Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 10-Οκτ-2017 00:05

    "Φιλοπενδυτική πολιτική και άλλοι μύθοι"

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λόη Λαμπριανίδη

    Η σημερινή κυβέρνηση συχνά κατηγορείται ότι δεν είναι φιλική προς τους επενδυτές, σε αντιδιαστολή με τη φερόμενη ως "φιλοεπενδυτική" πολιτική των υπολοίπων κομμάτων της μείζονος αντιπολίτευσης, που θεωρείται περίπου δεδομένη "κληρονομικώ δικαιώματι". Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα προσπαθήσω να περιγράψω την πραγματική εικόνα της επενδυτικής πολιτικής που άσκησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τους τρεις προγενέστερους αναπτυξιακούς νόμους (2601/1998, 3299/2004 και 3908/2011), για τους οποίους διαθέτουμε πλέον μια σαφή, εκ των έσω, εικόνα. 

    Οι αναπτυξιακοί νόμοι εν γένει αποτελούν νομοθετήματα μεγάλης πολιτικής και δημοσιονομικής βαρύτητας, μέσω των οποίων ενισχύονται άμεσα περίπου το 10% των μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων της χώρας, ενώ εμμέσως περίπου το 30% εξ αυτών. Το 95% των επενδυτικών σχεδίων που εντάχθηκαν στους προηγούμενους αναπτυξιακούς νόμους ήταν χαμηλής και σχετικά χαμηλής τεχνολογίας. Υπήρξε μια ανεξέλεγκτη υπερσυγκέντρωση επενδύσεων στους κλάδους των ΑΠΕ (ιδίως Φ/Β) και του τουρισμού, οι οποίοι αφορούσαν το 46,5% του συνόλου των επενδυτικών σχεδίων, απορροφώντας το 72,2% του συνολικού προϋπολογισμού των νόμων. Το 95% του συνόλου των επενδυτικών σχεδίων λάμβαναν την ενίσχυση με τη μορφή επιχορήγησης. Η κάθε νέα θέση εργασίας στις επενδύσεις αυτού του τύπου έφτασε να κοστίζει στο ελληνικό Δημόσιο 323.000 ευρώ. 

    Λόγω της απουσίας ουσιαστικών κριτηρίων, ένας ελάχιστος αριθμός επιχειρήσεων πήρε το μεγαλύτερο ποσοστό των ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, το 4,2% των ενισχυόμενων επιχειρήσεων πήρε το 43,6% του συνολικού ύψους των επιχορηγήσεων, ενώ σε 6 μόλις επιχειρήσεις εγκρίθηκαν ενισχύσεις ύψους 1 δισ., δηλαδή το 8,1% των συνολικών ενισχύσεων! 

    Αντίστοιχης λογικής ήταν και οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης οι οποίες, με πρόσχημα την ανάγκη για ρευστότητα στην αγορά, προέβλεπαν την παροχή υπό μορφή προκαταβολής έως και 100% της επιχορήγησης (ν. 4146/2013) με προσκόμιση εγγυητικής επιστολής. Οι νομότυπες αυτές ρυθμίσεις ήταν στην ουσία τους φωτογραφικά ευνοϊκές μόνο προς τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς σε περίοδο κρίσης ήταν οι μόνες που ουσιαστικά είχαν πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και μπορούσαν να λάβουν εγγυητικές επιστολές. Αυτό είχε  ως αποτέλεσμα κάποιοι λίγοι "μεγάλοι επενδυτές" να χρηματοδοτηθούν με  δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, τα οποία χρησιμοποίησαν ανατοκιζόμενα με επιτόκια της αγοράς ως κεφαλαιουχικές εγγυήσεις και σε άλλες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, χωρίς σε κάποιες περιπτώσεις να ολοκληρώσουν τις επενδύσεις.  

    Παράλληλα, οι πολιτικές ηγεσίες που εναλλάχθηκαν στην εξουσία κερδοσκοπούσαν πολιτικά προβάλλοντας μια απολύτως πλασματική εικόνα μεγάλης "απορρόφησης" των κονδυλίων των αναπτυξιακών νόμων, ενώ στην πραγματικότητα αυτή αφορούσε κυρίως χορηγήσεις προκαταβολών σε μεγάλες επιχειρήσεις και σε υψηλού κόστους επενδυτικά σχέδια. Η κοντόφθαλμη αυτή μικροπολιτική παραγκώνιζε τελείως τα εκατοντάδες επενδυτικά σχέδια μικρών επιχειρήσεων και τα περίπου 800 μικρά φωτοβολταϊκά έργα, που αν και τα περισσότερα εξ αυτών είχαν ήδη υλοποιηθεί τo 2012, παρέμειναν σε εκκρεμότητα επί χρόνια παρά τις πληθωρικές επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις περί άμεσης διεκπεραίωσής τους.

