Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 17-Οκτ-2021 12:00

    Έρχεται διπλή αναβάθμιση σε οικονομία-Χρηματιστήριο

    Έρχεται διπλή αναβάθμιση σε οικονομία-Χρηματιστήριο
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Εάν δεν υπήρχε η πανδημία, η Ελλάδα θα είχε ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα –όπως δήλωσε πρόσφατα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννης Στουρνάρας– και το Χρηματιστήριο Αθηνών θα είχε πιθανώς αναβαθμιστεί στις ανεπτυγμένες αγορές. Αυτό είναι το συμπέρασμα εγχώριων αναλυτών, προσπαθώντας να περιγράψουν το πόσο πολύ οι διεθνείς συνθήκες έχουν "αδικήσει" την ελληνική αγορά, τόσο σε ό,τι αφορά το σοκ της πανδημίας όσο και την τρέχουσα ενεργειακή κρίση και την άνοδο του πληθωρισμού. Αν και αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί –το investment grade και το developed markets σε όρους οίκων αξιολόγησης και MSCI-FTSE−, ωστόσο θα αποτελούσαν ένα σίγουρο case για την Ελλάδα το 2020-2021, με αυτό το story να αναμένεται να υλοποιηθεί έστω και με καθυστέρηση στα τέλη του 2022 έως και στο α’ τρίμηνο του 2023.

    Μπορεί το Χρηματιστήριο Αθηνών να κινείται σε υποτονικούς ρυθμούς και να μην ακολούθησε το ράλι που κατέγραψαν επί COVID οι βασικές διεθνείς αγορές, με τον τζίρο το τελευταίο διάστημα να είναι ιδιαίτερα χαμηλός, ωστόσο οι αναλυτές παρατηρούν ότι η "μεγάλη εικόνα" του Χ.Α. είναι πολύ πιο αισιόδοξη, και αυτό δεν έχει αποτιμηθεί ακόμη. Έτσι, εκτιμούν πως η συναλλακτική δραστηριότητα θα ανεβάσει ρυθμούς, ενώ θα ενισχυθεί η κεφαλαιοποίηση της αγοράς, με τις ελληνικές επιχειρήσεις να είναι ακόμα πιο πρόθυμες να προχωρήσουν σε αυξήσεις κεφαλαίου, σε IPOs αλλά και σε εκδόσεις ομολόγων. Αν και σίγουρα ο αντίκτυπός τους έχει φανεί στη συναλλακτική δραστηριότητα, απορροφώντας ρευστότητα από την αγορά, είναι ωστόσο σημαντικό πως ήδη φέτος πάνω από 6 δισ. ευρώ έχουν αντληθεί από τις αγορές μέσω εταιρικών ομολόγων, ενώ η άντληση κεφαλαίων από ΑΜΚ ξεπερνά τα 2,3 δισ. ευρώ. Τον Αύγουστο ολοκληρώθηκε επιτυχώς η εισαγωγή δύο εταιρειών στην Εναλλακτική Αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών, της Real Consulting Α.Ε. και της Phoenix Vega Mezz PLC, των κλάδων της Τεχνολογίας και των Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών αντίστοιχα, ενώ το επόμενο διάστημα αναμένονται νέες εισαγωγές, καθώς και εταιρικές εκδόσεις. Η επιστροφή του Χ.Α. στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών στο μεσοπρόθεσμο διάστημα θεωρείται, έτσι, ένα βέβαιο στοίχημα, κάτι που θα αποτελέσει ισχυρό καταλύτη για την αγορά.

    Κέρδη έως και 515% το 12μηνο

    Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνικές μετοχές έχουν ήδη δώσει εντυπωσιακά κέρδη από την αρχή του 2021, αλλά και το τελευταίο 12μηνο, όπου ο Γενικός Δείκτης σημειώνει κέρδη 9,8% και 57% αντίστοιχα. 

