Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 23-Δεκ-2008 13:23

    Schroders Investment: Χωρίς ιστορικό προηγούμενο η έκταση της κρίσης

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    «Οποιαδήποτε προσπάθεια να προβλέψουμε το μέλλον ατενίζοντας την κρυστάλλινη σφαίρα είναι σε κάθε περίπτωση μια επικίνδυνη ενασχόληση, πολύ δε περισσότερο σε μια χρονιά σαν την εφετινή»! Αυτό σημειώνει σε έκθεσή του με ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 2008 ο κ. Alan Brown, επικεφαλής επενδύσεων του ομίλου Schroders.

    Όπως αναφέρει ο ίδιος, "δεδομένου ότι τώρα μπαίνουμε σε μία φάση οικονομικής ύφεσης, μια φάση κατά την οποία θα δούμε τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ να παραμένει αρνητικός για αρκετά τρίμηνα, είναι ενδαφέρον να δούμε ποια ήταν η επίδραση που είχαν προηγούμενες υφέσεις στα κέρδη των επιχειρήσεων και στα χρηματιστήρια. Εξετάζοντας τις περιόδους όπου τόσο τα κέρδη, όσο και οι τιμές των μετοχών των επιχειρήσεων είχαν υποχωρήσει ταυτόχρονα, μπορούμε να αρχίσουμε να ανιχνεύουμε τις προσδοκίες που θα μπορούσε να γεννήσει η τωρινή κρίση". 

    Σε αυτό το πλαίσιο υπενθυμίζει τι ανέφερε ο οίκος τον περασμένο Δεκέμβριο:

    "Καθώς ατενίζουμε προς το μέλλον και εξετάζουμε τα πιθανά ή και τα εναλλακτικά σενάρια για την παγκόσμια οικονομία, το κυρίαρχο ερώτημα παραμένει το κατά πόσο θα μπορέσουν οι πιστωτικές αγορές να επιστρέψουν σε κάποιο είδος φυσιολογικής συμπεριφοράς, έτσι ώστε να υπάρξει ανάκαμψη στις κανονικές λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Εάν οι κεντρικές τράπεζες απογοητευτούν από τα αποτελέσματα της πολιτικής τους, λόγω μιας συνεχιζόμενης έλλειψης εμπιστοσύνης, τότε θα βρεθούν σε ένα μονόδρομο όπου τα συνηθισμένα μέτρα σταθεροποίησης δεν θα επαρκούν. Αυτό βέβαια αποτελεί το πιο ζοφερό από όλα τα πιθανά σενάρια, η υλοποίηση του οποίου θα οδηγούσε ολόκληρο τον κόσμο στο μακρύ και σκοτεινό χειμώνα της ύφεσης, του αποπληθωρισμού και των ακόμη μεγαλύτερων απωλειών στις διαθέσιμες πιστώσεις. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν παρά το ανάλογο του προβλήματος της Ιαπωνίας, αλλά τώρα γενικευμένο σε παγκόσμια κλίμακα, μια εξέλιξη η οποία εάν ξεκινούσε θα μπορούσε πιθανόν να διαρκέσει πολλά χρόνια".

    "Το λάθος που κάναμε ήταν ότι, σε τελική ανάλυση, προτιμήσαμε να πιστέψουμε πως το ποτήρι ήταν μισογεμάτο και πως οι ενέργειες των κεντρικών τραπεζών για την παροχή ρευστότητας θα ήταν τελικά επιτυχείς. Δεν μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως βασικό σενάριο για τις εκτιμήσεις μας αυτό που προέβλεπε ότι το οικονομικό σύστημα θα πάψει να λειτουργεί, στην πραγματικότητα όμως αυτό ακριβώς συνέβη. Κι έτσι, βρισκόμαστε τώρα στη χειρότερη οικονομική ύφεση από τη δεκαετία του ’30. Έχοντας δε χάσει τη δυνατότητα διάχυσης της νομισματικής πολιτικής μέσα από το τραπεζικό σύστημα, είμαστε απολύτως εξαρτημένοι από μία κεϋνσιανικού τύπου δημοσιονομική παρέμβαση που στοχεύει στη διάσπαση της επιθετικής καθοδικής δίνης (downward spiral), στην οποία έχει περιπέσει η οικονομική δραστηριότητα".