    Από τα λίγα μόνο αυτά ενδεικτικά δεδομένα, προκύπτει το εύλογο συμπέρασμα ότι οι αναπτυξιακοί νόμοι, αλλά κυρίως οι εμπνευστές τους, διέπονταν από μια στρεβλή λογική που εγγενώς δεν μπορούσε να επηρεάσει επί τα βελτίω τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Ο ρόλος τους περιορίστηκε σε έναν μηχανισμό άκριτης και ενίοτε επιλεκτικής παροχής ρευστότητας στην οικονομία, ενισχύοντας σχεδόν αποκλειστικά καθιερωμένους κλάδους με ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη έναντι της πολιτικής ηγεσίας, μη θέτοντας σαφείς κλαδικούς ή οριζόντιους στόχους, αγνοώντας τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και ενισχύοντας εν τέλει συστηματικά συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους.  Η στρεβλή αυτή, πελατειακής λογικής, πολιτική είχε εξαιρετικά πενιχρά και ως προς τη δημιουργία θέσεων εργασίας αποτελέσματα. Τέτοιου είδους πρακτικές οδήγησαν τελικά σε υπερδεσμεύσεις κονδυλίων, με αποτέλεσμα το 2015 να παραλάβουμε περισσότερα από 6.000 ανολοκλήρωτα επενδυτικά σχέδια με δεσμευμένες οφειλές πάνω από 6 δισ.

    Εκτός από την χωρίς στόχευση και κοντόφθαλμη λογική της προγενέστερης επενδυτικής νομοθεσίας, τεράστια προβλήματα στην επενδυτική κοινότητα δημιούργησε και η πλημμελής εφαρμογή της. Η σημαντικότερη διαδικασία ενός αναπτυξιακού νόμου, η διαδικασία αξιολόγησης των επενδυτικών σχεδίων και παρακολούθησης της υλοποίησής τους, απαξιώθηκε συστηματικά και αποδείχθηκε στην πράξη εξαιρετικά προβληματική. Οι αξιολογητές των επενδυτικών προτάσεων υποαμείβονταν, ενώ οι κρίσεις τους επί των επενδυτικών προτάσεων δεν αξιολογήθηκαν ποτέ. Είναι χαρακτηριστικό ότι συγκεκριμένος αξιολογητής έκανε 71 αξιολογήσεις επενδυτικών προτάσεων στο πλαίσιο του Ν.3908/2011 χωρίς να σχολιάσει, προτείνει ή τροποποιήσει το παραμικρό στα προτεινόμενα επενδυτικά σχέδια, παραμένοντας μέλος του οικείου Μητρώου χωρίς καμία απολύτως συνέπεια. Παρόμοιες αρρυθμίες παρατηρούνταν και στις διαδικασίες ελέγχου, ολοκληρώσεων και πληρωμών των επενδυτικών σχεδίων, καθώς ήταν αδύνατον να συγκροτηθούν Όργανα Ελέγχου από το Μητρώο Ελεγκτών (ΕΜΠΕ), στο οποίο τα ουσιαστικά ενεργά μέλη ήταν ελάχιστα. Οι εγγεγραμμένοι στο ΕΜΠΕ εργάζονταν χωρίς ειδική εκπαίδευση, χωρίς διοικητική υποστήριξη και με πολύ χαμηλή αμοιβή (30 ευρώ) για τον έλεγχο επενδύσεων πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Το αποτέλεσμα  ήταν η διενέργεια των ελέγχων να γίνεται από μικρό αριθμό  ελεγκτών, γεγονός που οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις, τόσο κατά το στάδιο της ελεγκτικής διαδικασίας όσο και για την εκταμίευση των ενισχύσεων, την επιστροφή εγγυητικών επιστολών κ.λπ. 

    Η σημερινή κατάσταση είναι τελείως διαφορετική, καθώς το ΕΜΠΕ έχει στελεχωθεί με μεγάλο αριθμό νέων επιστημόνων μετά από διαφανή και αντικειμενική διαδικασία επιλογής, που επιβλέφθηκε από ειδική Επιτροπή Διαχείρισης Μητρώων και Ελέγχου Διαδικασιών η οποία θα έχει και την ευθύνη παρακολούθησης και υποστήριξης της ορθής λειτουργίας των Μητρώων. 

    Όλες αυτές οι διαδικαστικές αστοχίες του παρελθόντος αποτελούσαν παράλληλα χρυσές ευκαιρίες διαφθοράς για τους επιτήδειους. Αποκορύφωμα της απαξίωσης των Υπηρεσιών ήταν οι συλλήψεις το 2012, εν ώρα υπηρεσίας, στελεχών της αρμόδιας Διεύθυνσης, εμπλεκομένων σε κακουργηματικού χαρακτήρα υποθέσεις διαφθοράς. Είναι άλλωστε απολύτως σχετιζόμενη και η εν ισχύ εισαγγελική παραγγελία για έλεγχο από τις εισαγγελικές αρχές του συνόλου των χιλιάδων επενδυτικών σχεδίων του νόμου 3299/2004 και του νόμου 2601/1998. 