    Συγκεκριμένα, από τον Οκτώβριο του 2020 έως τώρα, από τις μετοχές του Γενικού Δείκτη, η Epsilon Net έχει καταγράψει ράλι 515%, η Intracom είναι στο +184%, η Entersoft στο +177%, η Eurobank στο +161%, η Space Hellas στο +160%, η Πλαστικά Θράκης στο +150%, η Byte Computers στο +149%, η Εθνική Τράπεζα στο +142%, η Alpha Bank στο +126%, η REDS στο +120%, η Αλουμύλ στο +117% και η J&P Άβαξ στο 114%. Παράλληλα, σημαντικά κέρδη άνω του 50% έχουν καταγράψει οι Autohellas (+99%), Cenergy (+96%), Aegean (+95%), Πετρόπουλος (+82%), Intracom Κατασκευές (+75%), ΔΕΗ (+72%), Quest (+72%), ΟΠΑΠ (+63%), Βιοχάλκο (+62%), Μυτιληναίος (+58%), Motor Oil (+57%) και ΓΕΚ Τέρνα (+53%).

    Πρωταγωνιστές της φετινής χρονιάς έως τώρα είναι η Epsilon Net στο +253% και η Intracom στο +148% με τριψήφια κέρδη και ακολουθούν Entersoft (+89%), Πλαστικά Θράκης (+84%), Space Hellas (+80%), REDS (+76%), Byte (+75%), Άβαξ (+62%) και Intracom Κατασκευές με κέρδη άνω του 50%.

    Επιστροφή στην κανονικότητα για την κερδοφορία

    Παράλληλα, οι ανακοινώσεις των αποτελεσμάτων εξαμήνου έδωσαν σημαντικό "υλικό" προς αξιολόγηση στους επενδυτές, τόσο σε σύγκριση με την πολύ αδύναμη περυσινή χρονιά όσο και με την πολύ ισχυρή του 2019. Σε σχέση με το 2020 τα λειτουργικά κέρδη εκτινάχθηκαν κατά περισσότερο από 80% στο σύνολο των εισηγμένων (εκτός τραπεζών), ενώ σε σχέση με το 2019 σημειώθηκε αύξηση 17%, δείχνοντας πως οι εισηγμένες σιγά-σιγά επιστρέφουν στην κανονικότητα, αλλά και την… ξεπερνούν, κάτι που έχει ήδη κάνει άλλωστε η ελληνική οικονομία, καθώς, όπως τονίζουν οι διεθνείς οίκοι, μετά την εκτόξευση το ΑΕΠ στο β’ τρίμηνο, η Ελλάδα έχει πλέον επιστρέψει στα προ πανδημίας επίπεδα. 

    Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Depolas Investment, 35 εισηγμένες είχαν καθαρό θετικό ταμείο, δηλαδή τα ταμειακά τους διαθέσιμα ήταν μεγαλύτερα του συνολικού δανεισμού τους. Οι εξής: Jumbo, ΕΥΔΑΠ, Καρέλια, ΕΥΑΘ, Aegean, Alpha Αστικά Ακίνητα, ΕΧΑΕ, ΟΛΠ, Interlife, Πλ. Κρήτης, Τεχν. Ολυμπιακή, ΟΛΠ, ΑΔΜΗΕ, Πλαίσιο, Πλ. Θράκης, Ευρωπαϊκή Πίστη, Mermeren, Entersoft, AS Company, ΓΕΚΕ, Profile, Flexopack, Epsilon Net, CNL Capital, Μουζάκης, Cairo Mezz, Alpha Trust, Alpha Trust Ανδρομέδα, Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου, Vidavo, Βογιατζόγλου, Byte, Optronics, Real Consulting και Centric. Επίσης, τα ταμειακά διαθέσιμα κινήθηκαν στην περιοχή των 13 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 40% του συνολικού δανεισμού (δεν περιλαμβάνονται μισθώσεις) των εισηγμένων, υποδηλώνοντας μια μετρημένη δανειακή έκθεση.

    Σε ό,τι αφορά το επόμενο διάστημα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κερδοφορία των ελληνικών εισηγμένων θα κινηθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές του Χ.Α. Η Citigroup έχει βελτιώσει σημαντικά τις εκτιμήσεις της, αναφέροντας πως τα κέρδη ανά μετοχή αναμένεται φέτος να υποχωρήσουν κατά 0,5% σε ετήσια βάση (συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών), έναντι προηγούμενης εκτίμησης για πτώση σχεδόν 7%, ενώ το 2022 θα αυξηθούν κατά 27,4%, που θα είναι και η υψηλότερη αύξηση στην Ευρώπη. Την ίδια ώρα, στα επίπεδα του 3,7% διαμορφώνεται η μερισματική απόδοση των ελληνικών μετοχών, πάνω από τον μέσο όρο σε Ευρώπη, ΗΠΑ και παγκόσμιες αγορές, που τοποθετείται στο 3,1%, 1,3% και 2% αντίστοιχα.

