Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 03-Ιουλ-2022 12:00

    Ο εγκλωβισμός του Χ.Α. και η υποτονικότητα στο ταμπλό

    5534804
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερία Κούρταλη

    Οι αγορές αποχαιρέτησαν το πρώτο εξάμηνο του έτους σημειώνοντας τις χειρότερες αποδόσεις στην ιστορία για το συγκεκριμένο διάστημα, με το γ’ τρίμηνο αλλά και β’ εξάμηνο γενικότερα να αναμένεται να φέρουν περισσότερη αστάθεια.

    Ο παγκόσμιος δείκτης MSCI World Equity κατέγραψε απώλειες άνω του 20% στο εξάμηνο –τη χειρότερη πτώση από τη δημιουργία του δείκτη– με  πάνω από 13 τρισεκατομμύρια δολάρια να έχουν αφαιρεθεί από την αξία των διεθνών μετοχών από τις αρχές του έτους. Οι επικεφαλής των μεγάλων κεντρικών τραπεζών που συναντήθηκαν την περασμένη εβδομάδα στην Σίντρα της Πορτογαλίας κατέστησαν αρκετά σαφές ότι ανησυχούν περισσότερο για τον περιορισμό του πληθωρισμού, παρά για οτιδήποτε άλλο όπως η ανάπτυξη, για παράδειγμα, κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη, αλλά σημαίνει ότι οι κίνδυνοι για σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας και ακόμα και ύφεση, θα παραμείνουν. Ο ταχύτερος κύκλος αύξησης επιτοκίων εδώ και δεκαετίες για την καταπολέμηση του αυξανόμενου πληθωρισμού έχει πλήξει τη ζήτηση των καταναλωτών, αυξάνοντας τους φόβους των επενδυτών για στασιμοπληθωρισμό. Παράλληλα, ο πόλεμος στη Ουκρανία συνεχίζεται και αναμένεται έτσι περισσότερη νευρικότητα για τον ενεργειακό εφοδιασμό στην Ευρώπη, και το ενεργειακό κόστος γενικότερα.

    Το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει εγκλωβιστεί στα δίχτυα της συσσώρευσης, της υποτονικότητας αλλά και της έντονης μεταβλητότητας τα οποία, σύμφωνα με εγχώριους αναλυτές, ενδέχεται να κρατήσουν για αρκετό διάστημα, τουλάχιστον έως ότου υπάρξουν συγκεκριμένες εξελίξεις στα μέτωπα των προοπτικών της οικονομίας και της επιθετικότητας της σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, ενώ το ενεργειακό βρίσκεται σταθερά στο προσκήνιο και προκαλεί σημαντική ανησυχία κυρίως στην Ευρώπη. Οι απώλειες για τον Γενικό Δείκτη στο α’ εξάμηνο διαμορφώθηκαν στο 9% περίπου ενώ για τον τραπεζικό ξεπέρασαν το 12%. Οι επενδυτές διεθνώς αξιολογούν τους κινδύνους που ενέχει ο αυξανόμενος πληθωρισμός και οι φόβοι για οικονομική ύφεση καθώς οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο προχωρούν σχεδόν "συντονισμένα" σε αυξήσεις επιτοκίων, με την προοπτική πιο επιθετικών αυξήσεων να τρομάζει τις αγορές και να προκαλεί έντονη μεταβλητότητα στις τιμές των μετοχών.

    Αν και το Χ.Α. αναμενόταν να κινηθεί καλύτερα στις τελευταίες συνεδριάσεις του μήνα και του εξαμήνου, ωστόσο ελλείψει θετικών εξελίξεων, οι πιθανότητες να κινηθεί χαμηλότερα σταδιακά πλέον αυξάνονται, με την περιοχή των 780-790 μονάδων να αποτελεί το κάτω όριο του εκτιμώμενου εύρους τιμών για την περίοδο. 

    Η συναλλακτική υποτονικότητα έχει πλέον γίνει το κυρίαρχο χαρακτηριστικό για το ελληνικό χρηματιστήριο αδυνατώντας να επιδιώξει έναν αξιοπρεπή καλλωπισμό στις αποτιμήσεις στο τέλος του πρώτου εξαμήνου. Και με δεδομένο ότι σύντομα θα βρισκόμαστε στην "καρδιά" του καλοκαιριού, είναι δύσκολο να δούμε τον τζίρο να ανακάμπτει. Όπως σημειώνει και η Fast Finance, ο τζίρος είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα και το πιο πιθανό είναι όσο το Χ.Α. κινείται ανάμεσα στις 800 και τις 900 μονάδες, θα έχουμε χαμηλές πτήσεις στην συναλλακτική δραστηριότητα. "Τεχνικά συνεχίζουμε να γυρίσουμε γύρω από την μεγάλη στήριξη της ζώνης του 800 με την αντίδραση στην παρούσα να σταματάει στις 843 μονάδες που σε περίπτωση κατοχύρωσης θα ανοίξει αν μη τι άλλο τον δρόμο για τις 868 μονάδες", σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή.

