Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 08-Οκτ-2013 07:20

    Έχουμε τελειώσει με την Υπερκατανάλωση;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Τάσου Αναστασάτου

    Η αναθεώρηση επί τα βελτίω της εκτίμησης για την πορεία του ελληνικού ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο του 2013 αποτέλεσε μία θετική έκπληξη σε σχέση με την αρχική εκτίμηση. Ωστόσο, είναι συνεπής με τις προβλέψεις της Eurobank κι επιβεβαιώνει μία πορεία αποκλιμάκωσης της ύφεσης. Η δυναμική των επιμέρους συστατικών του ΑΕΠ συνηγορεί στο ότι η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης εντός του 2014 είναι πλέον ένα ρεαλιστικότερο ενδεχόμενο. Τούτου δοθέντος, πρέπει να τονιστεί ότι σε μεγάλο βαθμό η βελτίωση οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες, ήτοι την καλή χρονιά του τουρισμού και την μείωση της αξίας των εισαγωγών πετρελαίου. Η εγχώρια κατανάλωση συνεχίζει να μειώνεται, έστω και με μειούμενο ρυθμό και, το βασικότερο, το ίδιο συμβαίνει και με τις επενδύσεις. 

    Οι θετικές εξελίξεις στην οικονομική συγκυρία δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζουν από τη μεγάλη εικόνα. Μέσα στον κυκεώνα των μακροοικονομικών αριθμών οι οποίοι κατακλύζουν τα ΜΜΕ καθημερινώς, υπάρχει ένα μέγεθος το οποίο λανθάνει της προσοχής: παρά τις αλλεπάλληλες δραματικές μειώσεις της εγχώριας ζήτησης,  ο λόγος της ιδιωτικής κατανάλωσης προς το ΑΕΠ παραμένει στο 74%, όσο περίπου ήταν και το 2009. Ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 57,5%. Σημαίνει αυτό ότι η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να υπερκαταναλώνει; Εξαρτάται πως ορίζει κανείς την δυνητική οικονομική παραγωγικότητα. Εάν θεωρήσουμε ότι οι πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, χωρίς το ντοπάρισμα του ξέφρενου δημόσιου δανεισμού των προηγούμενων ετών, δίνεται από το επίπεδο του σημερινού ΑΕΠ, τότε η απάντηση είναι καταφατική. Αυτό, δυστυχώς, θα συνεπαγόταν ότι η κατανάλωση θα έπρεπε να μειωθεί περαιτέρω ώστε το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Με απλά λόγια, ακόμα κι αν το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου μηδενιστεί εν μέσω της υφέσεως, εάν δεν μπορούμε να είμαστε παραγωγικότεροι, άμα το πέρας της υφέσεως η ανακάμπτουσα ζήτηση θα μεταφραστεί σε εκ νέου αύξηση των εισαγωγών και το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών θα ξαναγίνει ελλειμματικό. Αυτό είναι ακόμα πιθανότερο λόγω του γεγονότος ότι αμφότερες οι εξαγωγές και οι επενδύσεις της ελληνικής οικονομίας έχουν ένα μεγάλο ποσοστό εισαγόμενων ενδιάμεσων αγαθών τα οποία χρησιμοποιούν ως εισροές. 

    Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΕ, η ελληνική οικονομία έχει αυτή τη στιγμή αρνητικό παραγωγικό κενό (δηλαδή έλλειμμα ζήτησης εν σχέση προς την συνολική προσφορά) περί τις 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Οι νεόκοποι του κεϋνσιανισμού υποστηρίζουν ότι αρκεί να τονώσει κανείς τη ζήτηση με δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων και ιδιωτικό δανεισμό για να χρησιμοποιηθεί αυτή η σχολάζουσα παραγωγική δυναμικότητα και να πάρει μπροστά η οικονομία. Υπάρχει όμως μία μικρή λεπτομέρεια: με το κράτος και τις τράπεζες αποκομμένες από τις κεφαλαιαγορές προς ώρας, θα πρέπει να βρεθεί κάποιος να δανείσει τα χρήματά του σε λογικό επιτόκιο. Κι αυτός ο κάποιος πρέπει να είναι αρκετά γενναίος ώστε να αγνοήσει τις διακηρύξεις τμημάτων της αντιπολίτευσης ότι δεν θα πάρει ποτέ τα χρήματά του πίσω. Η θέση τα χρήματα να βρεθούν από την μονομερή αθέτηση των δανειακών μας υποχρεώσεων έναντι των εταίρων μας, ενέχει τον κίνδυνο δραματικών επιπτώσεων στην οικονομική και γεωστρατηγική θέση της χώρας, έναν κίνδυνο που κανείς δεν πρέπει να είναι διατεθειμένος να αναλάβει.