    Σε πρόσφατη ανάλυσή της η J.P. Morgan, που δηλώνει θετική για τις αγορές της Ευρωζώνης, εκτιμώντας πως οι φόβοι για τον πληθωρισμό είναι υπερβολικοί, τοποθετεί την Ελλάδα στις αγορές οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν "καταφύγιο" από το tapering της Fed και την αύξηση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων.

    Από την πλευρά της, η Eurobank Equities έχει σημειώσει πως η δυναμική των εταιρικών κερδών φαίνεται ισχυρή (ανοδικές αναθεωρήσεις μετά το δεύτερο τρίμηνο), ενώ οι αποτιμήσεις είναι αρκετά ελκυστικές (7% risk premium στους τίτλους εκτός τραπεζών) και οι ελληνικές μετοχές δεν έχουν ακόμη καλύψει πλήρως τις απώλειες που προκάλεσε το σοκ της COVID (στο -3% ο Γενικός Δείκτης έναντι των επιπέδων του Φεβρουαρίου του 2020), κάτι που δημιουργεί περιθώρια για re-rating.

    "Παραμένουμε μεσοπρόθεσμα αισιόδοξοι"

    Παρά την έντονη μεταβλητότητα στο Χ.Α., το σημαντικό είναι ότι δεν υπάρχει εβδομάδα χωρίς επιχειρηματικά νέα, κάτι που είχαμε ξεχάσει πολλά χρόνια, ενώ τα αποτελέσματα του εξαμήνου ήταν καλύτερα των αναμενομένων και οι επιχειρηματικές συζητήσεις σε όλους τους κλάδους δεν σταματούν, όπως σχολιάζει και ο Ηλίας Ζαχαράκης της Fast Finance. Από την άλλη, προσθέτει, μπροστά μας έχουμε την ΑΜΚ της ΔΕΗ, περιμένοντας να δούμε τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Τα βλέμματα πολλών πιο μεσοπρόθεσμων επενδυτών είναι στραμμένα στον τίτλο της εισηγμένης και σε ό,τι αφορά την αύξηση κεφαλαίου, με όποιον τρόπο και αν γίνει, είναι δεδομένη η κάλυψή της, όπως επισημαίνει.

    Την ίδια στιγμή, ο τραπεζικός κλάδος έχει εκπλήξει ευχάριστα, μιας και κάνει σοβαρές προσπάθειες να κερδίσει την παλιά του αίγλη. Πρώτος μάς έδωσε ημερήσιο αγοραστικό σήμα και πλέον η συμπεριφορά του δείχνει ότι κάτι σημαντικό έχει αλλάξει, συμπληρώνει ο κ. Ζαχαράκης.

    Όπως καταλήγει ο αναλυτής, μπορεί ο πληθωρισμός να χτυπάει την πόρτα μας, παρ’ όλα αυτά ο σημαντικός ρυθμός ανάπτυξης μαζί με την κρατική βοήθεια στην αύξηση του κόστους της ενέργειας μπορούν εν μέρει να ισορροπήσουν την κατάσταση. "Παραμένουμε μεσοπρόθεσμα αισιόδοξοι με την αγορά, ενώ είμαστε πεπεισμένοι ότι ακόμη δεν έχουμε δει μαζικές εισροές νέων κεφαλαίων, κάτι που αργά ή γρήγορα θα συμβεί. Ξένοι και Έλληνες επενδυτές βλέπουν με άλλο μάτι την πραγματική οικονομία, με το επιχειρείν να κερδίζει έδαφος", σημειώνει χαρακτηριστικά.

    Από την πλευρά του, ο Δημήτρης Τζάνας, διευθυντής επενδύσεων της Κύκλος Χρηματιστηριακή, τονίζει πως, παρά τον φόβο των διεθνών αγορών ότι ο πληθωρισμός κόστους θα παραμείνει και πέραν του χειμώνα και θα βλάψει τη παραγωγική διαδικασία με συνέπεια τη συρρίκνωση της κερδοφορίας των εταιρειών, οδηγώντας τα χρηματιστήρια σε υψηλές διακυμάνσεις, το αφήγημα του Χ.Α. παραμένει ελκυστικό.

