Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 24-Ιουν-2016 03:38

    Θέατρο σκιών

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Γράφει ο χρήστης του Forum του Capital Ιουλιανός

    Από μικρό παιδί με έθελγε με έναν πολύ περίεργο, πολύ ιδιαίτερο τρόπο το θέατρο σκιών. Θα ’μουν τεσσάρων-πέντε χρονών, ήταν θαρρώ η τελευταία χρονιά της Δικτατορίας, όταν ο πατέρας μου, δασάρχης τότε Ελασσόνας, μας πήγε, εμένα και την αδελφή μου, να παρακολουθήσουμε για πρώτη φορά "Καραγκιόζη". Η χαρά ήταν τέτοια στο πρόσωπό του, ώστε γλύκαινε τη δικιά μας αμηχανία και λίγο-λίγο τη μετέβαλλε σε αδημονία. Θα πηγαίναμε για μας, βέβαια, τα παιδιά, αλλά και για κείνον, που καμάρωνε ότι στην πρώιμη εφηβεία του εμψύχωνε τον μπαρμπα-Γιώργο στο παιδικό, ερασιτεχνικό θέατρο σκιών του μαχαλά μιας άλλης εποχής.

    Ήταν Κυριακή, η παράσταση ήταν προγραμματισμένη για νωρίς το μεσημέρι. Ο κόσμος –γονείς και παιδιά, ανάμεσά τους κι ορισμένα ασυνόδευτα γερόντια– συνέρρεε μετά τον εκκλησιασμό και τον καφέ ή το "υποβρύχιο" στην πλατεία, για να απολαύσει ένα από τα ελάχιστα θεάματα που προσφέρονταν εκείνο τον καιρό σε μια μικρή, πληκτική, "άνυδρη", άχρωμη και άοσμη επαρχιακή κωμόπολη. Το άλλο ήταν ο κινηματογράφος, όπου "Τα κανόνια του Ναβαρόνε" ή "Οι άθλοι του Ηρακλέους" προβάλλονταν σε χᵛ προβολή, με καθυστέρηση δεκαπενταετίας από την εποχή της πρώτης προβολής.

    Σκέφτομαι σήμερα, πάνω από σαράντα χρόνια μετά, ότι δεν ήταν και καμία σπουδαία παράσταση. Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας στιγμή, την αρχική περιέργεια διαδέχθηκε η βαθειά εντύπωση που προξένησαν στο αεικίνητο βλέμμα του παιδιού οι φιγούρες και τα σκηνικά. Όλος εκείνος τρυπητός και έντονα φωτισμένος πίσω απ’ το πανί δισδιάστατος κόσμος ήταν κάτι πρωτοφανέρωτο και τόσο προδήλως "ψεύτικο", ώστε ακόμα αναρωτιέμαι ποια ήταν τα στοιχεία της σύμβασης που έκαναν δυνατή τη συμμετοχή σ’ αυτόν του θεατή. Τα πρόσωπα στερεότυποι χαρακτήρες, που ήξερες ήδη προτού "μιλήσουν" τι θα πουν και τι θα πράξουν. Ο Καραγκιόζης, ο Χατζηαβάτης, η Αγλαΐα, τα Κολλητήρια, ο Πασάς, ο Βεληγκέκας, ο μπαρμπα-Γιώργος, ο σιόρ Διονύσιος, ο Μορφονιός, ο Σταύρακας, ο Εβραίος. Ένας ολόκληρος μικρόκοσμος καμωμένος από σταθερούς ρόλους, με σταθερά όρια και σταθερές δυνατότητες. Το ψέμα του ήταν η αλήθεια του. Το ότι τα πράγματα είχαν έτσι ακριβώς και δεν μπορούσαν να εξελιχθούν αλλιώς ήταν ο τρόμος κι ο καθησυχασμός του. Τίποτε δεν άλλαζε κι όλα ίδια μέναν, κατά το γνωστό άσμα, με τα ευτράπελα και τις ματσαραγκιές να γεμίζουν το τεράστιο κενό της απουσίας της τρίτης διάστασης και της δικής της, πιο αβέβαιης, πιο επίφοβης, πιο ροϊκής αλήθειας.

    Αυτή ήταν η μαγεία του θεάτρου σκιών. Απευθυνόταν στο κοινό προβάλλοντας μια συνείδηση του κόσμου ουσιαστικά ανιστορική, χωρίς ίχνος επαγωγικών συνάψεων, χωρίς πραγματικές εσωτερικές ή εξωτερικές διαδρομές, χωρίς δράματα. Μια απλούστευση. Μια νηνεμία που απέκλειε κάθε αντίθετη σκέψη ή προσδοκία. Ό,τι "συνέβαινε" δεν θα ’χε καμιά σημασία αν δεν "συνέβαινε". Ό,τι λεγόταν θα μπορούσε να υποτεθεί χωρίς να λεχθεί. Το θέατρο σκιών ήταν μια ακίνδυνη προέκταση του θρυμματισμένου εαυτού. Η σκηνικά παρουσιασμένη ανάγκη ενός άλλου κόσμου. Ανάμεσα στις εναλλαγές των σκιών ήσουν έτοιμος να δεχτείς τα πάντα, να συγχωρέσεις τα πάντα, να ξεχάσεις τα πάντα. Η πλοκή ήταν τόσο υποτυπώδης ώστε κάθε επέμβαση της γνώσης ή της φαντασίας να μοιάζει περισσότερο δυσβάστακτη για σένα που θα την επιχειρούσες παρά για την "κανονικότητα" το έργου. Η όλη εμπειρία ήταν συναρπαστική καθόσον, αν μη τι άλλο, ήταν ελάχιστα, οριακά εμπειρική. 