    Η υποτονικότητα που εμφανίζει η ελληνική αγορά σε μεγάλο βαθμό οφείλεται, σύμφωνα με την Κύκλος Χρηματιστηριακή, στην αδυναμία του τραπεζικού κλάδου με τις μετοχές της Alpha Bank και της Πειραιώς να τιμολογούνται κατά 15% χαμηλότερα σε σχέση με τις τιμές των ΑΜΚ του 2021.Το πιο πιθανό είναι, η αποχή των αγοραστών να σχετίζεται με το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών και την ένταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, δεδομένα που οδηγούν τους διεθνείς οίκους σε επιφυλακτική στάση.

    Την ίδια ώρα, όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στην εκτίμηση ότι τα εξαμηνιαία αποτελέσματα των εισηγμένων εταιρειών και στη συνέχεια και εκείνα του εννεαμήνου θα καταγράψουν αυξημένες επιδόσεις, με τις τουριστικές εισπράξεις να εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν αισθητά τα 18,2 δισ. ευρώ του 2019 και τα φορολογικά έσοδα του 5μηνου να υπερακοντίζουν τους στόχους. Όμως, η σκέψη των επενδυτών είναι δύσκολο σε αυτή τη φάση να επικεντρωθεί στην αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών λόγω του αρνητικού διεθνούς κλίματος.

    Η Beta Securities επισημαίνει πως η συνέχεια της αντίδρασης από τα χαμηλά των 814 μονάδων έσβησε πολύ γρήγορα καθώς δεν υπήρξε ιδιαίτερη προθυμία από το μεγαλύτερο μέρος του ταμπλό να ακολουθήσει στην ανοδική διόρθωση, διατηρώντας έτσι την επικρατούσα βραχυπρόθεσμη πτωτική τάση η οποία για να ξεπεραστεί απαιτεί υπέρβαση των 860 μονάδων και κάτι καλύτερο από μέσες ημερήσιες συναλλαγές κοντά στα 50 εκατ. ευρώ.

    "Βαρίδι" για το Χ.Α. η υποαπόδοση των τραπεζών

    Οι τράπεζες δείχνουν να δυσκολεύονται να βγάλουν δεύτερη συνεχόμενη ημέρα ανόδου με αποτέλεσμα οι εικόνα της αγοράς να χάνει σε δυναμική ακόμα και σε ημέρες που το εξωτερικό δείχνει πιο θετικά φορτισμένο. 

    Η "παρατήρηση" της Deutsche Bank ότι οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών αν και έχουν φθηνές και ελκυστικές αποτιμήσεις, βρίσκονται στο περιθώριο και εκτός του ραντάρ των επενδυτών λόγω του risk-off κλίματος, μπορεί να εξηγήσει πολύ απλά την υποαπόδοση που σημειώνουν το τελευταίο διάστημα. Το νέο σκηνικό αβεβαιότητας και ανησυχιών που έχει δημιουργήσει η πληθωριστική κρίση και η στάση της ΕΚΤ, έχει επαναφέρει στο προσκήνιο των αγορών το ρίσκο της Ελλάδας. "Μόνο οι ισχυρές επιδόσεις σε ό,τι αφορά τους στόχους που έχουν βάλει και η σταθερή αύξηση κεφαλαίου μπορούν να επαναφέρουν τις ελληνικές τράπεζες στα ραντάρ των επενδυτών", τονίζει η Deutsche Bank. Λόγω της αυξανόμενης αβεβαιότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία και αύξησε τους κινδύνους στις αγορές, διατηρεί έτσι την άποψή της ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι απίθανο να φτάσουν μακροπρόθεσμα τις αποτιμήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών και προτιμά να παραμείνει προσεκτική.

    Έτσι, η γερμανική τράπεζα μειώνει την τιμή στόχο για την Alpha Bank από το 1,55 ευρώ πριν στο 1,45 ευρώ με σύσταση "buy", για την Πειραιώς από το 1,55 ευρώ στο 1,35 ευρώ και σύσταση "hold", για την Εθνική Τράπεζα από τα 4,5 ευρώ στα 4,4 ευρώ και σύσταση "buy", και για την Eurobank αυξάνει την τιμή-στόχο στο 1,2 ευρώ από 1,15 ευρώ πριν με σύσταση "hold".

