Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 12-Δεκ-2021 12:00

    Πώς θα είναι για την Ελλάδα η ζωή μετά το τέλος του PEPP της ΕΚΤ

    Πώς θα είναι για την Ελλάδα η ζωή μετά το τέλος του PEPP της ΕΚΤ
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Το έκτακτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης PEPP, το οποίο ενεργοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα λόγω της πανδημίας, τελειώνει και η συνέχιση των αγορών ομολόγων από την κεντρική τράπεζα υπό το κανονικό πρόγραμμα QE (APP) δεν θα αφορά την Ελλάδα, διαψεύδοντας τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί αλλά και τις ελπίδες για συνέχιση αυτής της σημαντικής στήριξης που βοήθησε στη μείωση του κόστους δανεισμού της χώρας εν μέσω COVID-19 σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, διευκολύνοντας το Ελληνικό Δημόσιο να δανειστεί ακόμη και με αρνητικά επιτόκια μέσω των δημοπρασιών εντόκων γραμματίων.

    Η στήριξη της ΕΚΤ προς τη χώρα μας θα συνεχιστεί μόνο μέσω του προγράμματος επανεπενδύσεων, δηλαδή της τοποθέτησης των κεφαλαίων από τα ελληνικά ομόλογα –καθώς και άλλα ομόλογα χωρών της Ευρωζώνης– που λήγουν το διάστημα μετά τον Μάρτιο του 2022 και έως τουλάχιστον τα τέλη του 2023, σε άλλους ελληνικούς τίτλους.

    Αν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ δεν έχει λάβει ακόμη οριστικές αποφάσεις ενόψει της κρίσιμης συνεδρίασης της Πέμπτης 16 Δεκεμβρίου, ωστόσο, σύμφωνα με αναφορές, αυτό είναι το πιθανό πλαίσιο που θα ισχύσει για την Ελλάδα και τα ελληνικά ομόλογα και απάντα στο ερώτημα που εδώ και καιρό απασχολούσε την αγορά, το εάν δηλαδή η ΕΚΤ θα εγκαταλείψει ή όχι την Ελλάδα μετά το τέλος του PEPP. Σύμφωνα με αναλυτές, αν και αρχικά μία τέτοια απόφαση αναμένεται να προκαλέσει πιέσεις στα ελληνικά ομόλογα, ωστόσο στη συνέχεια θα επέλθει ηρεμία – αν και εφόσον η κατάσταση με την πανδημία δεν επιδεινωθεί, καθώς η Ελλάδα έχει και άλλα "όπλα" και…. "μπορεί και χωρίς την ποσοτική χαλάρωση".

    Αρκούν οι επανεπενδύσεις

    Άλλωστε, για να ενταχθεί στο κανονικό πρόγραμμα, το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, κάτι το οποίο διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να συμβεί στο τέλος του 2022 ή, σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, εντός του α’ εξαμήνου του 2023. Έως τότε, οι επανεπενδύσεις αρκούν, καθώς, σε συνδυασμό με τις αγορές που έχουν απομείνει υπό το PEPP, καλύπτουν τις εκδοτικές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου της επομένης χρονιάς, οι οποίες τοποθετούνται στα 10-12 δισ. ευρώ.

     

    Σε κάθε περίπτωση, και αν και εφόσον κριθεί ότι οι πιέσεις στην αγορά είναι ανεξέλεγκτες, η ΕΚΤ θα έχει στη φαρέτρα της και ένα υπόλοιπο 100 δισ. ευρώ από το PEPP, το οποίο και θα επανενεργοποιήσει, με έμφαση στις ευάλωτες αγορές, δηλαδή στην Ελλάδα και ίσως στην Ιταλία (λόγω πιθανών πολιτικών αναταραχών).

    Τις προθέσεις της ΕΚΤ τις έχει λίγο-πολύ ξεκαθαρίσει τον προηγούμενο μήνα η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, η οποία είχε δηλώσει πως μετά το τέλος του PEPP τα ελληνικά ομόλογα θα υποστηριχθούν από τις επανεπενδύσεις του PEPP, δίνοντας βάρος σε αυτές και όχι σε κάποια άλλη στήριξη. "Η Ελλάδα ωφελείται πολύ από τις αγορές με το PEPP. Μελλοντικά, θα εξακολουθήσει να υπάρχει σημαντική παρουσία στην αγορά με το PEPP λόγω των επανεπενδύσεων. Θα πρέπει να συζητηθεί αν αυτό είναι αρκετό", τόνισε.

    Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες αναφορές αλλά και αυτά τα σχόλια, η Σνάμπελ όπως και η ΕΚΤ δεν τάσσονται υπέρ της συμπερίληψης των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο APP ή των αλλαγών στο πρόγραμμα γενικότερα, σημειώνει παράγοντας της αγοράς. "Είναι ένα ανοιχτό το ερώτημα εάν οι επανεπενδύσεις από μόνες τους θα μπορούσαν να κρατήσουν υπό έλεγχο τα ελληνικά spreads. Νομίζω ότι σε φυσιολογικές συνθήκες αυτό θα ήταν αρκετό δεδομένου ότι είναι μικρή αγορά καθώς και λόγω της πλεονεκτικής δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας (π.χ. Ταμείο Ανάκαμψης, μεγάλη διάρκεια χρέους και χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης ). Αλλά σε δύσκολες περιόδους, για παράδειγμα σε περίπτωση αναταραχής λόγω του tapering, τότε η Ελλάδα θα είναι εκτεθειμένη ίσως και περισσότερο από άλλες αγορές".

    Τι θα αποφασίσει η ΕΚΤ

    Όπως ανέφερε το Reuters επικαλούμενο έξι πηγές με γνώση των συζητήσεων που γίνονται στο Διοικητικό Συμβούλιο ενόψει της συνεδρίασης της 16ης Δεκεμβρίου, η ΕΚΤ στρέφεται προς την προσωρινή αύξηση του μεγέθους του APP, έτσι ώστε να διατηρήσει ελεγχόμενες τις κινήσεις στις αποδόσεις των ομολόγων μετά τη λήξη του PEPP.

    κουρτ3

    Θα υπάρξουν περιορισμοί, ωστόσο, στο μέγεθος του APP καθώς και στο χρονικό διάστημα που θα κρατήσουν αυτές οι αυξημένες αγορές, το οποίο δεν θα ξεπεράσει τα τέλη του 2022. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Barclays οι μηνιαίες αγορές υπό το APP θα αυξηθούν μετά τον Μάρτιο στα 50 δισ. ευρώ από 20 δισ. ευρώ σήμερα στο β’ και το γ’ τρίμηνο του 2022, και θα επιστρέψουν στα 20 δισ. ευρώ στο τελευταίο τρίμηνο του έτους.

    Σε κάθε περίπτωση, οι αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ από τον Απρίλιο και μετά θα είναι σημαντικά λιγότερες από ό,τι ήταν όσο "έτρεχε" το PEPP. "Μια αύξηση άνευ ορίων στις αγορές ομολόγων είναι εξαιρετικά απίθανη, όπως και η δημιουργία ενός εντελώς νέου προγράμματος", ανέφεραν οι πηγές του Reuters.

    Αν και κάποια μέλη του Δ.Σ. της ΕΚΤ τάσσονται υπέρ της καθυστέρησης των σημαντικών αποφάσεων λόγω της νέας αβεβαιότητας που προκαλεί η παραλλαγή Όμικρον, ωστόσο η ανακοίνωση του τέλους του PEPP είναι αναπόφευκτη, ενώ η απόφαση σχετικά με το APP είναι επίσης απαραίτητη, με ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες μόνο να αφήνονται για αργότερα.

    Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αυτό που εξετάζει η ΕΚΤ σε ό,τι αφορά τις επανεπενδύσεις είναι το διάστημα κατά το οποίο θα ρολάρει τους τίτλους που ωριμάζουν καθώς και να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στη γεωγραφική κατανομή των αγορών αυτών. Με τον τρόπο αυτό, η ΕΚΤ θα έχει στα χέρια της ένα εργαλείο, το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιεί στην περίπτωση που διαπιστωθούν εντάσεις στις αγορές. Σύμφωνα με το Bloomberg, αυτή θα είναι η "παρηγοριά" για την Ελλάδα, η οποία ήλπιζε να ενταχθεί στο APP. Παράλληλα, σύμφωνα με το Reuters, τα κεφάλαια από τα ομόλογα που λήγουν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν περισσότερο στις αγορές που μπορεί να αντιμετωπίσουν πιέσεις.


    Στο επίκεντρο η μείωση του χρέους

    Η Ελλάδα από την πλευρά της κάνει ό,τι μπορεί για να πείσει τους οίκους να αναβαθμίσουν την πιστοληπτική της ικανότητα η οποία προς το παρόν βρίσκεται δύο βαθμίδες κάτω από το Investment grade. Αυτό στο οποίο επικεντρώνονται το οικονομικό επιτελείο και ο ΟΔΔΗΧ, και το οποίο έχουν τονίσει οι διεθνείς οίκοι ότι αποτελεί "κλειδί" για την αναβάθμιση, είναι το να τεθεί σε πτωτική τροχιά ο δείκτης του ελληνικού χρέους.

    Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, το χρέος προς ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά 7,5% το 2022 σε σχέση με το 2021 και κατά 16,7% σε σχέση με το 2020. Συγκεκριμένα, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί το επόμενο έτος στα 355 δισ. ευρώ ή στο 189,6% του ΑΕΠ, από 197,1% του ΑΕΠ το 2021 και τα 350 δισ. ευρώ, έναντι της κορυφής του 206,3% του ΑΕΠ που σημειώθηκε το 2020, αν και θα παραμείνει υψηλότερο από το 180,7% που ήταν πριν από την πανδημία (2019). Όπως έχει επισημάνει ο οίκος Fitch, καταλυτικός παράγοντας στην περαιτέρω αναβάθμιση της Ελλάδας είναι να "υπάρχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ότι το δημόσιο χρέος/ΑΕΠ επιστρέφει σε σταθερή καθοδική πορεία".

    κουρτ4

    Σε μία πρώτη κίνηση διαχείρισης του χρέους προχωρά ήδη ο ΟΔΔΗΧ καθώς υλοποιεί το σχέδιο ανταλλαγής ή/και εξαγοράς των ομολόγων του PSI που δεν είχαν συμμετάσχει στο swap του 2017, με στόχο τη βελτίωση της καμπύλης των ελληνικών ομολόγων μέσω της ενίσχυσης του μεγέθους και της ρευστότητας υφιστάμενων εκδόσεων. Οι σειρές των ομολόγων του PSI έχουν λήξη από το 2023 έως το 2042 και είναι συνολικού ύψους 4,038 δισ. ευρώ, τα οποία κατέχουν συνταξιοδοτικά ταμεία, ιδιώτες επενδυτές και funds εντός και εκτός Ελλάδας, με περίπου 1 δισ. ευρώ εξ αυτών να διακρατεί η Τράπεζα της Ελλάδος.

    Παράλληλα, προχωρά κανονικά η προγραμματιζόμενη πρόωρη αποπληρωμή των διμερών δανείων από την Ε.Ε. (GLF)) και αυτών του ΔΝΤ και όλα θα έχουν τελειώσει εντός του α' τριμήνου του 2022. Συγκεκριμένα, θα εξοφληθούν δάνεια 5,3 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του GLF και ακόμη 1,8 δισ. ευρώ του ΔΝΤ.

    Οι αναλυτές δεν ανησυχούν

    Σύμφωνα με αναλυτές η στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι αρκετά ισχυρή, τόσο σε μέγεθος όσο και σε διάρκεια, και ουσιαστικά θα "αντικαταστήσει" τις… αρετές του PEPP, διαγράφοντας τις όποιες ανησυχίες θα έχουν οι επενδυτές σχετικά με την οικονομική θέση της Ελλάδας.

    Η απώλεια πρόσβασης στην ποσοτική χαλάρωση δεν θα αλλάξει τα θεμελιώδη στοιχεία της ελληνικής οικονομίας. Όσο το δημοσιονομικό έλλειμμα ανακάμπτει και οι μεταρρυθμίσεις συνεχίζονται, η Ελλάδα θα είναι σε θέση να ξεπεράσει άνετα την απουσία στήριξης από την ΕΚΤ, ενώ έως το 2023 δεν αποκλείεται να έχει καταφέρει να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα. Επιπλέον, το τέλος του PEPP συμπίπτει χρονικά και με την πλήρη "δράση" του Ταμείου Ανάκαμψης, έτσι θα υπάρχει περισσότερη δημοσιονομική στήριξη στην οικονομία.