    Για τους ίδιους λόγους, η αρμόδια Διεύθυνση, μέχρι και λίγο καιρό μετά την ανάληψη της ευθύνης της από την τωρινή πολιτική ηγεσία, κινδύνευε βάσιμα, εξαιτίας των επενδυτικών σχέδιων του νόμου 3299/2004, να  αποκλειστεί  από τη χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Χρειάστηκαν εργώδεις προσπάθειες, συνεχής συνεργασία και συγκεκριμένα μέτρα διασφάλισης της διαφάνειας, για να εξαλειφθεί ο υπαρκτός αυτός κίνδυνος. 

    Η αρνητική εικόνα που είχε σχηματιστεί στις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκάλεσε επιπρόσθετα την υποχρέωση ανάπτυξης και εφαρμογής για το σύνολο των κρατικών ενισχύσεων, ενός ενιαίου και δύσκαμπτου πληροφοριακού συστήματος (ΠΣΚΕ), που επιφέρει επιβαρύνσεις στη διαχείριση των υποβαλλόμενων επενδυτικών προτάσεων. Ανάλογες με τις παραπάνω επισημάνσεις έχουν καταγραφεί επανειλημμένα σε πλήθος εκθέσεων  ελεγκτικών μηχανισμών, οι οποίοι κλήθηκαν να ερευνήσουν ενδελεχώς την αρμόδια υπηρεσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα όσα αναφέρει στην Έκθεσή του ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης το 2014, για τις παρελθούσες προβληματικές πρακτικές: 

    "… Οι χρόνοι διεκπεραίωσης των σταδίων αξιολόγησης κυμαίνονται από λίγες ημέρες μέχρι και 48 μήνες (σε λίγες δε περιπτώσεις φτάνουν και τους 60 μήνες)…. Οι υπερβάσεις αυτές είναι συστημικές (όχι περιπτωσιολογικές) και δεν μπορούν να αποδοθούν σε φόρτο εργασίας…. Οι χρόνοι διεκπεραίωσης των σταδίων ελέγχου … κυμαίνονται από λίγες ημέρες μέχρι και 30 μήνες (σε λίγες δε περιπτώσεις φτάνει τους 36)…τεκμηριώνεται ότι οι υπερβάσεις αυτές είναι συστημικές (όχι περιπτωσιολογικές) και δεν μπορούν να αποδοθούν σε φόρτο εργασίας… Υπάρχει μεγάλη ανισοκατανομή των ανατιθεμένων αξιολογήσεων και ελέγχων… ένας πυρήνας 30-40 αξιολογητών, ελεγκτών… (ποσοστό 10% του συνόλου των 322) έχει αναλάβει σημαντικό ποσοστό των ελέγχων και αξιολογήσεων (της τάξης του 50%).... Συνολικά η υπό έλεγχο υπηρεσία παρουσιάζει έντονα λειτουργικά προβλήματα και βαθύτατες παθογένειες … μη εφαρμογή των οριζομένων από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο … την κακή οργάνωση και υποστελέχωση της υπηρεσίας, την μη ύπαρξη εξειδικευμένου τμήματος νομικής αρωγής… την απουσία ηλεκτρονικών μέσων…"

    Σε αντίστοιχες προς τις πιο πάνω διαπιστώσεις κατέληξαν, υπό μορφή συστάσεων, αρνητικής βαθμολόγησης, δημοσιονομικών διορθώσεων και κυρώσεων, η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.), αρμόδια ανεξάρτητη αρχή για τον έλεγχο της λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης  για όλα τα Επιχειρησιακά Προγράμματα του ΕΣΠΑ, η OLAF, αρμόδια ευρωπαϊκή υπηρεσία για την καταπολέμηση της απάτης, καθώς επίσης μεμονωμένες εισαγγελικές έρευνες και άλλοι αρμόδιοι για τις κρατικές ενισχύσεις ελεγκτικοί μηχανισμοί. 

    Για την αντιμετώπιση των φαινομένων αυτών σήμερα καταβάλλεται ιδιαίτερη, συνεχής και επίπονη προσπάθεια προκειμένου να δημιουργηθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο (νομοθετήματα, υπουργικές αποφάσεις, εγκύκλιοι κ.λπ.), με ενιαίους κανόνες και διαφανείς διαδικασίες που θα επιτρέψει στις υπηρεσίες εφαρμογής των αναπτυξιακών νόμων να διαχειρίζονται με ασφάλεια δικαίου (και για τους επενδυτικούς φορείς) τα ανακύπτοντα ζητήματα για το σύνολο των επενδυτικών σχεδίων. 