    Ωστόσο, κατά την JP Morgan, για τους επενδυτές που έχουν αμυντικό χαρτοφυλάκιο, οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν το κατάλληλο play. Οι μετοχές των τραπεζών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA), υποχωρούν σχεδόν 10% από τις αρχές του έτους και διαπραγματεύονται περίπου 20% discount σε σχέση με την ιστορία του με δείκτη P/E για το 2024 στο 7,7x. Η ανάλυσή της για μία στασιμοπληθωριστικού τύπου πίεση στις ανάγκες για προβλέψεις των τραπεζών υποδηλώνει ότι οι μετοχές των τραπεζών της CEEMEA φαίνονται 35% ακριβότερες. Ωστόσο ελληνικές και πολωνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να φαίνονται φθηνές, οι τράπεζες της Νότιας Αφρικής πιο ευθυγραμμισμένες με τις ιστορικές μέσες αποτιμήσεις, ενώ οι τράπεζες της Μέσης Ανατολής και Αφρικής, ήδη σε premium περίπου 25% σε ιστορικές αποτιμήσεις, θα έχουν 50% premium σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο.

    Πιο αναλυτικά σε ένα σενάριο stress όπου θα υπάρχει ανάγκη για νέες προβλέψεις με απώλειες 10% στα έσοδα εκτός ΝΙΙ και σε συνδυασμό με το υψηλότερο κόστος κινδύνου, αυτό μεταφράζεται σε μείωση 4% στο ROTE το 2024, φέρνοντας το μέσο ROTE στις τράπεζες της CEEMEA από 14,1% σε 10,1% κατά μέσο όρο. Μεταξύ των επιμέρους περιοχών, παρατηρείται ο υψηλότερος αντίκτυπος στις τράπεζες της Ν. Αφρικής ΑΕ (5,8%), της Τσεχίας (4,9%) και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, (4,6%), ενώ ο χαμηλότερος αντίκτυπος είναι στην Ελλάδα (2,7%) και στην Τουρκία (3,1%). 

    Έτσι, η αμερικάνικη τράπεζα, διατηρεί την τιμή-στόχο για την Eurobank στα 1,60 ευρώ και την overweight στάση, για την Alpha Bank στο 1,5 ευρώ και την overweight στάση, για την Πειραιώς στο 1,8 ευρώ και την neutral στάση και για την Εθνική Τράπεζα στα 4,50 ευρώ και την overweight στάση.

    Η αγορά δεν έχει αποτιμήσει ακόμα τις πρόωρες εκλογές

    Πάντως, κατά τη Fast Finance, σίγουρα η γρήγορη προεκλογική περίοδος που έχει ανοίξει ανεξάρτητα αν θα γίνουν ή όχι εκλογές, επηρεάζει και φοβίζει τους επενδυτές, παρόλα αυτά τα οικονομικά μεγέθη για το 2022 φαίνεται να είναι καλά τουλάχιστον μέχρι τα σημερινά δεδομένα.

    Σύμφωνα και με την Axia Research, οι πιθανότητες ο Κυριάκος Μητσοτάκης να προκηρύξει πρόωρες εκλογές έχουν αυξηθεί σημαντικά, κάτι που αν υλοποιηθεί θα επιβαρύνει το κλίμα στην αγορά, ειδικά επειδή υπάρχει πιθανότατα θα διεξαχθούν σε δύο γύρους. "Πιστεύουμε ότι η προοπτική πρόωρων εκλογών, ενδεχομένως τον Σεπτέμβριο, δεν έχει ακόμη τιμολογηθεί από την αγορά. Ωστόσο, θα χαιρετούσαμε τη βραχυπρόθεσμη αστάθεια τους επόμενους μήνες εάν αυτό σημαίνει αυξημένη σαφήνεια και εμπιστοσύνη μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, μακροπρόθεσμα, η σαφήνεια στο πολιτικό μέτωπο θα υποστηρίξει περαιτέρω την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας",  όπως σημειώνει χαρακτηριστικά. Το Poll of Polls της AXIA δείχνει ότι αν γίνονταν τώρα εκλογές, η Ν.Δ θα συγκέντρωνε ποσοστό 36,2%, το οποίο θα μεταφραζόταν σε 144 έδρες από τις 300 της Βουλής (στον δεύτερο γύρο των εκλογών). Κάτω από ορισμένες υποθέσεις, εκτιμάται ότι περίπου το 38,5% των ψήφων χρειάζεται στις δεύτερες εκλογές για να κερδίσει ένα κόμμα την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.

    Σε κάθε περίπτωση πάντως, η Axia επισημαίνει πως συνολικά, παρά τις αβεβαιότητες σχετικά με τις επόμενες εκλογές, θεωρεί ο κίνδυνος χώρας (country risk) για την Ελλάδα είναι και αναμένεται να παραμείνει πολύ χαμηλός, ιδίως σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε, καθώς η επόμενη κυβέρνηση αναμένεται να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, ενώ η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει εστιασμένη, αφού η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να πετύχει συγκεκριμένους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα (που θα συμφωνηθούν τους επόμενους μήνες) μακροπρόθεσμα.

