Η επενδυτική στρατηγική του β’ εξαμήνου για το Χρηματιστήριο
Κυριακή, 02-Ιουλ-2023 20:00
Της Ελευθερίας Κούρταλη
Το στοίχημα της αυτοδυναμίας κερδήθηκε για το Χρηματιστήριο Αθηνών με το επόμενο κρίσιμο ορόσημο να είναι το "πότε" της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας. Το ισχυρό ράλι που κατέγραψε το Χ.Α. το προηγούμενο διάστημα τερματίζοντας πρώτο στον κόσμο και ξεπερνώντας το 36% σε αποδόσεις με πρωταγωνιστή το +60% σχεδόν των τραπεζών είχε βασιστεί στην προσδοκία για μία ισχυρή κυβέρνηση τετραετίας που θα επικεντρωθεί στην ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας, στη μείωση του χρέους και στην υλοποίηση μεγάλων μεταρρυθμίσεων.
Ήταν λογικό συνεπώς, τηρώντας και το γνωστό χρηματιστηριακό ρητό "buy the rumor, sell the fact", "αγόρασε στη φήμη, πούλα στην είδηση", να σημειωθεί η διόρθωση την οποία άλλωστε ανέμεναν εδώ και καιρό οι αναλυτές ώστε να δοθεί η ευκαιρία "αποσυμφόρησης" της τεχνικής εικόνας της αγοράς – η οποία δεν είχε δώσει κάποια "σοβαρή" διόρθωση μέχρι τότε. Και η ευκαιρία αυτή δόθηκε και έφερε νέο ανοδικό ρεύμα στο Χ.Α.
Με το εκλογικό αποτέλεσμα να επιβεβαιώνει πλήρως τις προσδοκίες των επενδυτών, πολλοί βρήκαν την ευκαιρία να κατοχυρώσουν τα εντυπωσιακά κέρδη που κατέγραφαν, και να ανασυνταχθούν ώστε να επιστρέψουν σε πιο ελκυστικά επίπεδα αποτιμήσεων των ελληνικών μετοχών. Σύμφωνα με εγχώριους αναλυτές, το Χ.Α. μάζεψε δυνάμεις αλλά και καύσιμα για τη συνέχεια και ενόψει των πολύ θετικών εξελίξεων, συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας, "λειτουργώντας" σαν μία υγιής bull market.
Η επίτευξη αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές οδήγησε στον μηδενισμό του πολιτικού κινδύνου και τη μείωση της αβεβαιότητας στην οικονομία με τους επενδυτικούς οίκους και τους οίκους αξιολόγησης να διατυπώνουν θετικά σχόλια χαρακτηρίζοντας μάλιστα ως "πιστωτικά θετική" την επανεκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη.
To ζητούμενο πλέον αφορά το "πολιτικό κεφάλαιο" που θα κλειδώσει η νέα κυβέρνηση και ακολούθως οι βαθμοί ελευθερίας που θα της εξασφαλίσει στην υλοποίηση αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, όπως επισημαίνει και η Beta Securities. Στα βασικά σημεία του νέου αφηγήματος του Χρηματιστηρίου επισημαίνονται η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η πώληση των πακέτων των τραπεζών από το ΤΧΣ και η ένταξη της αγοράς στο κλαμπ των ανεπτυγμένων χρηματιστηρίων. Σε αυτήν τη διαδρομή η αγορά θα έχει την ευκαιρία να ανανεώσει το περιεχόμενο των εισηγμένων εταιρειών, να αυξήσει τη ρευστότητά της και να διεκδικήσει μεγαλύτερο ρόλο στη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Κατά την Alpha Finance, μεταξύ των θεμάτων που θα κυριαρχήσουν στο β’ εξάμηνο, εκτός από την πιθανότητα αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας σε επενδυτική βαθμίδα είναι η σειρά από προγραμματισμένες εισαγωγές νέων μετοχών, η αναμενόμενη πώληση των ποσοστών που κατέχει το ΤΧΣ στις τέσσερις συστημικές τράπεζες και η συζήτηση για τη διατηρησιμότητα της ισχυρής δυναμικής στην κερδοφορία των εισηγμένων.
Η χρηματιστηριακή επισημαίνει πως το ισχυρό ράλι στο Χ.Α. οδήγησε σε σημαντική αύξηση στις αποτιμήσεις επιλεγμένων τίτλων, οι οποίοι, πλέον, διαπραγματεύονται σε επίπεδα αντίστοιχα με αυτά μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο. Έτσι βραχυπρόθεσμα θα πρέπει να υιοθετηθεί μία πιο προσεκτική στάση. Ωστόσο, η ανοδική τάση θα διατηρηθεί σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα, υποστηριζόμενη από το βελτιούμενο μακροοικονομικό περιβάλλον και ειδικότερα από την αύξηση των κεφαλαίων προς επένδυση από την Ε.Ε. –κυρίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας– αλλά και της δυναμικής των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων που προοιωνίζουν τη συνέχιση της εισροής κεφαλαίων και στο Χ.Α.