    Ναι, με γοήτευε η ψευτιά που παρουσιαζόταν ως αλήθεια. Με γοήτευαν τα εκ των προτέρων γνωστά όρια. Οι βέβαιες, στέρεες ατάκες. Οι κοινοί παρονομαστές. Η "λαϊκότητα". Η φτήνια. Το ελάχιστο που μπλεκόταν περίεργα με το μέγιστο. Δεν υπήρξε ποτέ, θαρρώ, καλύτερος μηχανισμός εξαπάτησης – που πάει να πει πιο ευχάριστος, πιο ευμενώς δεκτός – από αυτόν του θεάτρου σκιών.

    Αν επιχειρώ αυτή τη μικρή "εξομολόγηση" σήμερα, σε μια εποχή που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο της λαμπρής εκείνης παλαιάς ομιλίας του μακαριστού γέροντος Μωϋσή του Αγιορείτου με τίτλο "Το άγχος της θλίψεως", το κάνω διότι εντελώς αυθόρμητα, καθώς στη σημερινή μου κατάσταση παρακολουθώ την πολιτική, οικονομική και εν γένει κοινωνική πραγματικότητα, συνειδητοποιώ ότι οι φιγούρες του θεάτρου σκιών, το ίδιο δισδιάστατες όπως και τότε, έχουν κατέβει απ’ τον μπερντέ και κατακλύσει τον κόσμο των θεατών. Έχουν γίνει οι ίδιες θεατές της ιστορίας που γράφουμε εμείς οι άλλοι, όσοι έχουμε σάρκα και οστά, κι εμείς πάλι, σε τούτη την περίεργη αντιστροφή των ρόλων, τείνουμε να γίνουμε, εκόντες άκοντες, οι διασκεδαστές του. Δεν αναγνωρίζετε ανάμεσά μας τον Καραγκιόζη, τον Χατζηαβάτη, την Αγλαΐα, τα Κολλητήρια, τον Πασά, τον Βεληγκέκα, τον μπαρμπα-Γιώργο, τον σιόρ Διονύσιο, τον Μορφονιό, τον Σταύρακα, τον Εβραίο; Δεν αισθάνεστε παράξενα που τα "πρόσωπα" αυτά, χωρίς καθόλου ν’ αλλάξει το σενάριο του μπερντέ, μιλούν πλέον ανάμεσά μας, αντιτάσσουν τους ρόλους τους στον δικό μας, χειρίζονται τον περίεργο, άγνωστο σ’ αυτά κόσμο μας όπως ακριβώς χειρίζονται τον δικό τους κόσμο, διαπερνούν με τη λεπιδωτή λεπτότητά τους τον όγκο μας, τυλίγουν με τις στερεότυπες ατάκες τους τις δικές μας λαβυρινθώδεις, σκοτεινιασμένες σκέψεις; 

    Εγώ και το βλέπω και το κατανοώ. Μάλιστα το θεωρώ εντελώς φυσιολογικό. Όταν μια κατάσταση διανοητικής, ηθικής, αισθητικής πολυπλοκότητας και υπερβολής εγγίσει τα δικά της πεπερασμένα – πλην όμως δυσδιάκριτα – όρια, επόμενο είναι το "και μη παρέκει" να εκδηλωθεί ως εντροπία. Επόμενο είναι, σε τούτη τη σειρά των σκέψεων, μια κατάσταση αδιέξοδη να συγκαλυφθεί, αν όχι να απορροφηθεί, από τη στερεότυπη αληθοφάνεια μιας άλλης, απλοϊκής, χωρίς ανάγκη διεξόδου κατάστασης. Πιστεύεις άκριτα ό,τι βλέπεις. Ο κόσμος είναι αυτό που βλέπεις. Δεν σκαλίζεις τίποτα, διότι στο παρελθόν σκάλισες πολλά. Όλα είναι τόσο πιο απλά όταν δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Ούτε από σένα ούτε απ’ τους άλλους. 

    Αφήνεις τις σκιές να κινούνται γύρω σου, μέσα σου, και το παραμύθι τους να ξετυλίγεται όπως πάντα, ανώδυνα, ανεπαίσθητα, ειρηνικά, χωρίς την ανάγκη καμίας απολογίας. Αφήνεις τη χώρα σου να είναι ο μπερντές, τα όνειρά σου η γέφυρα ανάμεσα στο σεράι και την παράγκα, το μυαλό σου το πεισματωμένο χτύπημα του κομπολογιού του Σταύρακα στο χοντρό του τακούνι, το γλυκερό και γεμάτο τσακίσματα σεφαραδίτικο τραγούδι του Εβραίου, η περιπαθής πασετζιάτα του σιόρ-Διονύσιου. Έχεις πάψει να είναι αυτοκυβερνώμενος. Είσαι ακυβέρνητος. Είσαι έρμαιο. Αποδέχεσαι τα πάντα. Την αλήθεια ως ψέμα. Το ψέμα ως αλήθεια. Τη γελοιοποίηση και την αυτογελοιοποίησή σου ωσάν τούτα τα δυο να μη ενέχουν καμιά αυτοπάθεια, να μη νιώθονται. Την απώλεια της τρίτης διάστασης που σ’ έκανε τόσο δυστυχή, τόσο καταστροφικό μαζί κι αδύναμο, προτού γίνεις σκιά…

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