    Τα σύννεφα της ύφεσης

    Και όλα αυτά τη στιγμή που τα σύννεφα της ύφεσης έχουν αρχίσει και θολώνουν τις επενδυτικές στρατηγικές διεθνώς. Η Moody’s Analytics προειδοποίησε πως αν και στο βασικό της σενάριο η ευρωζώνη θα καταφέρει να ξεφύγει από την ύφεση, ωστόσο θα βιώσει αρκετά δύσκολα τρίμηνα, με την πιθανότητα ύφεσης να έχει αυξηθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες. "Τώρα δίνουμε μια πιθανότητα 50% ότι η Ευρωζώνη θα εισέλθει σε ύφεση τους επόμενους 12 μήνες", όπως σημείωσε τονίζοντας πως ο αυξανόμενος πληθωρισμός, η νομισματική πολιτική, το τοπίο της ενέργειας και η πανδημία που σε καμία περίπτωση δεν έχει τελειώσει, ενισχύουν αυτή την προοπτική.

    Παράλληλα, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η ευρωζώνη θα πέσει σε ύφεση στο δ΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους λόγω του επίμονα υψηλού πληθωρισμού καθώς και της πιθανότητας για μειωμένες ροές φυσικού αερίου από τη Ρωσία στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της, η οικονομία θα συρρικνωθεί για δύο τρίμηνα προτού επανέλθει σε ανάκαμψη στο β΄ τρίμηνο του επομένου έτους, κυρίως λόγω της αύξησης των επενδύσεων.

    Πάντως, η J.P. Morgan από την πλευρά της επισημαίνει πως αν και η πιθανότητα ύφεσης έχει αυξηθεί σημαντικά, δεν την τοποθετεί στο βασικό της σενάριο για τους επόμενους 12 μήνες. Αντίθετα, βλέπει την παγκόσμια ανάπτυξη να επιταχύνεται από 1,3% το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους σε 3,1% το δεύτερο εξάμηνο. Παράλληλα, βλέπει τον πληθωρισμό να μειώνεται από 9,4% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο σε 4,2% το δεύτερο εξάμηνο, γεγονός που θα επιτρέψει στις κεντρικές τράπεζες να αποφύγουν την πρόκληση οικονομικής ύφεσης. Η ανάπτυξη της Κίνας θα επιταχυνθεί σημαντικά στο 7,5% το δεύτερο εξάμηνο, από 0,5% το πρώτο εξάμηνο του έτους. Αυτό θα προσφέρει τεράστια υποστήριξη όχι μόνο στα assets των Αναδυόμενων Αγορών της Ασίας, όπως οι μετοχές της Κίνας, αλλά και στον παγκόσμιο κύκλο. 

    Η JPM πιστεύει ότι στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, η συνειδητοποίηση των οικονομικών περιορισμών και η realpolitik θα οδηγήσει σε πρόοδο προς μια λύση ή τουλάχιστον μια κατάπαυση του πυρός στην Ευρώπη, η οποία θα αμβλύνει τους χειρότερους γεωπολιτικούς φόβους. 

    Εάν δεν υπάρξει ύφεση –όπως είναι και η άποψη της αμερικάνικης τράπεζας– τότε οι τιμές των risk assets είναι πολύ φθηνές. Για παράδειγμα, οι μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης στις ΗΠΑ διαπραγματεύονται επί του παρόντος κοντά στις χαμηλότερες αποτιμήσεις όλων των εποχών. Πολλά τμήματα της αγοράς μετοχών έχουν υποχωρήσει κατά 60%-80%. Παράλληλα, όπως τονίζει η JPM, οι θέσεις των επενδυτών και η επενδυτική ψυχολογίας βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα πολλών δεκαετιών, ενώ σύμφωνα με δημοσκόπηση που διενήργησε στους πελάτες της, το 58% σχεδιάζει να αυξήσει τις θέσεις του στις μετοχές στο β’ εξάμηνο.

    "Δεν είναι λοιπόν ότι πιστεύουμε ότι οι οικονομίες βρίσκονται σε εξαιρετική κατάσταση, αλλά απλώς ότι ένας μέσος επενδυτής αναμένει μια οικονομική καταστροφή και, αν αυτό δεν υλοποιηθεί, τα risk assets θα μπορούσαν να ανακτήσουν το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών τους από το πρώτο εξάμηνο", τονίζει. Έτσι, ουσιαστικά, το 2022 θα αποτελέσει ένα χαμένο έτος για τις μετοχές καθώς το δεύτερο εξάμηνο θα ανακάμψουν απλά από τις απώλειες του πρώτου εξαμήνου.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