    Εάν η Ελλάδα "καλύψει" γρήγορα το έλλειμμά της, και λαμβάνοντας υπόψη τα υψηλά ταμειακά της διαθέσιμα, η απώλεια πρόσβασης στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ μετά τη λήξη του PEPP, σε περίπτωση που αποφασιστεί, δεν θα αποτελεί απαραίτητα ανησυχία για τις αγορές, σημειώνει η HSBC. Ωστόσο η απώλεια της επιλεξιμότητας των ελληνικών ομολόγων ως εγγύηση στις πράξεις χρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος (waiver) αποτελεί σημαντικότερο πρόβλημα, καθώς καθιστά πιο δύσκολο για τις τράπεζες να αξιοποιήσουν τα δάνεια TLTRO, επηρεάζοντας και τη ρευστότητα της δευτερογενούς αγοράς των ελληνικών ομολόγων.

    Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί κατά την DBRS την ευκαιρία που θα αντικαταστήσει αυτήν που δόθηκε από το PEPP καθώς, όπως έχει τονίσει, το PEPP δεν είναι ο μόνος παράγοντας που στηρίζει την αξιολόγηση της Ελλάδας. Η χώρα μπήκε στην κρίση της πανδημίας με "διορθωμένα" δημοσιονομικά και υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, ενώ το επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται. Οι πόροι του Ταμείου προσφέρουν την ευκαιρία στην Ελλάδα να ενισχύσει τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της, ανακάμπτοντας από την κρίση και εξισορροπώντας τα δημόσια οικονομικά. Η ικανότητα της Ελλάδας να επιστρέψει σε σταθερή ανάπτυξη και συνετές δημοσιονομικές πολιτικές θα βοηθήσει στον καθορισμό του κόστους χρηματοδότησης και της μελλοντικής πορείας των αξιολογήσεων, κατά τον οίκο.

    Ανάλογες είναι και οι "θέσεις"" της S&P. Λαμβάνοντας υπόψη την αργή έξοδο της ΕΚΤ από τα προγράμματα αγορών κρατικών περιουσιακών στοιχείων, η μείωση του κόστους χρηματοδότησης είναι απίθανο να αντιστραφεί σύντομα. Και αυτό επειδή, εκτός από την επιμήκυνση της μέσης ωρίμανσης του χρέους, οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται με χαμηλότερα επιτόκια από ό,τι πριν από μερικά χρόνια. Η επερχόμενη δημοσιονομική εξυγίανση μετά την πανδημία θα οδηγήσει επίσης σε χαμηλότερο καθαρό δανεισμό των χωρών της Ευρωζώνης μεσοπρόθεσμα. Αυτό συνεπάγεται ότι, παρόλο που η ΕΚΤ θα σταματήσει το PEPP με τον σχετικό αντίκτυπο στη ζήτηση για τα ομόλογα, η προσφορά ομολόγων αναμένεται επίσης να μειωθεί, συμβάλλοντας έτσι στην ανακούφιση των ανησυχιών. Έτσι, ο ευεργετικός άμεσος αντίκτυπος των πολιτικών της ΕΚΤ στο προφίλ του δημόσιου χρέους θα συνεχιστεί, χωρίς να υπάρχει σοκ για τα επιτόκια και αυτό αφορά και την Ελλάδα, η οποία ήδη επωφελείται από ένα ευνοϊκό προφίλ χρέους και υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, ενώ αναμένεται να δεχτεί σημαντική ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης.

    Το PEPP υπήρξε μια σημαντική πηγή δημοσιονομικής ευελιξίας για την Ελλάδα και κράτησε χαμηλά το κόστος δανεισμού, έχει σημειώσει από την πλευρά της η Fitch. Το τέλος του PEPP δεν θα προκαλούσε από μόνο του πτωτική πίεση στην αξιολόγηση της Ελλάδας, αλλά κατά τον οίκο θα ισοδυναμούσε ίσως με υψηλότερο κόστος δανεισμού. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που θα στηρίξουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, σύμφωνα με τη Fitch, όπως η μακρά διάρκεια λήξης του και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα. Σε κάθε περίπτωση, μετά τον Μάρτιο του 2022 και έως το τέλος το 2023 τουλάχιστον, η ΕΚΤ θα επανεπενδύσει τα ομόλογα που ωριμάζουν και τα οποία αγόρασε υπό το PEPP και αυτό θα περιορίσει σοβαρά τον αντίκτυπο που θα έχει ο τερματισμός του.


     


     





     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