Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 13-Φεβ-2022 12:00

    Γιατί οι αυξήσεις επιτοκίων και η άνοδος των αποδόσεων στα ομόλογα δεν ανατρέπουν το θετικό story των μετοχών

    Γιατί οι αυξήσεις επιτοκίων και η άνοδος των αποδόσεων στα ομόλογα δεν ανατρέπουν το θετικό story των μετοχών
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Η επιθετική στροφή της νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες ακολουθούν την οδό της ομαλοποίησης που επιβάλλουν οι συνθήκες της οικονομίας και κυρίως του πληθωρισμού, ο οποίος έχει εκτοξευθεί απότομα, αποτέλεσε από τις αρχές του νέου έτους το μεγάλο βαρίδι για τις διεθνείς αγορές. Αν και η παραλλαγή Όμικρον "θυμίζει" πως η πανδημία συνεχίσει να χτυπά την οικονομία, ενώ στο σκηνικό προστέθηκαν και οι γεωπολιτικές εντάσεις Ρωσίας-Ουκρανίας, ωστόσο, κατά… γενική ομολογία, το τέλος της άπλετης και φθηνής ρευστότητας, τα αυξανόμενα κόστη δανεισμού και ο νέος κύκλος αύξησης των επιτοκίων στον οποίο έχουν μπει ή θα μπουν σύντομα οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες, είναι μεγαλύτερο σοκ για τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Αυτό το επισήμανε ξεκάθαρα και ο οίκος αξιολόγησης S&P στην τελευταία του έκθεση, σημειώνοντας πως οι κίνδυνοι για τις παγκόσμιες πιστωτικές συνθήκες ενισχύονται – κυρίως, οι διεθνείς πολιτικές εντάσεις, ο επίμονος πληθωρισμός και το αυξανόμενο κόστος δανεισμού. Ωστόσο, για το αμέσως επόμενο διάστημα, πιο σημαντικό για την οικονομία και τις αγορές από την εξέλιξη της κατάστασης με την Όμικρον, θα είναι η επιτυχία (ή η αποτυχία) της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών στην επιβράδυνση του πληθωρισμού χωρίς να σταματήσει η ανάκαμψη μετά την πανδημία.

    Ως απάντηση στις συνεχιζόμενες ανοδικές εκπλήξεις του πληθωρισμού, η Fed έχει απομακρυνθεί από τον χαρακτηρισμό του πληθωρισμού πάνω από τον στόχο ως "παροδικό" και αναγνώρισε ότι ορισμένα στοιχεία των πιέσεων στις τιμές καθοδηγούνται από τη ζήτηση και είναι συνεπώς εντός της περιοχής ελέγχου της. Η Fed ανακοίνωσε ότι θα επιταχύνει τη μείωση των αγορών περιουσιακών της στοιχείων (tapering) και θα ολοκληρώσει το πρόγραμμα τον Μάρτιο, ενώ η αύξηση των επιτοκίων θα ακολουθήσει σύντομα, με τους αναλυτές να αναμένουν πλέον έως και έξι αυξήσεις των επιτοκίων φέτος. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν επίσης αυξήσει τα στοιχήματά τους για αυστηροποίηση της πολιτικής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με την Κριστίν Λαγκάρντ ουσιαστικά να αποφεύγει να δηλώσει ότι δεν υπάρχει πιθανότητα για αύξηση των επιτοκίων φέτος. Η Τράπεζα της Αγγλίας, εν τω μεταξύ, έχει ήδη αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές.

    Τεστ αντοχής στα ομόλογα

    Το αποτέλεσμα ήταν να ασκηθούν ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων και των spreads, με τις αγορές να τεστάρουν την ανοχή των κεντρικών τραπεζών, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για τα κράτη και της επιχειρήσεις, κάτι που σίγουρα επηρεάζει και την ελκυστικότητα των τοποθετήσεων στις μετοχές. Οι αποδόσεις αλλά και τα spreads των κρατικών τίτλων της Ευρωζώνης έχουν πλέον επιστρέψει στα επίπεδα του Απριλίου του 2020, δηλαδή λίγο μετά την ανακοίνωση της ΕΚΤ για την ενεργοποίηση του "ιστορικού" έκτακτου προγράμματος PEPP.