    Αυτές τις μεταξύ πολλών άλλων ζοφερές συνέπειες της "φιλοεπενδυτικής" πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων κληθήκαμε το 2015 ως νέα κυβέρνηση να διαχειριστούμε και να θεραπεύσουμε. Να διεκπεραιώσουμε δηλαδή τις οδυνηρές για πλήθος επενδυτών μακρόχρονες εκκρεμότητες των παλιότερων επενδυτικών νόμων και παράλληλα να δημιουργήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πλαίσιο,  για την επίτευξη ενός βιώσιμου ανταγωνιστικού και κοινωνικά δίκαιου μοντέλου ανάπτυξης, που θα αποτελέσει βασικό πυλώνα για την  επίτευξη  του αναπτυξιακού σχεδιασμού της χώρας, όπως αυτή έχει πλέον αποτυπωθεί στην Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική 2021. 

    Ο Αναπτυξιακός Νόμος 4399/2016 συντάχθηκε μετά από πολύμηνη διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, σε διαρκή επικοινωνία με την Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ε.Ε. και με την ουσιαστική συμμετοχή των αρμόδιων υπηρεσιών, η συσσωρευμένη τεχνογνωσία των οποίων κατά τη σύνταξη των παλιότερων νομοθετημάτων παραγνωριζόταν προς όφελος μεγάλων δικηγορικών και ελεγκτικών εταιρειών. Ως προς τη λογική που τον διέπει σημειώνεται ενδεικτικά ότι έχουν εισαχθεί σειρά καινοτόμων διατάξεων με συγκεκριμένη αναπτυξιακή στόχευση, όπως:  α) το ανώτατο όριο στο ύψος της ενίσχυσης, την οποία δύναται να λάβει κάθε υπαγόμενο επενδυτικό σχέδιο, προκειμένου να διευρυνθεί κατά πολύ η δεξαμενή των δικαιούχων, β) η κατά προτεραιότητα ενίσχυση επιχειρηματικών σχεδίων έντασης γνώσης και υψηλής προστιθέμενης αξίας,  γ) η επανεκβιομηχάνιση της χώρας με την παροχή ειδικών κινήτρων για την αξιοποίηση υφιστάμενων αλλά σε αδράνεια, επιχειρήσεων και εξοπλισμού,  δ) η αξιοποίηση νέων επιστρεπτέων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως τα Ταμεία Συμμετοχών, για τη μέγιστη δυνατή μόχλευση δημόσιων κεφαλαίων με ιδιωτικά, ε) σαφής έμφαση στην παροχή ενισχύσεων με φοροαπαλλαγές, για την ενίσχυση  του αποτελέσματος και της απόδοσης της επένδυσης, στ) απλοποίηση και ψηφιοποίηση του συνόλου των διαδικασιών αξιολόγησης και ελέγχου των επενδυτικών σχεδίων για τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη διασφάλιση της διαφάνειας. Ήδη από το πρώτο έτος εφαρμογής του νέου αναπτυξιακού νόμου η αλλαγή στο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας έχει αρχίσει να υλοποιείται. Έχουν υποβληθεί 800 περίπου επενδυτικά σχέδια με προϋπολογισμό πάνω από 2 δισ., από τα οποία το 50% περίπου αφορά  στη βιομηχανία και το 58% εξ αυτών  έχει αιτηθεί φοροαπαλλαγής.

    Δυστυχώς, αντί της υιοθέτησης αυτοκριτικής διάθεσης, γινόμαστε μάρτυρες της εξιδανίκευσης ενός παρελθόντος κάθε άλλο παρά άμεμπτου και επαινετού. Η χώρα χρειάζεται ευρύτερες συναινέσεις και νέα νοοτροπία για να μπορέσει να ξεφύγει από την βαθιά ύφεση και να ακολουθήσει ένα καινούριο πολιτικό-οικονομικό υπόδειγμα. Ας μην μπερδεύουμε λοιπόν σκόπιμα την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, η οποία ενθαρρύνει την υγιή επιχειρηματικότητα με στόχο την ανάπτυξη της χώρας, την εξάλειψη της ανεργίας, την κοινωνική δικαιοσύνη και την μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, με μια πολιτική που υλοποιείτο μέχρι πρότινος χωρίς συγκεκριμένη στόχευση, με πολλά περιθώρια για εξυπηρέτηση λίγων "εκλεκτών" και που για κάποιο ανεξήγητο λόγο βαφτίστηκε "φιλοεπενδυτική". 

    *  Ο κ. Λόης Λαμπριανίδης είναι Γενικός Γραμματέας Στρατηγικών & Ιδιωτικών Επενδύσεων - υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