"Με το Ελληνικό Χρηματιστήριο να είχε σημειώσει ράλι 12% μετά τις εκλογές της 21ης Μαΐου, ξεπερνώντας τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx600 κατά ένα συντριπτικό 15%, είναι προφανές ότι το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν τιμολογημένο", σημείωσε από την πλευρά της η Eurobank Equities. "Ωστόσο, με την αγορά να προσφέρει συναρπαστικές αποτιμήσεις, χαμηλή τοποθέτηση, υγιείς μακροοικονομικές προοπτικές, σταθερό προφίλ αύξησης κερδών για τις εισηγμένες και τεχνικούς καταλύτες (αναβάθμιση κρατικής αξιολόγησης), πιστεύουμε ότι το επενδυτικό story για τις ελληνικές μετοχές δεν ήταν ποτέ πιο ξεκάθαρο τα τελευταία 17 χρόνια" επισημαίνει η χρηματιστηριακή εκτιμώντας πως η άνοδος του Χ.Α. είναι μονόδρομος το επόμενο διάστημα.
Η επενδυτική στρατηγική του β’ εξαμήνου βρίσκει την NBG Securities αισιόδοξη για την πορεία του Χ.Α. Σύμφωνα με το βασικό της σενάριο, με τις εκλογές να είναι πλέον πίσω μας, η Ελλάδα θα καταφέρει να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα στο β’ εξάμηνο (τον Σεπτέμβριο ή/και τον Οκτώβριο) επιτρέποντάς της έτσι να επιτύχει έναν σημαντικό στόχο, ειδικά σε ένα περιβάλλον νομισματικής σύσφιξης. Η χρηματιστηριακή αναμένει ότι η αναβάθμιση θα οδηγήσει σταδιακά σε re-rating των ελληνικών μετοχών (και ομολόγων) και στην ενδεχόμενη επανένταξή τους στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών, ένας αναμφίβολα θετικός καταλύτης απόδοσης, ο οποίος, ωστόσο, μπορεί να απαιτήσει μερικά χρόνια για να υλοποιηθεί. Πάντως, όπως σημειώνει, μεγάλο μέρος του αναμενόμενου οφέλους έχει ήδη τιμολογηθεί, ιδίως όσον αφορά τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων τα οποία και διαπραγματεύονται πλέον με premium έναντι των ιταλικών ομολόγων.
"Παρά την υπεραπόδοση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου ο Γενικός Δείκτης συνεχίζει να διαπραγματεύεται με μεγάλη έκπτωση (δηλαδή >40%) έναντι των παγκόσμιων δεικτών όσον αφορά τον δείκτη EV/EBITDA. Συγκεκριμένα, διαπραγματεύεται με 6,3x το EV/EBITDA του 2023, ή με 45% και με discount 41% έναντι του MSCI World και του MSCI Αναπτυγμένων Ευρωπαϊκών Αγορών αντίστοιχα, κάτι το οποίο πιστεύουμε ότι δείχνει ανοδικές δυνατότητες. Σε επίπεδο P/E, το Χ.Α. διαπραγματεύεται αυτήν τη στιγμή με έκπτωση >18%", τονίζει η NBG Sec.
Πάντως, όπως προσθέτει, οι επενδυτές θα πρέπει να γίνουν πιο επιλεκτικοί και να επικεντρωθούν σε μετοχές υψηλής ποιότητας με πιο ανθεκτικές ελεύθερες ταμειακές ροές και κέρδη, με στρατηγικές νίκης και προοπτικές αύξησης της κερδοφορίας.
Τα top picks της για το β’ εξάμηνο περιλαμβάνουν μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης, με ρευστότητα και καλά θεμελιώδη μεγέθη, ισχυρές ταμειακές ροές, βιώσιμα μερίσματα και ελκυστικές αποτιμήσεις (ΟΤΕ), προσφέροντας την καλύτερη έκθεση στον πολλά υποσχόμενο τομέα ενέργειας, καλύπτοντας σημαντικά θέματα όπως η Ενεργειακή Μετάβαση και η ανάπτυξη των ΑΠΕ (Μυτιληναίος, Cenergy Holdings). Περιλαμβάνουν επίσης μετοχές ποιοτικές, με υποστηρικτικά θεμελιώδη στοιχεία της βιομηχανίας και εξαιρετικές δυνατότητες ανάπτυξης (Aegean Airlines), ενώ μεταξύ των τραπεζών, η Τράπεζα Πειραιώς παραμένει η κορυφαία της επιλογή.
