα που αναλαμβάνουν. Αυτή η μεγαλύτερη σταθερότητα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος συνεπάγεται και μεγαλύτερη σταθερότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. 

    Οι επενδυτές που συγκρίνουν τραπεζικές μετοχές με μη-τραπεζικές, θα πρέπει να σταθμίσουν τις δύο αντίρροπες δυνάμεις που επιδρούν στην αξία των τραπεζικών μετοχών, την αρνητική επίδραση της χαμηλής μελλοντικής κερδοφορίας και τη θετική επίδραση του χαμηλού ρίσκου.  Μέχρι σήμερα η αρνητική επίδραση υπερίσχυε της θετικής και οι αποδόσεις των τραπεζικών μετοχών ήταν πολύ μικρότερες από τις αποδόσεις των μη-τραπεζικών μετοχών.

    Η σχέση αυτή δεν είναι παγιωμένη. Στο μέλλον μπορεί δυνητικά να αντιστραφεί. 

    Στην Ελλάδα, η κρίση ήταν μεγαλύτερη και η επίδρασή της στις τράπεζες εντονότερη.  Δύο φορές μηδενίστηκε η χρηματιστηριακή τους αξία (Φεβρουάριο του 2012 και Νοέμβριο του 2015) και σήμερα η αξία τους βρίσκεται στο 30% της αγοραίας αξίας μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση του Νοεμβρίου 2015.   

    Στην Ελλάδα στα προβλήματα που έχουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες προστίθεται και το ζήτημα του τεράστιου όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.   Δύσκολα μειώνονται με μόνο οδηγό τη μικρή αλλά σταθερή βελτίωση της οικονομίας. Απαιτείται μια απότομη συρρίκνωσή τους, ένα εξωτερικό σοκ πτώσης, μέσω δημιουργίας εταιρειών ειδικού σκοπού. Μόνον έτσι θα απελευθερωθούν οι τράπεζες ώστε να παρέχουν επαρκή κεφάλαια προς υγιείς επιχειρήσεις.  Μόνον έτσι η σημερινή - έστω αναιμική - ανάπτυξη θα έχει διάρκεια.

    * Ο κ. Γκίκας Χαρδούβελης είναι ομιλητής στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών στην ενότητα "What’s next for the European Banks” την Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019 στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών. 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων