Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 27-Νοε-2022 12:00

    Η επιστροφή του Χρηματιστηρίου σε υψηλά 7μήνου και οι ελπίδες για year-end ράλι

    5340871
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    "Σήματα" για εδραίωση του κρίσιμου τεχνικά επιπέδου των 900 μονάδων −που αποτελούν υψηλά επτά μηνών− εμφανίζονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών, και για ένα θετικό κλείσιμο του έτους, με ώθηση από τα εντυπωσιακά αποτελέσματα εννεαμήνου των εισηγμένων, τις αναβαθμίσεις και τα θετικά σχόλια για τον τραπεζικό κλάδο, που αποτελεί κλειδί για τις επιδόσεις της ελληνικής αγοράς, τα μηνύματα που θα δοθούν από το roadshow στο Λονδίνο και το καθιερωμένο επενδυτικό συνέδριο για τις προοπτικές της Ελλάδας της Capital Link στη Νέα Υόρκη.

    Και όλα αυτά τη στιγμή που το κλίμα στις διεθνείς αγορές δείχνει "ανεβασμένο", με τις παγκόσμιες μετοχές να αγγίζουν υψηλά δύο μηνών, τις αγορές σε Ευρώπη και Wall Street υψηλά τριών και πλέον μηνών και το κόστος δανεισμού –όπως απεικονίζεται στην αγορά 10ετών ομολόγων– να υποχωρεί σε χαμηλά τριών μηνών. 

    Ανακούφιση από τη Fed

    Αν και η νομισματική σύσφιξη συνεχίζεται, με τη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς δεν έχει ξεκαθαριστεί εάν τελικά θα δούμε μια νέα μεγάλη αύξηση των επιτοκίων κατά 75 μ.β. ή μία μικρότερη των 50 μ.β., όπως φαίνεται να υποστηρίζουν αρκετοί αξιωματούχοι και να προβλέπει η πλειονότητα των αναλυτών αξιωματούχων, και με τις ανακοινώσεις για την ποσοτική σύσφιξη ή το QT να είναι προ των πυλών, οι ενδείξεις από τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της Fed –η οποία και είναι αυτή που ουσιαστικά κινεί τις αγορές− προσέφεραν ανακούφιση. 

    Οι αξιωματούχοι της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ συμφώνησαν ότι θα πρέπει να γίνουν σύντομα μικρότερες αυξήσεις επιτοκίων, αφού αξιολογήσουν τον αντίκτυπο που έχει η νομισματική πολιτική στην οικονομία, σύμφωνα με τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της Fed. Ωστόσο, παρόλο που έδειξαν προς μικρότερες αυξήσεις, οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ δήλωσαν ότι εξακολουθούν να βλέπουν ελάχιστα σημάδια υποχώρησης του πληθωρισμού. Παράλληλα, όμως, εξέφρασαν την ανησυχία τους για κινδύνους που υφίστανται για το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην περίπτωση που η Fed συνεχίσει να πιέζει με τον ίδιο επιθετικό ρυθμό. "Τα πρακτικά της ομοσπονδιακής Τράπεζας έδειξαν ότι ορισμένες λογικές φωνές προσπαθούν να καλύψουν το αδυσώπητο αφήγημα του προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουελ για "αυλήσεις, αυξήσεις, αυξήσεις"", όπως σχολιάζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της UBS, Paul Donovan.

    Αξίζει να σημειώσουμε πως οικονομολόγοι διεθνών επενδυτικών οίκων που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters εκτιμούν πως η ΕΚΤ θα αυξήσει κατά 50 μονάδες βάσης τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου, καθώς ανησυχεί ότι ο υψηλός πληθωρισμός εδραιώνεται, παρά το γεγονός ότι η Ευρωζώνη θα εισέλθει σχεδόν σίγουρα σε ύφεση. Έτσι, το επιτόκιο της ΕΚΤ θα αγγίξει το 2% στα τέλη του έτους, έπειτα και από τις αυξήσεις ύψους 200 μ.β. συνολικά που είχαν προηγηθεί από τον Ιούλιο. Αυτό υποστηρίζουν 45 από τους 62 οικονομολόγους, ενώ 14 εκτιμούν πως η αύξηση του Δεκεμβρίου θα είναι μεγαλύτερη, της τάξης των 75 μ.β. Η κίνηση του Δεκεμβρίου θα ακολουθηθεί από άλλη μία αύξηση 50 μ.β. το επόμενο τρίμηνο, με το τελικό επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,5%, σύμφωνα με την πλειονότητα των ερωτηθέντων. Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 8,9% το επόμενο τρίμηνο, από 10,5% στο τρέχον, ενώ σε μέσο όρο θα ανέλθει στο 8,5% φέτος, στο 6% το 2023 και στο 2,3% το 2024, με μόνο το 2025 να αναμένεται να φτάσει στον στόχο του 2% της ΕΚΤ. Παράλληλα, το 78% των οικονομολόγων εκτιμά πως η Ευρωζώνη θα εισέλθει σε ύφεση τον χειμώνα, ξεκινώντας από το τρέχον τέταρτο τρίμηνο.

    Ανθεκτικές οι αγορές, ανθεκτικότερο το Χ.Α.

    Οι αγορές φαίνεται πως έχουν συμβιβαστεί με την πορεία της νομισματικής πολιτικής, όπως τουλάχιστον δείχνει η ανθεκτικότητα που παρουσίασαν το τελευταίο δίμηνο, με το Χρηματιστήριο Αθηνών μάλιστα να υπεραποδίδει. Έχουν επίσης αποτιμήσει πως η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται, αν και δεν τιμολογούν πλήρως ακόμη το ενδεχόμενο ύφεσης, που για την Ευρωζώνη θεωρείται ευρέως ως το βασικό σενάριο για το 2023, με εκτιμήσεις να θέλουν να έχει ήδη ξεκινήσει από το τρέχον τρίμηνο. 

    Δεν αποκλείεται, συνεπώς, στο κλείσιμο του Νοεμβρίου, αλλά και στον τελευταίο μήνα του έτους, οι διεθνείς αγορές να μειώσουν κι άλλο τις απώλειες του έτους και το Χ.Α. να αυξήσει περαιτέρω τα κέρδη του, έχοντας γυρίσει σε θετικές αποδόσεις από τις αρχές του τρέχοντος μήνα. Αν και αρκετοί αναλυτές έχουν ήδη "ακυρώσει" ένα... Santa Claus ράλι φέτος (Citi, UBS, J.P. Morgan), υπάρχουν ωστόσο και αρκετοί επίσης που τάσσονται με τους "ταύρους". 

    "Ο συνδυασμός της επιστροφής των θέσεων των επενδυτών σε μετοχές σε ουδέτερο επίπεδο από τα ιστορικά χαμηλά που προσεγγίζουν σήμερα, και οι συνεχιζόμενες επαναγορές μετοχών, συνηγορούν υπέρ ενός ράλι του S&P 500 προς τις 4.200 μονάδες έως το τέλος του έτους και στις 4.500 έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2023"", εκτιμά η Deutsche Bank. 

    Από την πλευρά της η Société Générale αρνείται, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, να χορέψει στον ρυθμό των αρκούδων. "Από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, οι bears αγορών έχουν ανεβάσει τους τόνους ειδικά έναντι της Ευρώπης, ωστόσο δεν λαμβάνουν υπόψη τι έχει ήδη αποτιμηθεί και υποβαθμίζουν τη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική αντίδραση στην τρέχουσα κρίση και την ικανότητα των εταιρειών και των νοικοκυριών να προσαρμοστούν σε ένα νέο καθεστώς πληθωρισμού", όπως σημειώνει. "Επιλέξαμε να μην παρασυρθούμε σε αυτή την απαισιοδοξία και κρατήσαμε εποικοδομητική στάση για τις ευρωπαϊκές μετοχές. Κοιτάζοντας το μέλλον, συνεχίζουμε να βλέπουμε άνοδο στις ευρωπαϊκές μετοχές, αν και μικρότερη μετά το πρόσφατο ράλι. Με λίγα λόγια, δεν θα χορέψουμε στον ρυθμό των αρκούδων", όπως τονίζει η γαλλική τράπεζα.

    Σε ό,τι αφορά την ελληνική αγορά, μετά την πρόσφατη (ήπια) διόρθωση που οδήγησε τον Γενικό Δείκτη λίγο χαμηλότερα από τις 800 μονάδες, κατάφερε γρήγορα να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, πραγματοποιώντας την περασμένη εβδομάδα και λίγες συνεδριάσεις πριν κλείσει ο Νοέμβριος, μια νέα, αλλά επιτυχημένη αυτήν τη φορά, προσπάθεια ανάκτησης των 900 μονάδων. Το ζητούμενο είναι αυτό το επίπεδο να κατοχυρωθεί πειστικά, κάτι που φυσικά προϋποθέτει τζίρους και θετικό διεθνές κλίμα. 