     

     

    Το ελληνικό 10ετές άγγιξε το 2,5% την εβδομάδα που πέρασε, για πρώτη φορά σε σχεδόν δύο χρόνια, ενώ το spread διαμορφώθηκε στις 230 μονάδες βάσης και σε υπερδιπλάσια επίπεδα σε σχέση με το καλοκαίρι του 2021, με τις ακραίες αυτές κινήσεις να εξηγούνται από αναλυτές ως αποτέλεσμα του πολύ μικρού μεγέθους της ελληνικής αγοράς το οποίο και την κάνει πιο ευάλωτη στις κινήσεις των επενδυτών, καθώς και το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει υψηλό χρέος και βρίσκεται εκτός επενδυτικής βαθμίδας. Η απόδοση του 10ετούς της Γερμανίας ξεπέρασε το 0,23%, που αποτελεί υψηλό τρεισήμισι ετών, ενώ στα υψηλότερα επίπεδα από το 2018 έχει επιστρέψει η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου, στο 0,7%.

    Άλλωστε το νέο αυτό περιβάλλον αντικατοπτρίζεται με μεγάλη σαφήνεια στη σημαντική συρρίκνωση της αξίας των ομολόγων διεθνώς, που έχουν αρνητικές αποδόσεις και η οποία κινείται πλέον κοντά στα 6 τρισ. ευρώ από 18 τρισ. ευρώ που είχε κορυφωθεί στα τέλη του 2020.

    Οι αναλυτές, ωστόσο, εμφανίζονται καθησυχαστικοί σε ό,τι αφορά την πορεία των διεθνών αγορών, με τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες με μπαράζ εκθέσεών τους την τελευταία εβδομάδα να επισημαίνουν πως αυτή η στροφή πολιτικής των κεντρικών τραπεζών έχει πλέον ήδη αποτιμηθεί από την αγορά, με βάση και την κακή πορεία των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών από τις αρχές του έτους, με την προτίμηση προς τις μετοχές της Ευρωζώνης –και ειδικά τις τράπεζες– να είναι εμφανής.

    Goldman Sachs: Overweight σε Ευρώπη και τραπεζικές μετοχές

    Οι ευρωπαϊκές μετοχές έχουν ήδη αφομοιώσει την αλλαγή πλεύσης της ΕΚΤ, όπως σημειώνει η Goldman Sachs, με τις περισσότερες αγορές να σημειώνουν απώλειες από τις αρχές του έτους, αλλά περιορισμένες και πολύ μικρότερες από την αγορά μετοχών των ΗΠΑ. Η G.S. πιστεύει ότι η στροφή της ΕΚΤ προς την αύξηση των επιτοκίων, είναι ένα σημάδι ότι τα προβλήματα που ταλαιπώρησαν την Ευρώπη στον τελευταίο κύκλο –χαμηλή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, αποπληθωρισμός, απουσία κερδοφορίας– τελικά μειώνονται. Φυσικά θα υπάρξουν προβλήματα σε αυτόν τον κύκλο – ο περισσότερος πληθωρισμός φέρνει τα δικά του ζητήματα και τα επίπεδα του δημόσιου χρέους έχουν διευρυνθεί, δημιουργώντας ενδεχομένως προβλήματα καθώς αυξάνονται οι αποδόσεις των ομολόγων. Ωστόσο, ορισμένοι από τους μεγαλύτερους λόγους για τη μακροπρόθεσμη υποαπόδοση της Ευρώπης έχουν αρχίσει να αλλάζουν.

    Οι κλάδοι "αξίας", που στο παρελθόν είχαν πολύ χαμηλές αποδόσεις, αρχίζουν επίσης να βλέπουν θεμελιώδεις βελτιώσεις, κυρίως ο τομέας της Ενέργειας και των Τηλεπικοινωνιών. Η αποτίμηση των ευρωπαϊκών μετοχών παραμένει λογική, κατά την άποψη της Goldman Sachs, και δεν απέχει πολύ από το μακροπρόθεσμο μέσο P/E (παρά τα πολύ χαμηλά επιτόκια με βάση τα ιστορικά πρότυπα). Πράγματι, το P/E έχει υποχωρήσεις το τελευταίο έτος, από το 18x σε κάτω από 15x για τον πανευρωπαϊκό δείκτη STOXX Europe. Αυτό οφείλεται στις αναβαθμίσεις της κερδοφορίας. Τα ευρωπαϊκά κέρδη ανά μετοχή (EPS) αναμένεται να είναι 16% υψηλότερα από το σημείο που ήταν πριν από την πανδημία.

     

    ΚΟΥ2

     

    Σε αυτό το πλαίσιο, η Goldman Sachs παραμένει overweight στον τραπεζικό κλάδο της Ευρώπης. Το discount του κλάδου είναι σημαντικό και, ενώ έχει περιοριστεί μέτρια τον τελευταίο χρόνο, παραμένει πολύ μεγάλο σε σύγκριση με την ιστορία. Πράγματι, όταν το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ ήταν τελευταία στο μηδέν το 2014, κατά μέσο όρο το P/E για τις ευρωπαϊκές τράπεζες ήταν 11x και το P/B ήταν 0,9. Τώρα, ακόμη και με το πρόσφατο rotation, το P/E στις ευρωπαϊκές τράπεζες είναι 9x και το P/BV είναι 0,75. "Παραμένουμε overweight στις τράπεζες και πιστεύουμε ότι τα υψηλότερα επιτόκια αποτελούν σημαντική στήριξη τόσο για τα περιθώρια κερδοφορίας όσο και για τις αποτιμήσεις", τονίζει η G.S.

    J.P. Morgan: Αγοράστε μετοχές

    Οι μετοχές εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικά περιθώρια ανόδου, με τη Fed και την ΕΚΤ να μην αναμένεται να γίνουν πιο επιθετικές σε σχέση με ό,τι ήδη έχουν τιμολογήσει οι επενδυτές, τονίζει η J.P. Morgan. Η αμερικάνικη τράπεζα είναι ιδιαίτερα bullish για τις μετοχές της Ευρωζώνης καθώς, όπως επισημαίνει, το σκηνικό στην περιοχή φαίνεται πολύ ενθαρρυντικό όσον αφορά τους εμβολιασμούς, τον ρυθμό ανάπτυξης και το επίπεδο στήριξης της πολιτικής. Η Ευρωζώνη προσφέρει ισχυρή ανάκαμψη κερδών, έχει φθηνές αποτιμήσεις, το Ταμείο Ανάκαμψης άρχισε να εφαρμόζεται και η αγορά εργασίας είναι ανθεκτική. Μάλιστα, όπως τονίζει, ο δείκτης-φόβου των αγορών Vix, δίνει πλέον σήμα αγοράς και οι μετοχές πάντα ενισχύονται στο διάστημα των επόμενων 1-6 μηνών, από τη στιγμή που δίνεται αυτό το σήμα.

    Συνολικά η J.M. Morgan επισημαίνει πέντε λόγους που οι επενδυτές θα πρέπει να αγοράσουν μετοχές:

    1) Μετά την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας που παρατηρήθηκε το περασμένο καλοκαίρι, ο ρυθμός ανάπτυξης θα σταθεροποιηθεί το 2022. Έτσι, το 2022 θα είναι άλλη μια χρονιά αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ που θα ξεπεράσει την τάση, ενώ η δημοσιονομική στήριξη δεν έχει τελειώσει και η πιστωτική αγορά εξακολουθεί να έχει πολύ καλές επιδόσεις.

    2) Η Fed είναι απίθανο να συνεχίσει να κινείται περισσότερο επιθετικά, τουλάχιστον σε σχέση με αυτό που αποτιμά η αγορά αυτή τη στιγμή και αυτό ισχύει και για την ΕΚΤ. Ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί το τρέχον διάστημα, γεγονός που θα μπορούσε να προσφέρει στη Fed κάποιο περιθώριο ελιγμών.

    3) Αναμένεται σημαντική άνοδος της κερδοφορίας των εισηγμένων εταιρειών και οι προβλέψεις της αγοράς για το 2022 θα αποδειχθούν και πάλι πολύ χαμηλές. Η αγορά αναμένει πως το δ’ τρίμηνο του 2021 τα κέρδη ανά μετοχή θα είναι χαμηλότερα από το τρίτο τρίμηνο, ωστόσο η JPM εκτιμά ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί, σύμφωνα και με την εικόνα που υπάρχει ήδη από τα εταιρικά αποτελέσματα.

    4) Οι δείκτες P/E είναι αυξημένοι, αλλά όχι οι μερισματικές αποδόσεις έναντι των αποδόσεων των εταιρικών και των κρατικών και των ομολόγων.

    5) Η συνολική τεχνική εικόνα είναι ευνοϊκή, μετά την πρόσφατη μείωση του ρίσκου στην οποία οδηγήθηκαν οι επενδυτές.

    UBS: Οι αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ δεν θα ταράξουν τις μετοχές

    H UBS τονίζει πως σίγουρα η ΕΚΤ έχει υιοθετήσει πλέον μία πιο επιθετική ρητορική, ωστόσο οι μετοχές της Ευρωζώνης είναι σε καλή θέση για να αντιμετωπίσουν τον αντίθετο άνεμο από τη σταδιακή νομισματική αυστηροποίηση, για τρεις λόγους.

    Πρώτον, η Κριστίν Λαγκάρντ προσέφερε διαβεβαίωση για την αποφυγή αναταραχών στα πιο υπερχρεωμένα κράτη της Ευρωζώνης, επισημαίνοντας τη συνεχιζόμενη ανησυχία για την ανάπτυξη. Όταν ρωτήθηκε από μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το αυξανόμενο κόστος δανεισμού για τις περιφερειακές οικονομίες της Ευρωζώνης, η Λαγκάρντ είπε ότι η ΕΚΤ θα "χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία, κάθε μέσο για να διασφαλίσει ότι η νομισματική πολιτική μεταδίδεται σωστά σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, σε όλα τα κράτη μέλη". Έτσι, ενώ οι αυξήσεις επιτοκίων φέτος φαίνονται πλέον πιθανές, μαζί με την ταχεία αυστηροποίηση το 2023, η ΕΚΤ θα παραμείνει εξαρτημένη από τα δεδομένα, με την αυστηροποίηση να εξαρτάται από τη συνεχιζόμενη ισχυρή ανάπτυξη. Η Λαγκάρντ ανέφερε επίσης ότι "δεν χρειάζεται να βιαστούμε για πρόωρα συμπεράσματα σε αυτό το σημείο".

     

    ΚΟΥ3

     

    Δεύτερον, τόσο τα οικονομικά μεγέθη όσο και τα θεμελιώδη μεγέθη των εταιρειών παραμένουν ισχυρά. Η ανάκαμψη της κερδοφορίας των εισηγμένων στην Ευρωζώνη ήταν ταχεία και δεν έχει τελειώσει. Η UBS αναμένει ότι η αύξηση της κερδοφορίας θα υποστηριχθεί από την αύξηση των εσόδων το 2022, με περαιτέρω ανάκαμψη των δαπανών για υπηρεσίες καθώς οι οικονομίες ανοίγουν ξανά, την ισχυρή μεταποιητική παραγωγή και την περαιτέρω ανάκαμψη της αγοράς εργασίας.

