Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 06-Φεβ-2022 20:00

    Πόσο απειλητική είναι για τις αγορές η κλιμάκωση της έντασης Ρωσίας-Ουκρανίας

    Ουκρανια Ρωσια
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Η μαζική συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων και στρατιωτικού εξοπλισμού στα σύνορα της Ρωσίας με την Ουκρανία έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ΝΑΤΟ και Δύση, αν και η Μόσχα έχει επανειλημμένα αρνηθεί οποιαδήποτε πρόθεση εισβολής στην Ουκρανία. Αυτή η τεταμένη κατάσταση επηρέασε ήδη τις αγορές από τον περασμένο μήνα, καθώς, εκτός από τον No 1 λόγο ανησυχίας –ο οποίος οδήγησε σε sell-off−, τη στάση πολιτικής της Fed και πόσο γρήγορα θα προχωρά στις αυξήσεις επιτοκίων, η γεωπολιτική ένταση αποτέλεσε άλλον έναν αρνητικό καταλύτη που οδήγησε τις αγορές σε ΗΠΑ και Ευρώπη να καταγράψουν τον χειρότερο μήνα τους σε αποδόσεις από το ξέσπασμα της πανδημίας τον Μάρτιο του 2020.

    Οι αναλυτές σε γενικές γραμμές επιμένουν πως ο πληθωρισμός και οι αυξήσεις επιτοκίων αποτελούν τη μεγάλη απειλή για τις αγορές το επόμενο διάστημα, με μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, όπως οι BlackRock, Fidelity, PIMCO, Goldman Sachs, UBS και Oxford Economics, να αναμένουν πως θα υπάρξει κάποια διπλωματική λύση για την κρίση που έχει προκύψει γύρω από την Ουκρανία. Πάντως επισημαίνουν πως, σε περίπτωση στρατιωτικής εισβολής της Ρωσίας, σίγουρα οι αγορές θα βιώσουν κύματα αναταραχής. Ωστόσο κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι οι επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές μετοχές θα είναι βραχύβιες και περιορισμένες, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που βλέπουν την όποια βουτιά προκαλέσει το γεωπολιτικό σκηνικό να αποτελεί σημαντική αγοραστική ευκαιρία.

     

     

    Ιστορικά, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι τείνουν να αντικατοπτρίζονται μέσω των αγορών εμπορευμάτων, και σήμερα σίγουρα αυτό που πρέπει να παρακολουθήσουν στενά οι επενδυτές είναι το φυσικό αέριο. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις προμήθειες φυσικού αερίου από τη Ρωσία και, σύμφωνα με τους αναλυτές, ακόμα και μια μικρή μείωση της ρωσικής προσφοράς θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις τιμές και τη βιομηχανική παραγωγή στην Ευρώπη. Αυτό θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει κινδύνους μετάδοσης στον ευρωπαϊκό πληθωρισμό (οι τιμές του φυσικού αερίου ήταν ήδη υπεύθυνες για το 1% περίπου του ετήσιου δείκτη τιμών καταναλωτή της Eυρωζώνης το 2021), στην πολιτική της ΕΚΤ, στις καταναλωτικές δαπάνες, στην πολιτική σταθερότητα και στα risk assets γενικότερα.

    Σύμφωνα με την Capital Economics, ενώ μια κλιμάκωση της σύγκρουσης θα είχε αντίκτυπο στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές, αμφιβάλλει ότι θα διαρκέσει πολύ. Η πιο σχετική σύγκριση είναι το 2014, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Κριμαία και οι ευρωπαϊκές μετοχές τότε "κρατήθηκαν" αρκετά καλά, ακόμα και όταν οι ρωσικές μετοχές σημείωσαν ελεύθερη πτώση. Έτσι, αναμένει πως η αντίδραση θα είναι παρόμοια στο ακραίο σενάριο και οι παγκόσμιοι παράγοντες θα συνεχίσουν να είναι ο κύριος μοχλός των ευρωπαϊκών αγορών φέτος.

    Οι ευρωπαϊκές μετοχές με τη μεγαλύτερη έκθεση στη Ρωσία

    Όπως σημειώνει η Societe Generale, oι αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις με τη Ρωσία και την Ουκρανία θα έχουν αναπόφευκτα αντίκτυπο τόσο στις αγορές μετοχών όσο και στα εμπορεύματα, με τους φόβους για στρατιωτική εισβολή από τη Ρωσία να είναι πλέον σημαντικοί.

    Βραχυπρόθεσμα, οποιαδήποτε ένταση μεταξύ του ΝΑΤΟ και μιας από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις στον κόσμο είναι προφανώς πηγή σημαντικής ανησυχίας και ωθεί το ασφάλιστρο κινδύνου (risk premium) για τις παγκόσμιες μετοχές υψηλότερα. Η γαλλική τράπεζα πιστεύει ότι ο άμεσος αντίκτυπος της κλιμάκωσης της έντασης, συμπεριλαμβανομένων των "τεράστιων" κυρώσεων στη Ρωσία, θα είναι υπαρκτός, αλλά περιορισμένος σε ό,τι αφορά τις ευρωπαϊκές αγορές μετοχών, καθώς μόνο ένας περιορισμένος αριθμός ευρωπαϊκών εταιρειών έχει σημαντική έκθεση στη Ρωσία (με πάνω από το 5% έκθεση της κερδοφορίας τους), οι εξής 14: Raiffeisen Bank, Technip Energies, BP, Fortum, Renault, Henkel, Coca-Cola Hellenic, Buzzi Unicem, Carlsberg, Danone, BASF, Reckitt Benckiser, Alstom και Total Energies.

     

    κουρτ2

     

    Ωστόσο, δυνητικά ο έμμεσος αντίκτυπος μπορεί να είναι πιο σημαντικός μέσω των εμπορευμάτων, τονίζει η SocGen, καθώς η Ρωσία είναι βασικός παγκόσμιος εξαγωγέας ενέργειας, ορισμένων βασικών μετάλλων, όπως το αλουμίνιο, και ορισμένων αγροτικών προϊόντων, όπως το σιτάρι, τη στιγμή που κατά την τρέχουσα περίοδο οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων και ο πληθωρισμός είναι ήδη υψηλά και οι κεντρικές τράπεζες έχουν μόλις γίνει επιθετικές.

    Αξίζει να σημειώσουμε πως η Citigroup, από την πλευρά της, έχει εντοπίσει 37 μετοχές με σχετικά μεγάλες εκθέσεις στη Ρωσία και οι οποίες έχουν ιστορικά υποαποδώσει σε περιόδους αυξημένου γεωπολιτικού κινδύνου, όπως το 2014 και το 2018. Αυτές είναι οι Adidas, Airbus, Anadolu Efes, Beiersdorf, BP, British American Tobacco, Buzzi, Carlsberg, Coca-Cola HBC, CRH, Danone, Ferrexpo, Fortum, Glencore, Grups Oracuj, Heidelberg, Heineken, Henkel, Imperial Brands, Mondi, MTU, Nokian Renkaat, OMV, Pernod-Ricard, Polymetal, Prosus, Remy Cointreau, Richemont, Renault, Rolls-Royce, Safran, SAP, Softline, Total Energies, UniCredit, Uniper και Alstom.

    Συνεπώς, όπως τονίζει η Citi, οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση στις τρέχουσες εντάσεις θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο σε αυτές τις μετοχές.

    Η Κριμαία το "προηγούμενο" για τις επιπτώσεις στις αγορές

    Η αντιπαράθεση Ρωσίας-Ουκρανίας προκαλεί ανησυχία σε ό,τι αφορά την πορεία των αγορών εν μέσω του ήδη τεταμένου κλίματος λόγω και της στροφής πολιτικής της Fed, ωστόσο ο αντίκτυπος στις μετοχές δεν αναμένεται να είναι σημαντικός, όπως σημειώνει η J.P. Morgan.

    Η αμερικανική τράπεζα πιστεύει ότι τελικά δεν θα υπάρξει πλήρης σύγκρουση, αλλά η ορατότητα είναι χαμηλή και η πιθανότητα ταχείας κλιμάκωσης υπάρχει. Ωστόσο, σημειώνει ότι ιστορικά οι στρατιωτικές συγκρούσεις, εφόσον ήταν σχετικά τοπικές, δεν είχαν την τάση να εκτροχιάζουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα κι αυτό ισχύει τόσο για τις αγορές της Ευρώπης όσο και αυτές των ΗΠΑ.

    Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα στοιχεία της J.P. Morgan, κατά την κρίση της Κριμαίας η πτώση στην Ευρώπη έναν μήνα μετά την προσάρτηση ήταν 2,4%, ενώ στους τρεις μήνες έφτανε το 1,7%. Στις ΗΠΑ στον έναν μήνα οι μετοχές σημείωναν άνοδο 1,6%, ενώ στους τρεις μήνες κέρδη 3,5%.

     

    κουρτ3

     

    Τα περιουσιακά στοιχεία της Ρωσίας και της Ουκρανίας έχουν επηρεαστεί, όπως και ήταν φυσικό, από τις εντάσεις, αλλά τα κανάλια μέσω των οποίων θα περίμενε κανείς ότι αυτές οι εντάσεις θα επηρεάσουν τα παγκόσμια περιουσιακά στοιχεία έχουν δει μικρή κίνηση, σημειώνει από την πλευρά της η UBS. Τις τελευταίες 30 ημέρες οι τιμές του φυσικού αερίου δεν σημείωσαν ιδιαίτερη αστάθεια, οι τιμές του παλλαδίου μόλις άρχισαν να ανακάμπτουν από τα χαμηλά σχεδόν δύο ετών, ο κλάδος των διαρκών καταναλωτικών αγαθών στην Ευρώπη έχει υπεραποδώσει του αντίστοιχου των ΗΠΑ, οι προσδοκίες των επιτοκίων πολιτικής της ΕΚΤ σε επίπεδο 12μήνου είναι υψηλότερες κατά 11 μονάδες βάσης, το ευρώ κινήθηκε μόνο σύμφωνα με τις διαφορές των επιτοκίων και τα ευρωπαϊκά εταιρικά ομόλογα έχουν σημειώσει πολύ καλύτερη πορεία από αυτήν των ομολόγων των ΗΠΑ. Συνεπώς, όπως τονίζει η UBS, οποιοδήποτε πλήγμα στα διεθνή risk assets οφείλεται στους φόβους για απόσυρση ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες, ενώ αποτιμάται μικρός ή καθόλου κίνδυνος σε ό,τι αφορά τη Ρωσία-Ουκρανία.

    Άλλωστε, και κατά την κρίση της Κριμαίας, όπως επισημαίνει, οι επιπτώσεις στις μετοχές ήταν περιορισμένες. Πολύ λίγα assets εκτός Ρωσίας επηρεάστηκαν, όπως οι μετοχές της Πολωνίας και του δείκτη MSCI της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το παλλάδιο πραγματοποίησε ράλι, ενώ σχεδόν κανέναν αντίκτυπο δεν είχε το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο.

    Υπάρχει, όμως, σαφής κίνδυνος η τρέχουσα κατάσταση να είναι πιο σοβαρή, όπως προειδοποιεί η UBS. Στρατεύματα συγκεντρώνονται και στις δύο πλευρές των συνόρων Ρωσίας-Ουκρανίας. Το ΝΑΤΟ πιέζει πιο σκληρά από ό,τι το 2014, οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. απειλούν με πολύ περισσότερες κυρώσεις, που θα μπορούσαν να μειώσουν τις εμπορικές και χρηματοδοτικές ροές προς/από τη Ρωσία. Οι αγορές ενέργειας και μετάλλων είναι ήδη πολύ σφιχτές. Έτσι, είναι συνετό οι επενδυτές να αντισταθμίσουν τους όποιους πιθανούς κινδύνους. Σε αυτό πλαίσιο, η UBS παραμένει overweight στις ευρωπαϊκές μετοχές και στις μετοχές "αξίας" και τηρεί long θέσεις στο ευρώ.

    Το βασικό σενάριο της UBS παραμένει ότι θα υπάρξει διπλωματική λύση στην κρίση Ρωσίας-Ουκρανίας. Βλέπει μια σημαντική στρατιωτική κλιμάκωση ως απίθανη λόγω του ανθρώπινου και οικονομικού κόστους από όλες τις πλευρές. Οι κυρώσεις θα είχαν αρνητικές συνέπειες για το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού της Ρωσίας, ενώ η ενσωμάτωσή της στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας σημαίνει ότι σημαντικές κυρώσεις θα είχαν αρνητικές επιπτώσεις για τις δυτικές οικονομίες. Μια λύση διαρκείας είναι πιθανό να χρειαστεί χρόνο για να επιτευχθεί, και οι εντάσεις είναι πιθανές στην πορεία, αλλά τελικά η ελβετική τράπεζα πιστεύει ότι το οικονομικό συμφέρον και η λογική θα οδηγήσουν όλες τις πλευρές να σταματήσουν την άμεση στρατιωτική δράση. Εκτός αυτού, ιστορικά, οι γεωπολιτικοί κραδασμοί είχαν μόνο σύντομο αντίκτυπο στις αγορές.

    Αγοραστική ευκαιρία

    Κατά την Oxford Economics, οι αγορές που επηρεάζονται από τις εντάσεις γύρω από τη Ρωσία και την Ουκρανία θα αποτελέσουν επενδυτική ευκαιρία, καθώς, σύμφωνα με το βασικό της σενάριο, η κρίση θα λυθεί μέσω της διπλωματίας.

    Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, εάν η Ρωσία πραγματοποιήσει εισβολή στην Ουκρανία πέρα από τις επί του παρόντος αμφισβητούμενες περιοχές στην ανατολική Ουκρανία, αυτό θα είχε σημαντικές επιπτώσεις για τις τιμές των assets διεθνώς και τη μεταβλητότητα βραχυπρόθεσμα. Οι μετοχές της Ευρωζώνης θα δουν μέτρια πτώση πάντως σε αυτό το σενάριο, καθώς οι υψηλότερες τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν την ανάπτυξη και συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους, ενώ ο κλάδος της ενέργειας θα μπορούσε να προσφέρει καταφύγιο για τους επενδυτές που επιθυμούν να αντισταθμίσουν αυτόν τον κίνδυνο, καθώς οι αποτιμήσεις του είναι φθηνές σε σχέση με την ιστορία, σημειώνει ισχυρή δυναμική κερδών και πιθανότατα θα υπεραποδώσει σε περίπτωση περαιτέρω ανόδου στις τιμές του φυσικού αερίου.

    Εκτός από την πιθανότητα υψηλότερων ασφαλίστρων κινδύνου, μια παρατεταμένη περίοδος υψηλότερων τιμών του φυσικού αερίου πιθανότατα θα επιβαρύνει την ανάπτυξη στην Ευρώπη και θα πιέσει έντονα τα εταιρικά περιθώρια κέρδους. Η διόρθωση στις μετοχές της Ευρωζώνης θα ήταν βέβαιη έτσι, αν και μέτρια, καθώς οι μεσοπρόθεσμες προσδοκίες για τα κέρδη ανά μετοχή θα αναθεωρηθούν πτωτικά.

    Ωστόσο, η Oxford Economics τονίζει ότι ακόμα και στο δυσμενές σενάριο της χερσαίας εισβολής, το ρωσικό αέριο θα συνεχίσει να ρέει στην Ευρώπη αδιάκοπα, καθώς η διακοπή του δεν είναι προς τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η κρίση του 2014/2015 παρέχει ένα χρήσιμο προηγούμενο. Ακόμα κι αν ο Nord Stream 2 δεν εγκριθεί, η Ρωσία θα συνεχίσει την παροχή αερίου μέσω άλλων υφιστάμενων αγωγών.

    "Αρκούδα" η BofA

    Πάντως, η Bank of America παραμένει bearish για τις ευρωπαϊκές μετοχές το επόμενο διάστημα, επιμένει ότι θα σημειώσουν σημαντική περαιτέρω πτώση, κόντρα στα θετικά σενάρια της πλειονότητας των αναλυτών, που εκτιμούν ότι η Ευρώπη θα υπεραποδώσει και θα ξεχωρίσει φέτος στις αγορές, και ένας λόγος για αυτή την αρνητική της στάση είναι οι εντάσεις Ρωσίας-Ουκρανίας.

    Πιο αναλυτικά, όπως σημειώνει, οι ευρωπαϊκές μετοχές ξεκίνησαν τη χρονιά με sell-off 8%, ακολουθούμενο από μια ανάκαμψη που αφήνει την αγορά 5% κάτω από το υψηλό των αρχών του Ιανουαρίου. Η BofA πιστεύει ότι η διόρθωση οφείλεται: (α) σε μια άνοδο κατά 50 μονάδες βάσης στην απόδοση των 10ετών ομολόγων των ΗΠΑ, το προεξοφλητικό επιτόκιο για τις παγκόσμιες μετοχές, λόγω της επιθετικής ανατιμολόγησης των προσδοκιών για τις κινήσεις της Fed, (β) στην ασθενέστερη από την αναμενόμενη δυναμική ανάπτυξης, με τον σύνθετο PMI των ΗΠΑ να υποχωρεί κατά περισσότερες από 6 μονάδες, στις 50,8, τον Ιανουάριο, και (γ) στις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις λόγω της αντιπαράθεσης Ρωσίας/Ουκρανίας.

    Η BofA αναμένει περαιτέρω πτώση της τάξης του 8% για τις ευρωπαϊκές μετοχές, με τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx 600 να υποχωρεί στις 430 μονάδες μέχρι το τέλος του έτους, δεδομένου ότι: ( α) η αγορά τιμολογεί λιγότερες από επτά αυξήσεις επιτοκίων της Fed τα επόμενα τρία χρόνια, ενώ οι οικονομολόγοι της BofA αναμένουν εννέα αυξήσεις, κάτι που θα οδηγήσει σε περαιτέρω ανοδική πορεία για τις πραγματικές αποδόσεις των ομολόγων και, ως εκ τούτου, σε περαιτέρω καθοδική πορεία για τις αποτιμήσεις των μετοχών, (β) θεωρεί ότι οι κίνδυνοι για περαιτέρω πτώση για τον PMI της Ευρωζώνης είναι σημαντικοί, δεδομένης της κρίσης Ρωσίας/Ουκρανίας και των κινδύνων για την ανάπτυξη των ΗΠΑ από ένα μικρότερο πακέτο κινήτρων για τη βελτίωση της ανάκαμψης, και (γ) αναμένεται πτώση 5% στα κέρδη ανά μετοχή στην Ευρώπη φέτος λόγω της επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης και αυξημένες πιέσεις στα περιθώρια κερδών.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