    Όπως σημειώνει ο διευθύνων σύμβουλος της Fast Finance ΑΕΠΕΥ, Ηλίας Ζαχαράκης, "πλέον μένει να δούμε αν θα υπάρξει διπλή κορυφή ή αν θα γίνει μια νέα κίνηση για τις 930 ή 944 μονάδες για τον Γενικό Δείκτη, ενώ το rebalancing των χαρτοφυλακίων μέχρι στα τέλη του μήνα θα σηκώσει τζίρο και κατόπιν ακολουθεί ο Δεκέμβριος, που θα είναι καθαρά "παιχνίδι" των Ελλήνων θεσμικών".

    Ο αναλυτής τονίζει πως η ελληνική οικονομία το 2021 πήρε πολύ γρήγορα πίσω τις απώλειες του 2020, ενώ το 2022 φαίνεται να είναι και η πρώτη ουσιαστική χρονιά μεγάλης ανάπτυξης. Τα στρατόπεδα ουσιαστικά έχουν μοιραστεί σε δύο πλευρές. Σε αυτούς που πιστεύουν ότι το Ελληνικό Χρηματιστήριο θα ακολουθήσει την ένταση της όποιας πτωτικής τάσης των ξένων αγορών και σε αυτούς που τοποθετούνται με βάση των μακροοικονομικών και των αποτελεσμάτων της αγοράς. Μέχρι τώρα η αγορά απέδειξε την ανθεκτικότητα της για το 2022, μιας και είναι από τις πολύ λίγες διεθνώς που έχουν καταφέρει να είναι χωρίς απώλειες, ενώ οι βασικοί ξένοι δείκτες σημειώνουν ακόμη μεγάλες απώλειες παρά την ανάκαμψη του τελευταίου διαστήματος. 

    Όπως σχολιάζει ο Δημήτρης Τζάνας της Κύκλος Χρηματιστηριακή, η αναμέτρηση του Γενικού Δείκτη με τις 900 μονάδες διακόπηκε ελέω του πυραυλικού χτυπήματος στην Πολωνία, όμως μια σειρά από λόγους τον επανέφεραν και πάλι στο σημαντικό αυτό τεχνικά επίπεδο: η Εθνική και η Πειραιώς ολοκλήρωσαν επιτυχώς ομολογιακές εκδόσεις, θωρακίζοντας τα κεφάλαιά τους εν όψει των stress tests του επόμενου έτους, ενώ διεθνείς οίκοι συνέχισαν να δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης για τις ελληνικές τράπεζες. Παράλληλα, όπως προσθέτει ο αναλυτής, ο Προϋπολογισμός για το 2023 προβλέπει ανάπτυξη κατά 1,8%, επενδύσεις στο +15,5%, πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ και υποχώρηση του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στο 159,3%.

    Οι παραπάνω εξελίξεις, στον βαθμό που θα υλοποιηθούν, θα διασφαλίσουν, κατά τον κ. Τζάνα, την επενδυτική βαθμίδα για την ελληνική οικονομία, που, ωστόσο, θα δοθεί πιθανότατα με την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας του 2023.

    "Φτερά" στο Χ.Α. από τις τράπεζες

    Οι θετικές προοπτικές των ελληνικών τραπεζών συνεχίζουν να βρίσκονται στο επίκεντρο των αναλυτών, έπειτα από τα αποτελέσματα γ’ τριμήνου, δίνοντας περαιτέρω στήριξη στο Χ.Α. και αυξάνονται τις ελπίδες για εάν year end ράλι, καθώς οι αναλυτές υπογραμμίζουν το πόσο "άδικα" χαμηλές είναι οι αποτιμήσεις τους, παρά την επιστροφή (και) του τραπεζικού δείκτη σε υψηλά επτά μηνών.

    Η Morgan Stanley σημείωσε πως στο περιβάλλον των τραπεζών της Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (ΕΕΜΕΑ) ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εμφανίζει ανθεκτικότητα, με την αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων να συνεχίζεται, τη στιγμή που οι αποτιμήσεις των μετοχών τους παραμένουν φθηνές. Η προτίμηση που έχει ο οίκος για τις ελληνικές τράπεζες οφείλεται, όπως επισημαίνει, στη χαμηλότερη έκθεση που έχει η Ελλάδα στην οικονομική επιβράδυνση της Ευρώπης, δεδομένης της μικρότερης εξάρτησής της από το εμπόριο, στις υποστηρικτικές προοπτικές για την ανάπτυξη της οικονομίας και του νέου δανεισμού χάρη στα κεφάλαια της Ε.Ε., ενώ η επέκταση των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων των ελληνικών τραπεζών μόλις ξεκίνησε και πρόκειται να αναπτυχθεί, λόγω των αυξήσεων των επιτοκίων της ΕΚΤ.