    Τρίτον, οι χαμηλές αποτιμήσεις μετοχών παρέχουν πρόσθετη προστασία έναντι των υψηλότερων αποδόσεων των ομολόγων. Μετά από αναβάθμιση 27% στις εκτιμήσεις κερδοφορίας πέρυσι, οι μετοχές του δείκτη MSCI της Ευρωζώνης έχουν πραγματοποιήσει de-rating με τον δείκτη P/E να υποχωρεί στο 15x και αυτό αποτελεί discount της τάξης του 14% στις παγκόσμιες μετοχές και είναι σύμφωνο με τα προ πανδημίας επίπεδα.

    Έτσι, οι μετοχές της Ευρωζώνης παραμένουν στις προτιμώμενες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων της UBS, με τις αγορές της περιοχής να είναι πιθανότατα μεταξύ των βασικών κερδισμένων από την ισχυρή παγκόσμια ανάπτυξη. Σε επίπεδο κλάδων, προτιμά τις μετοχές της ενέργειας, των τραπεζών και των βασικών υλικών, μαζί με τις μετοχές του κλάδου των υπηρεσιών.

    Morgan Stanley, HSBC: Συνέχιση της υπεραπόδοσης στην Ευρώπη

    Στις ίδιες γραμμές κινούνται και οι νέες εκτιμήσεις των Morgan Stanley και HSBC. Η Morgan Stanley αναμένει ότι η υπεραπόδοση των μετοχών της Ευρώπης θα συνεχιστεί με δεδομένο ένα αρκετά ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον, τις ανοδικές τάσεις στα EPS και τους δείκτες P/E που έχουν ήδη ομαλοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι αποτιμήσεις στην περιοχή αντικατοπτρίζουν ήδη την αυστηρότερη νομισματική πολιτική, ενώ η στροφή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενισχύει το rotation της αγοράς σε κλάδου "αξίας" όπου η Ευρώπη έχει μεγαλύτερη έκθεση, όπως τονίζει ο οίκος.

    Αν και μειώνει τις εκτιμήσεις της για τα κέρδη ανά μετοχή 12μήνου για τις ευρωπαϊκές μετοχές, ώστε να αντικατοπτρίζει ένα πιο αυστηρό πλαίσιο νομισματικής πολιτικής, ωστόσο επισημαίνει υπάρχει περιορισμένος κίνδυνος διαρκούς de-rating στην περιοχή. Με τα οικονομικά δεδομένα στην Ευρώπη να συνεχίζουν να βελτιώνονται και τον πληθωρισμό να υστερεί σε σχέση με τις ΗΠΑ, υπάρχει "λιγότερη φωτιά και λιγότερος πάγος" στην Ευρώπη από ό,τι στις ΗΠΑ, τόνισε. Μεταξύ των κλάδων, η Morgan Stanley προτιμά τις τράπεζες, τα εμπορεύματα, τα αυτοκίνητα και τις τηλεπικοινωνίες,

    Στο νέο περιβάλλον των ολοένα και αυξανόμενων προσδοκιών αύξησης των επιτοκίων το οποίο έχει αποτιμηθεί στις ανεπτυγμένες αγορές για το 2022, η HSBC εξακολουθεί να βλέπει τις μετοχές "αξίας" να υπεραποδίδουν των μετοχών "ανάπτυξης" στο δεύτερο τρίμηνο. Κατά συνέπεια, οι ευρωπαϊκές μετοχές βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τις αμερικανικές και ιαπωνικές μετοχές κατά την άποψή της. Οι αναθεωρήσεις των κερδών της Ευρωζώνης θα επωφεληθούν από τις καλύτερες σχετικές αναθεωρήσεις των κερδών ανά μετοχή στο μέλλον, ενώ η πρόσφατη υπεραπόδοση των μετοχών του Ηνωμένου Βασιλείου έχει ήδη ολοκληρώσει τον δρόμο της, όπως εκτιμά.

    Εκτός από τις ευρωπαϊκές μετοχές, η HSBC "κοιτά" επίσης και τις Αναδυόμενες Αγορές (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) έναντι των μετοχών των αναπτυγμένων αγορών.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