    Διάγραμμα 1: Περίοδοι όπου τα πραγματικά κέρδη των εταιρειών του S&P 500 έκαναν μια διόρθωση τουλάχιστον 25 % και όπου η διόρθωση στην πραγματική τιμή των μετοχών έγινε εντός της ίδιας περιόδου (1900-2008)














    Πηγή: Yale University/Shiller, DataStream, Schroders, Ενημέρωση 26/11/2008 

    Κατά μέσο όρο μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

    – Τα κέρδη μειώνονται κατά 44 % και οι τιμές των μετοχών υποχωρούν κατά 41 %

    – Οι τιμές τους αρχίζουν να ανεβαίνουν απότομα εννέα μήνες πριν από την ανάκαμψη των κερδών. Οι τιμές των μετοχών, σε αυτό το διάστημα, έχουν την τάση να κάνουν ένα ισχυρό ράλλυ, με μία αύξηση η οποία κατά μέσο όρο κυμαίνεται στο 27%. Κατά την ύφεση του 2001-2003 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά ότι αυτή η τάση αναστράφηκε, με τις τιμές των μετοχών να ανακάμπτουν ισχυρά πέντε μήνες μετά την βελτίωση της κερδοφορίας.

    Μέσα στο 2008 ζήσαμε μια πολύ απότομη διόρθωση τόσο στην κερδοφορία των εταιρειών, όσο και στην απόδοση των μετοχών. Οι τιμές των μετοχών υποχώρησαν κατά μέσο όρο, περίπου 40 %, ενώ τα κέρδη έπεσαν και αυτά κατά το ίδιο ποσοστό. Από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα (YTD) ο δείκτης S&P 500 έχει επιτύχει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση όλων των εποχών από το 1871. Παρόλα αυτά, οι χρηματιστηριακές αγορές συνηθίζουν μετά από τόσο μεγάλες πτώσεις να μπαίνουν σε φάση ισχυρής ανάκαμψης με ένα ράλλυ στις τιμές των μετοχών τους. Σε πέντε από τα επτά χρόνια, όπου η απόδοση του S&P ήταν χειρότερη από -20 %, ακολούθησε μια ισχυρή απόδοση το αμέσως επόμενο έτος. Αυτή η αισιοδοξία, βέβαια, θα πρέπει να μετριαστεί κάπως από το γεγονός ότι το 1931 ακολουθήθηκε από το 1932 (απόδοση μετοχών -43 % που συνεχίστηκε με περαιτέρω πτώση -9 %) και ότι το 1974 ακολούθησε το 1973 (απόδοση μετοχών -15%, η οποία ακολουθήθηκε από νέα πτώση -27 % το επόμενο έτος).

    Διάγραμμα 2: Κατανομή της συνολικής ετήσιας απόδοσης των μετοχών του S&P 500 από το 1871 μέχρι σήμερα. 


    Πηγή: Yale University/Robert Shiller, DataStream, Schroders. YTD – 17/11/2008

    Παλαιότερα, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, παρατηρήθηκε μια αύξηση στο ποσοστό της συμμετοχής των επιχειρήσεων στο ΑΕΠ. Μια τέτοια αύξηση βοηθά στο να αντισταθμιστεί η πτώση στην κερδοφορία, λόγω των αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης. Στη τωρινή κρίση, όμως, φαίνεται ότι θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες τόσο από τη μείωση της κερδοφορίας, όσο και από τους αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης.


    Διάγραμμα 3: Αναθεωρήσεις στις προβλέψεις των αναλυτών για τα κέρδη των εταιρειών S&P 500 


    Πηγή: DataStream, Schroders

    Η πιθανότητα για μια μεγάλη αρνητική εξέλιξη στην κερδοφορία των επιχειρήσεων αποτυπώνεται στη σημαντική αναθεώρηση προς τα κάτω στις εκτιμήσεις των αναλυτών για τα κέρδη των επιχειρήσεων κατά τους επόμενους 12 μήνες.

    Όμως, παρόλο που οι εκτιμήσεις για τα κέρδη παραμένουν απαισιόδοξες, είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να υπολογίσουμε το βαθμό στον οποίο μια τέτοια αρνητική εξέλιξη έχει ήδη προεξοφληθεί από τις αγορές στις τιμές των μετοχών. Από τη στιγμή που οι αγορές έχουν πλήρως αποτιμήσει την επίδραση της πτώσης των κερδών της επόμενης περιόδου στις τιμές των μετοχών, τότε μπορούν να αρχίζουν να κοιτάζουν πέρα από το ενδεχόμενο αυτό και να βλέπουν τους μελλοντικούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τείνουμε να παρατηρούμε το ράλλυ στις τιμές των μετοχών εννιά μήνες πριν το χρονικό σημείο όπου τα κέρδη των εταιρειών πιάνουν πάτο.

    Κι ενώ οι τιμές των μετοχών μπορεί να σημειώνουν απότομες διακυμάνσεις στη διάρκεια της ύφεσης, καθώς οι αγορές ταλαντεύονται γύρω από την αβεβαιότητα στην εκτίμηση της μελλοντικής κερδοφορίας, η μερισματική απόδοση τείνει να παραμένει σχετικά σταθερή.

    Διάγραμμα 4: Ρυθμός ανάπτυξης πραγματικών μερισμάτων των εταιρειών του S&P 500 


    Πηγή: DataStream, Schroders

    Στην πραγματικότητα, τα μερίσματα αυξάνονται από τη δεκαετία του 1950 με ένα σταθερό ρυθμό. Παρά τις μεγάλες διακυμάνσεις που παρατηρήθηκαν στα εταιρικά κέρδη, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης των μερισμάτων ανέρχεται στο 1.7 %.

    Εάν οι εταιρείες συνεχίζουν να προστατεύουν τα μερίσματα με την πολιτική τους, τότε μπορούμε να αρχίσουμε να επιχειρηματολογούμε υπέρ της μερισματικής απόδοσης, κάτι που βεβαίως θα υπονόμευε τα χρηματιστήρια και τις αγοροπωλησίες μετοχών. Η βασική δυσκολία με ένα τέτοιο επιχείρημα είναι ότι οι εταιρείες βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με μία σημαντική μείωση των διαθέσιμων πιστώσεων. Έτσι, με δεδομένη την μέχρι τώρα ανεπάρκεια της νομισματικής πολιτικής, ο βαθμός υποχώρησης των εταιρικών κερδών εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο θα καταφέρει το κεϋνσιανό πακέτο στήριξης της οικονομίας να μας τραβήξει έξω από την καθοδική δίνη στην οποία έχει περιπέσει η οικονομική δραστηριότητα.

    Διάγραμμα 5 : Η διαφορά απόδοσης FTSE All Share - κρατικών ομολόγων


    Πηγή: DataStream, Schroders

    Σε κάθε περίπτωση, η σύγκριση της μερισματικής απόδοσης του συνόλου των μετοχών του δείκτη FTSE All Share με την απόδοση των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων μας βοηθά να σταθμίσουμε το πόσο ελκυστική είναι η κάθε μία από τις παραπάνω επενδυτικές επιλογές. Με ιστορικούς όρους, η μερισματική απόδοση των εταιρικών μετοχών υστερεί σημαντικά σε σχέση με την απόδοση των 15ετών και των 20ετών κρατικών ομολόγων.

    Όμως, η απότομη πτώση των τιμών των μετοχών οδήγησε στη δραστική αύξηση των μερισματικών τους αποδόσεων. Θεωρητικά, η μερισματική απόδοση του δείκτη FTSE All Share είναι τώρα υψηλότερη από την απόδοση του 15ετούς ομολόγου του βρετανικού δημοσίου. Η αρνητική διαφορά απόδοσης (σε βάρος των μετοχών) έχει τώρα αντιστραφεί! Παρόλα αυτά, τα στοιχεία αυτά μάλλον υπερεκτιμούν την απόδοση των μετοχών, δεδομένου ότι είναι πιθανό για τα επόμενα λίγα χρόνια μόνο ορισμένες τράπεζες να είναι σε θέση να δώσουν μέρισμα. Εξετάζοντας τη μερισματική απόδοση του FTSE All Share, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψη η απόδοση των οργανισμών του τραπεζικού/οικονομικού κλάδου, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η διαφορά στην απόδοση μεταξύ ομολόγων και εταιρικών μερισμάτων έχει μεν μικρύνει σε σημαντικό βαθμό, αλλά δεν έχει ακόμη αντιστραφεί.

    Δημόσιο χρέος

    Μία από τις ανησυχίες που εγείρονται εξαιτίας του καλπάζοντος ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού έχει να κάνει με την συνεπαγόμενη αύξηση στο δημόσιο χρέος. Σε μία πρόσφατη ομιλία του ο κ. Mervyn King αφηγήθηκε ένα ανέκδοτο σχετικά με την πρώτη τηλεοπτική συνέντευξη του διοικητή της τράπεζας της Αγγλίας το 1955. Το θέμα εκείνης της συζήτησης ήταν το δημόσιο χρέος. 

    Cobbold
    (διοικητής):
    Το δημόσιο χρέος αντιπροσωπεύει το σύνολο των χρημάτων το οποίο οι κυβερνήσεις έχουν δανειστεί στο πέρασμα των χρόνων από το κοινό, κυρίως από το εσωτερικό και ως ένα βαθμό από το εξωτερικό. Στην πραγματικότητα αυτό είναι το ύψος των δαπανών που οι κυβερνήσεις απέτυχαν να καλύψουν μέσω των δημοσίων εσόδων της αντίστοιχης περιόδου.
    Day:
    Έχουμε πληρώσει για τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο;
    Cobbold:
    Όχι
    Day:
    Έχουμε πληρώσει για τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο;
    Cobbold:
    Όχι
    Day:
    Έχουμε πληρώσει για τη μάχη του Βατερλώ?
    Cobbold:
    Δεν νομίζω πως μπορείς να πεις ακριβώς κάτι τέτοιο.


    Αυτό που υπογραμμίζει το συγκεκριμένο ανέκδοτο είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί την δυνατότητα μιας κυβέρνησης να δανείζεται από τους πολίτες, το γεγονός δηλαδή ότι το κράτος, θεωρητικά τουλάχιστον, διαρκεί στο διηνεκές. Αυτό σημαίνει ότι εάν η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, η αξία του δημοσίου χρέους σε σχέση με τα φορολογικά έσοδα θα μειώνεται. Η οικονομία, επίσης, παρουσιάζει μικρές πληθωριστικές τάσεις, καθώς το κράτος με την πρακτική να εκδίδει την πλειοψηφία των κρατικών ομολόγων σε ονομαστική τιμή, οδηγεί στη μείωση της πραγματικής αξίας της οικονομίας με το πέρασμα του χρόνου. Εάν υποθέσουμε ότι ο κρατικός δανεισμός υποκαθιστά το δανεισμό του ιδιωτικού τομέα, τότε η συνολική δανειακή επιβάρυνση της οικονομίας δεν αυξάνεται. Αυτό που θα έχει μεγάλη σημασία είναι η ικανότητα της κυβέρνησης να χαλιναγωγήσει το δημόσιο έλλειμμα, έτσι ώστε να αποφευχθεί η πιστωτική ασφυξία του ιδιωτικού τομέα όταν θα ξεκινήσει η ανάκαμψη της οικονομίας, με άλλα λόγια η ικανότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τις δανειακές της ανάγκες, έτσι ώστε να περισσέψει ρευστότητα και για τους ιδιώτες. Την ίδια στιγμή, η τράπεζα της Αγγλίας θα πρέπει να αντιστρέψει τη χαλαρή νομισματική πολιτική του παρόντος, έτσι ώστε να αποφευχθεί μια έκρηξη στον πληθωρισμό. Βέβαια, για την ορθή κρίση στην εκτίμηση των παραπάνω παραγόντων θα απαιτηθεί η σοφία του Σολομώντα!

    Συμπέρασμα

    Η μερισματική απόδοση των μετοχών πλησιάζει σε ένα επίπεδο όπου ο μακροπρόθεσμος επενδυτής θα αποζημιωθεί καλά για την μεταβλητότητα στις τιμές των μετοχών, με μερίσματα που θα πλησιάζουν την απόδοση των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων, υπό την αίρεση φυσικά ότι οι εταιρείες δε θα αποφασίσουν να αλλάξουν απότομα την μερισματική τους πολιτική. Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι η αγορές, γενικώς, φτάνουν στο κατώτατο σημείο τους περίπου 9 μήνες πριν από την ανάκαμψη των εταιρικών κερδών. Βέβαια, η αισιοδοξία αυτή θα πρέπει να μετριαστεί κάπως από την παρατήρηση ότι η διάρκεια της πτώσης των τιμών του δείκτη S&P 500, εάν μετρηθεί από την κορυφή έως τον πυθμένα, φτάνει σχεδόν τα 2½ χρόνια και από το ότι στην παρούσα φάση, ο S&P 500 έφτασε στο υψηλότερο σημείο του στις 12 Οκτωβρίου του 2007.

    Για το 2009 αναμένουμε μια συρρίκνωση της βρετανικής οικονομίας της τάξης του 2 %, περίπου, ενώ η αντίστοιχη μείωση για την αμερικανική οικονομία θα φτάσει το 1.5 % περίπου. Για το 2010, αναμένουμε μια ανάκαμψη όχι ιδιαίτερα ισχυρή. Βέβαια, προϋπόθεση έστω και για αυτή την ασθενική ανάκαμψη, παραμένει η πίστη ότι το οικονομικό σύστημα θα επιστρέψει σταδιακά στο συνηθισμένο του ρυθμό και ότι η ικανότητα παρέμβασης μέσω της νομισματικής πολιτικής θα αποκατασταθεί. (Ορίστε! Άλλη μία απόδειξη του ότι δεν μπορούμε να πιστέψουμε πως το οικονομικό σύστημα έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα σε μακροπρόθεσμη βάση).

    Εάν η πίστη μας είναι δικαιολογημένη, τότε υποθέτοντας λόγου χάρη μία πτώση της τάξης του 50 % στα εταιρικά κέρδη και μία αντίστοιχη μείωση των μερισμάτων κατά 25 %, συμπεραίνουμε ότι οι τιμές των μετοχών στο χρηματιστήριο παραμένουν πολύ ελκυστικές. Παρόλα αυτά, εάν η βρετανική οικονομία σημειώσει άλλη μία πτώση της τάξης του 2 % το 2010, κι εάν τα εταιρικά κέρδη μειωθούν κατά 80 %, όπως συνέβη και στο παρελθόν για τουλάχιστον μία φορά (1917 – 1922), τότε όλα τα στοιχήματα ακυρώνονται. Ποιοι θα ήταν τότε οι δείκτες που θα έδειχναν ότι οι συντονισμένες προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών και των κυβερνήσεων αποδίδουν καρπούς; 

    Ένας βασικός δείκτης που πρέπει να παρακολουθούμε είναι το spread του Libor, καθώς σε αυτό αντανακλάται, με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια από ότι στα επίσημα ονομαστικά επιτόκια, το κόστος της τραπεζικής χρηματοδότησης. Μία επιστροφή σε spread της τάξης των 25 μονάδων βάσης, ή και χαμηλότερα, θα αποτελεί ένα σαφές μήνυμα ότι ο τραπεζικός κλάδος στέκεται και πάλι στα πόδια του, επιτρέποντας στους μηχανισμούς που διαχέουν τη νομισματική πολιτική να λειτουργήσουν και πάλι. Άλλη μία σειρά από δείκτες που πρέπει να παρακολουθούμε και οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους, είναι η μεγέθυνση ή η συρρίκνωση των αποτελεσμάτων της κεντρικής τράπεζας, η νομισματική βάση και ο συντελεστής προσφορά χρήματος/νομισματική βάση. Η συρρίκνωση του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας, σε συνδυασμό με μια πτωτική τάση στη νομισματική βάση και με την αύξηση του συντελεστή προσφοράς χρήματος προς νομισματική βάση, θα καταδείκνυαν ότι η περίοδος της ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing) πλησιάζει προς το τέλος της και ότι η πιστωτική αγορά αρχίζει να κινείται εκ νέου. 

    Δεύτερον, θα πρέπει να δούμε ενδείξεις ότι τα ποσά που εξοικονομούνται από τη μείωση φόρων δεν αποταμιεύονται, αλλά οδηγούνται στην κατανάλωση ή επενδύονται και ότι η διόγκωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στηρίζει με ικανοποιητικό τρόπο τη ζήτηση, έτσι ώστε να μπορέσει η οικονομική δραστηριότητα να βγει από την καθοδική της δίνη. Πρέπει επίσης να παρακολουθούμε στενά δείκτες όπως η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και οι λιανικές πωλήσεις για να μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε τα πρώτα σημάδια κάποιας ανάκαμψης.

    Η λεπτομερής εξέταση των όσων συνέβησαν τη δεκαετία του 1930 γεννά ένα ισχυρό κύμα αισιοδοξίας πως η παρούσα κρίση δε θα πλησιάσει καν το τρομακτικό σενάριο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης που ακολούθησε το κραχ. Ο κανόνας χρυσού (gold standard) που ίσχυε τότε, σε συνδυασμό με τον κακό σχεδιασμό της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ δημιούργησε πολύ σοβαρούς περιορισμούς στη νομισματική πολιτική που μπορούσε να ακολουθηθεί. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε μεγάλη μείωση στην προσφορά χρήματος ακριβώς τη στιγμή που η κεντρική τράπεζα θα όφειλε να προσφέρει επιπλέον ρευστότητα. Τη δεκαετία του ’30 οι καταθέτες δεν ετύγχαναν καμίας προστασίας. Οι τράπεζες χρεοκόπησαν και η προστατευτική πολιτική των κρατών της εποχής επέτεινε τα προβλήματα σε παγκόσμια κλίμακα.

    Σήμερα, έχοντας επικεφαλής της Fed τον Ben Bernanke, έναν άνθρωπο με επιστημονική ειδίκευση στην μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30, είμαστε σίγουροι ότι δε θα επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Αυτό που παραμένει ωστόσο λιγότερο σαφές είναι το κατά πόσο η συνταγή για τη νομισματική πολιτική θα φέρει αποτελέσματα στην πράξη. Σε μία πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ (Νοέμβριος 2008) καταδεικνύεται ότι όλα τα μέτρα νομισματικής πολιτικής τα οποία πάρθηκαν τώρα (δηλαδή η παροχή ρευστότητας, η προστασία των καταθετών, η εγγύηση των καταθέσεων, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και τα κατάλληλα δημοσιονομικά ερεθίσματα) αποτελούν κοινό τρόπο αντίδρασης σε 42 τραπεζικές κρίσεις του παρελθόντος, από το 1970 μέχρι σήμερα. Είναι πολύ δύσκολο, λοιπόν, να αντλήσει κανείς συμπεράσματα από την εφαρμογή των συγκεκριμένων μέτρων χωρίς να λάβει υπ’ όψη του τα αντιπαραδείγματα στην επίλυση ανάλογων κρίσεων, όπου τα μέτρα αυτά δεν απέδωσαν.

    Ευτυχώς, τα αντιπαραδείγματα δεν είναι πολλά τον αριθμό (κι αυτό αποτελεί μια πολύ καλή είδηση!), αλλά, δυστυχώς, υπάρχει το κακό προηγούμενο της Ιαπωνίας και της χαμένης δεκαετίας. Βέβαια, στην περίπτωση εκείνη φαίνεται ότι η καθυστερημένη αντίδραση των αρχών συνέβαλε σε σημαντικό βαθμό στην δημιουργία έντονου αποπληθωρισμού, κάτι το οποίο μπορεί και να εξηγεί τη σπουδή με την οποία η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ και η τράπεζα της Αγγλίας προχώρησαν αυτή τη φορά στην ανακοίνωση των μέτρων. Οφείλουμε, επίσης, να αναγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχει κάποιο ιστορικό προηγούμενο σε σχέση με την έκταση της σημερινής κρίσης, το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί έναν οδηγό για την αντιμετώπισή της. Σε τελική ανάλυση, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε για να δούμε τα αποτελέσματα.

    Όταν οι δείκτες που αναφέραμε νωρίτερα αρχίσουν να στρέφονται προς τη σωστή κατεύθυνση, τότε είναι πιθανό να σηματοδοτείται η αρχή της εξόδου από αυτή την οικονομική κρίση και να προαναγγέλλεται μία ισχυρή ανάκαμψη σε όλα τα επενδυτικά προϊόντα μειωμένης εξασφάλισης (risk assets), δηλαδή τα εταιρικά ομόλογα, τις μετοχές και τα ακίνητα. Ας ελπίσουμε ότι δε θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 2010"!

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