Το ισχυρό επενδυτικό story των τραπεζών
Οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών έχουν υπεραποδώσει σημαντικά τόσο σε σχέση με το σύνολο της αγοράς, όσο και σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές. Οι εντυπωσιακές αυτές επιδόσεις έχουν βάλει στο ραντάρ των επενδυτών τον κλάδο, χάρη και στην αλλαγή σελίδας που έχει σημειώσει από την περίοδο όπου τα NPEs αποτελούσαν μεγάλη ανησυχία. Όπως τόνισε και ο οίκος αξιολόγησης Fitch σε νέα έκθεσή του, τα NPEs θα συνεχίσουν την καθοδική πορεία τους και ο δείκτης NPE θα διαμορφωθεί στο 5,5%-6% στο τέλος του 2023.
Το πέρας των εκλογών και ο ορθάνοιχτος πλέον δρόμος προς την επενδυτική βαθμίδα και την υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας στηρίζει το ισχυρό επενδυτικό τους αφήγημα, με τους διεθνείς και εγχώριους οίκους να μη διστάζουν να ανεβάσουν ακόμη περισσότερο τις τιμές-στόχους που δίνουν και για τις τέσσερις συστημικές.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημειώσει εκπληκτική απόδοση, 60% από τις αρχές του έτους έναντι 8% για τον πανευρωπαϊκό δείκτη τραπεζών και 9% για τον δείκτη των τραπεζών της Κεντρικής Ευρώπη, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA), η J.P. Morgan βλέπει περαιτέρω σημαντικά περιθώρια ανόδου καθώς το discount τους συνεχίζει να είναι μεγάλο.
Η υπεραπόδοσή τους κατά την JPM, οφείλεται στα ισχυρά κέρδη και στις αναβαθμίσεις των κερδών ανά μετοχή (EPS), αντανακλώντας τα οφέλη του κλάδου από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ και τη βελτιωμένη δυναμική της ποιότητας του ενεργητικού. Με την εκκαθάριση των εκλογικών αβεβαιοτήτων, η εστίαση της αγοράς μετατοπίζεται πλέον προς την πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα, η οποία μπορεί να υποστηρίξει τη συμπίεση του κόστους ιδίων κεφαλαίων (COE) και να οδηγήσει σε περαιτέρω επενδυτικό ενδιαφέρον και ροές στις τράπεζες. Όπως τονίζει ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος διαπραγματεύεται με discount 26% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών και 45% έναντι των τραπεζών της CEEMEA σε όρους P/TBV.
Συνεπώς, η J.P. Morgan διατηρεί την overweight στάση της και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες και αυξάνει τον ορίζοντα τον προβλέψεών της έως τον Δεκέμβριο του 2024 από τον Ιούνιο το 2024 που ήταν πριν. Ειδικότερα, για τον Δεκέμβριο του 2024, η τιμή-στόχος για την Alpha Bank είναι στα 2 ευρώ από 1,5 ευρώ που ήταν με βάση τον χρονικό ορίζοντα έως τον Ιούνιο του 2024, για την Eurobank στο 1,9 ευρώ έναντι 1,6 ευρώ, για την Εθνική τα 7,3 ευρώ έναντι 6,3 ευρώ και για την Πειραιώς τα 3,9 ευρώ έναντι 2,35 ευρώ.
Η αμερικάνικη τράπεζα εκτιμά πως η Εθνική Τράπεζα βρίσκεται στην καλύτερη θέση στο περιβάλλον αυξανόμενου κόστους χρηματοδότησης, ενώ οι Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank αποτελούν τα προτιμώμενα plays της λόγω αποτίμησης.
Στην Alpha Bank επικεντρώθηκε σε νέα έκθεσή της και η Optima Bank, επισημαίνοντας πως διατηρεί τη σύστασή της για "αγορά" και αυξάνει την τιμή-στόχο για το 2023 σε 1,83 ευρώ από 1,48 ευρώ προηγουμένως, μετά την παρουσίαση του νέου επιχειρηματικού σχεδίου για την περίοδο 2023-2025. Η αναβάθμιση της αποτίμησης, όπως εξηγεί, αποδίδεται i) στην αναβάθμιση των προβλέψεών της για την περίοδο 2023-2025 σύμφωνα με το νέο επιχειρηματικό σχέδιο, ii) σε δύο ακόμη αυξήσεις επιτοκίων κατά 50μ.β. συνολικά από την ΕΚΤ το 2023, σύμφωνα με τις προσδοκίες της αγοράς και iii) στο χαμηλότερο κόστος ιδίων κεφαλαίων (11,3% έναντι 13,5% προηγουμένως). Η Alpha διαπραγματεύεται 0,58x το P/TBV23E, με έκπτωση 27% ως προς τις τράπεζες της Νότιας Ευρώπης και με έκπτωση 17% ως προς τις ελληνικές τράπεζες.
Παράλληλα, η Optima προσθέτει πως η διοίκηση στοχεύει στην επανέναρξη καταβολής μερισμάτων από τα κέρδη του 2023, υπό την προϋπόθεση της έγκρισής τους από την εποπτική αρχή. Ως εκ τούτου, αναμένει το μέρισμα να ανέλθει σε 0,041 ευρώ/μετοχή το 2023, 0,042 ευρώ το 2024 και 0,045 ευρώ το 2025, υποθέτοντας ποσοστό πληρωμής μερίσματος 30μ.β. επί των μέσων Σταθμισμένων σε Κίνδυνο Στοιχείων Ενεργητικού (RWA), σύμφωνα με τον στόχο της διοίκησης, που υποδηλώνει μέση μικτή μερισματική απόδοση 2,8% για την περίοδο 2023-2025.
Θετική για τις ελληνικές τράπεζες, μετά και τις εκλογές, παραμένει και η NBG Securities. Όπως εξηγεί, η αισιοδοξία της οφείλεται τόσο στην επιτυχημένη υλοποίηση των μέχρι τώρα επιχειρηματικών σχεδίων των τραπεζών όσο και από τα πολλά υποσχόμενα νέα επιχειρηματικά σχέδια που έχουν παρουσιάσει για τα επόμενα τρία χρόνια. Με τις ελληνικές τράπεζες να έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στην ποιότητα του ενεργητικού τους, να έχουν βελτιώσει τις θέσεις ρευστότητας και χρηματοδότησης, επιτυγχάνοντας υγιή κεφαλαιακά επίπεδα και αποθέματα ασφαλείας και αυξημένη κάλυψη, έχουν πλέον στρέψει την προσοχή τους στην επέκταση του χαρτοφυλακίου δανείων τους, στη βελτίωση της κερδοφορίας τους και στην απόδοση αξίας στους μετόχους μέσω μερισμάτων και εξαγορών μετοχών. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει στο επίκεντρο των επενδυτών γενικά, όπως τονίζει, έχοντας σημειώσει εντυπωσιακό ράλι, ενώ διαπραγματεύονται τώρα 0,5-0,7 φορές τη λογιστική αξία TBV του 2024, με περαιτέρω περιθώρια ανόδου, κατά την άποψή της.
Το φιλικό προς την αγορά αποτέλεσμα εκλογών, με χαμηλούς κινδύνους όσον αφορά τις καθυστερήσεις των μεταρρυθμίσεων ή/και μια ουσιαστική αλλαγή στις δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές, αποτελεί αναμφίβολα θετικό καταλύτη για τις ελληνικές τράπεζες, τονίζει η NBG Sec. Επιπλέον, η επίτευξη της επενδυτικής της βαθμίδας είναι σίγουρα ένας ακόμη θετικός καταλύτης για τον κλάδο καθώς θα οδηγήσει και σε μείωση του κόστους χρηματοδότησης. Το ίδιο ισχύει και για την αποεπένδυση του ΤΧΣ, δείχνοντας την πλήρη ανάκαμψη των τραπεζών από τα χρόνια της ελληνικής κρίσης, ενώ θα αυξήσει και την ελεύθερη διασπορά τους (free float). Τέλος, η διανομή μερίσματος θα λειτουργήσει και ως ένδειξη επιστροφής των ελληνικών τραπεζών στην κανονικότητα μετά τα χρόνια της κρίσης, προσελκύοντας έτσι ακόμη μεγαλύτερη εστίαση των επενδυτών.
Οι τιμές-στόχοι που δίνει η χρηματιστηριακή διαμορφώνονται έτσι στα 1,95 ευρώ για την Alpha Bank, στο 1,70 ευρώ για τη Eurobank και στα 3,90 ευρώ για την Πειραιώς η οποία και παραμένει το top pick της από τον κλάδο, όπως και προαναφέραμε, κυρίως για λόγους αποτίμησης, καθώς βλέπει ένα πιο συναρπαστικό προφίλ ανταμοιβής-κινδύνου σε περίπτωση που το επιχειρηματικό της σχέδιο εφαρμοστεί όπως παρουσιάζεται.