    κουρτ

    Από την πλευρά της, η NBG Securities υπογραμμίζει πως οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν ένα ισχυρό τρίτο τρίμηνο, με βελτιωμένες τάσεις στη βασική προ προβλέψεων κερδοφορία, στα περιθώρια κέρδους και την αύξηση των δανείων, ενώ βλέπει σημαντικά περιθώρια για περαιτέρω ράλι των μετοχών τους της τάξης του 31%-55% και δίνει σύσταση για υπεραπόδοση.

    Σε νέα της έκθεση η Wood επεσήμανε, επίσης, πως οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν ένα πολύ ισχυρό τρίτο τρίμηνο, με επιταχυνόμενη ανάπτυξη δανείων, ισχυρότερα περιθώρια κέρδους λόγω των υψηλότερων επιτοκίων, συγκράτηση του κόστους και με ένα ευνοϊκό περιβάλλον ποιότητας ενεργητικού. Η εντυπωσιακή αυτή επίδοση είναι ήδη εμφανής στις αποδόσεις των μετοχών τους, που υπεραποδίδουν σημαντικά έναντι των απωλειών που καταγράφουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες, ωστόσο υπάρχει περαιτέρω περιθώριο σημαντικής ανόδου, καθώς το discount παραμένει μεγάλο, όπως τόνισε ο οίκος, και οι προοπτικές τους παραμένουν πολύ υποστηρικτικές.

    Οι βασικοί θετικοί παράγοντες για τα μεγέθη των ελληνικών τραπεζών, όπως ανέφερε, είναι η επιτάχυνση της αύξησης των δανείων και τα υψηλότερα επιτόκια. Για το 2023 η Wood αναμένει ισχυρή άνοδο στα καθαρά επιτοκιακά έσοδα (ΝΙΙ), με τον θετικό αντίκτυπο από την έως τώρα άνοδο των επιτοκίων της ΕΚΤ να υπολογίζεται σε πρόσθετα ΝΙΙ άνω των 200 εκατ. ευρώ για κάθε τράπεζα. Επίσης εκτιμά πως θα πετύχουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων ROTE στο 10% κατά μέσο όρο, μέχρι το τέλος του 2022, ενώ λόγω της επιβράδυνσης της ανάπτυξης το κόστος κεφαλαίου θα αυξηθεί στις 80-90 μ.β. το 2023.

    Περαιτέρω μείωση του συνολικού δείκτη NPEs των ελληνικών τραπεζών στο 6,6% αναμένει ο οίκος αξιολόγησης S&P το 2023, από 8,6% που θα διαμορφωθεί φέτος, ενώ θα συνεχιστεί η αύξηση των νέων δανείων με ρυθμούς της τάξης του 3%, όπως σημείωσε στο πλαίσιο της νέας του έκθεσης για τις προοπτικές των τραπεζών διεθνώς. Κατά τον οίκο, έπειτα από το πρόγραμμα "Ηρακλής", το επίκεντρο του ελληνικού κλάδου στρέφεται στην ανάκαμψη της κερδοφορίας. Η χρήση των κεφαλαίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα στηρίξει τον τραπεζικό δανεισμό, όπως εκτιμά, λόγω της στήριξης που θα δώσει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, η οποία τοποθετείται στο 1,7% το 2023. 

    Πάντως, όπως προειδοποιεί ο οίκος, οι κίνδυνοι για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο παραμένουν αυξημένοι λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων, του παγκόσμιου πληθωριστικού σοκ και της επιταχυνόμενης ποσοτικής σύσφιξης των κεντρικών τραπεζών.

    Πάντως, το σημαντικό είναι πως οι ελληνικές τράπεζες επιστρέφουν στην κερδοφορία, με στήριξη από το χαμηλότερο κόστος κινδύνου, την αύξηση της ζήτησης για νέα δάνεια πιστώσεων και τη βελτίωση των λειτουργικών τάσεων, ενώ η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ θα ωφελήσει τα περιθώρια επιτοκίου.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