    Το βασικότερο πρόβλημα είναι άλλο όμως. Αυτή η σχολάζουσα παραγωγική δυναμικότητα, σε μεγάλο ποσοστό, βρίσκεται σε τομείς εξυπηρέτησης της εγχώριας αγοράς. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι σε ένα περιβάλλον στο οποίο τα διαθέσιμα εισοδήματα θα παραμείνουν αδύναμα για κάποιο χρονικό διάστημα, αυτοί οι τομείς δεν μπορούν να επαναλάβουν τους φρενήρεις ρυθμούς ανάπτυξης των προηγούμενων ετών (μέσω δανεικών). Ίσως λοιπόν αυτή η δυναμικότητα να μην είναι και τόσο... παραγωγική. Εάν, για παράδειγμα, η πλεονάζουσα προσφορά αφορά εξοπλισμό παρασκευής ροφημάτων καφέ, υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι ο επόμενος κύκλος αειφόρου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας μπορεί να βασιστεί στο εκ νέου άνοιγμα μερικών χιλιάδων ακόμα καφετεριών; Επομένως, η ελληνική οικονομία βρίσκεται ενώπιον της γιγάντιας πρόκλησης: να μετασχηματίσει δραστικά τη δομή της ώστε να μεταφέρει πόρους προς εξαγωγικούς τομείς. Η ανάπτυξη των εξαγωγικών τομέων, μέσω και της αύξησης της επένδυσης σε αυτούς, θα μπορούσε σε βάθος χρόνου να υποκαταστήσει τη συνεισφορά της κατανάλωσης στο ΑΕΠ και να βάλει την οικονομία σε μία τροχιά ανόδου των εισοδημάτων. Αυτή η διαδικασία είναι χρονοβόρα και κοινωνικά επώδυνη, πλην όμως δεν υπάρχει σοβαρή εναλλακτική για την επίτευξη διατηρήσιμης ανάπτυξης. Μόνο η βελτιούμενη επίδοση του εξωτερικού τομέα θα επιτρέψει την άνοδο του ΑΕΠ, και άρα την βελτίωση του λόγου κατανάλωσης προς ΑΕΠ, χωρίς περαιτέρω πτώση (και σταδιακά με συγκρατημένη άνοδο) της κατανάλωσης αλλά και χωρίς να δημιουργούνται ελλείμματα στο εξωτερικό ισοζύγιο.  

    Η διαδικασία αναπροσανατολισμού της ελληνικής οικονομίας προς εξαγωγικούς τομείς πρέπει να χαρακτηρίζεται από σταδιακότητα, όχι μόνο διότι το μέγεθος της προσπάθειας το επιβάλλει, αλλά και διότι σε διαφορετική περίπτωση θα επιφέρει μεγαλύτερη καταβύθιση του ΑΕΠ και των προσδοκιών. Η απίσχναση της παραγωγικής βάσης της χώρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει καταλήξει σε έναν εξωτερικό τομέα ο οποίος είναι πολύ μικρός ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ως αποτέλεσμα, τα ποσοστά ετήσιας αύξησης των εξαγωγών τα οποία θα ήταν απαραίτητα για την αντιστάθμιση μίας έντονης πτώσης της κατανάλωσης, αντίστοιχης αυτής των τελευταίων τριών ετών, δεν είναι ρεαλιστικά επιτεύξιμα.

    Προφανώς, για να επιτευχθεί αυτός ο μετασχηματισμός, απαιτείται βελτίωση της δομικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Αλλά γι αυτό το θέμα θα επανέλθουμε.

    * Ο Δρ. Τάσος Αναστασάτος είναι Senior Economist της Eurobank
    TAnastasatos@eurobank.gr

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