    Παράλληλα, η τιμολόγηση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου με βάση τους δείκτες P/BV και P/E έχει υψηλό discount έναντι των άλλων αναδυόμενων αγορών, παρά τις ελπιδοφόρες προοπτικές του, ενώ και οι εισροές έχουν ελαχιστοποιηθεί, ενδεχομένως λόγω και της χαμηλής στάθμισης της Ελλάδας στους βασικούς δείκτες αναφοράς (μόλις 0,16% στον MSCI Αναδυόμενων Αγορών). Σύντομα, ωστόσο, μπορεί να αναβαθμιστεί, όπως εκτιμά, αν στους δείκτες εισαχθεί η μετοχή της ΔΕΗ μετά την ολοκλήρωση του εγχειρήματος ΑΜΚ.

    Σημαντικός καταλύτης οι οίκοι αξιολόγησης

    Αν και, όπως προαναφέραμε, οι αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης προς την ελληνική οικονομία δεν σημαίνουν και αναβαθμίσεις για το Χ.Α. και από τους "χρηματιστηριακούς" οίκους, ωστόσο πάντα το σήμα που δίνουν οι ετυμηγορίες τους σημαίνουν πολλά για τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια όσον αφορά τα ελληνικά assets, αν και οι διαθέσεις τους απεικονίζονται κυρίως στα ελληνικά ομόλογα και όχι τόσο στις μετοχές. Σε κάθε περίπτωση, εάν η Ελλάδα κριθεί επίσημα ως "επενδύσιμη" χώρα, το Ελληνικό Χρηματιστήριο θα ανέβει σίγουρα στα "μάτια" των funds. Αυτό το ορόσημο δεν αποκλείεται να επιτευχθεί στα τέλη του 2022 και σίγουρα έως το πρώτο μισό του 2023.

    Η αναβάθμιση της Ελλάδας σε υψηλότερη πιστοληπτική βαθμίδα με θετικές προοπτικές από δύο οίκους αξιολόγησης τον Σεπτέμβριο, Scope ("ΒΒ+") και DBRS ("ΒΒ"), σε συνδυασμό και με τις εκτιμήσεις για ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας το 2021 και τους πρόδρομους δείκτες σε υψηλά επίπεδα, δημιουργούν ένα πολύ ισχυρό έδαφος για τα ελληνικά assets. Όπως σημειώνει και ο Ηλίας Λεκκός, Chief Economist, επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής του Ομίλου Τράπεζας Πειραιώς, οι επερχόμενες αποφάσεις πιστοληπτικής διαβάθμισης από την S&P (αυτή την Παρασκευή) και τη Moody’s τον Νοέμβριο, θα δώσουν το σήμα για τις ενδεχόμενες μελλοντικές κινήσεις των συγκεκριμένων οίκων υπό το πρίσμα των αναθεωρήσεων του ΑΕΠ για το 2021. 

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει η απόφαση της Moody’s, καθώς υπολείπεται των άλλων οίκων κατά μία βαθμίδα. Παρά την αναμενόμενη ισχυρή δυναμική ανάπτυξης για το γ’ τρίμηνο του έτους και το ευνοϊκό περιβάλλον στήριξης των κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ, οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία παραμένουν. Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι την τρέχουσα χρονική στιγμή συνοψίζονται στην αλλαγή της νομισματικής στάσης της ΕΚΤ, που θα εκπλήξει τις αγορές, αλλά και τη σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας της Κίνας, με σοκ τύπου Evergrande να διαχέονται και στην ελληνική οικονομία, λόγω της ευαισθησίας σε εξωτερικά σοκ. Πάντως, όπως εκτιμά ο κ. Λεκκός, η πορεία των ελληνικών ομολόγων δείχνει πως οι αγορές τιμολογούν μια συνέχεια στη στήριξη των ελληνικών κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συζήτηση αναμένεται τον Δεκέμβριο του 2021 ή στις αρχές του 2022.

    Οι δύο ανωτέρω οίκοι ολοκληρώνουν και τoν φετινό κύκλο αξιολογήσεων της Ελλάδας, με τη Fitch να ανοίγει την αυλαία του 2022 στα μέσα Ιανουαρίου. Ο οίκος έχει δώσει ήδη ένα σημαντικό μήνυμα σε πρόσφατη έκθεσή του, το οποίο και δημιουργεί προσδοκίες για αναβάθμιση προσεχώς. Όπως σημείωσε η Fitch, καταλυτικό ρόλο για την περαιτέρω αναβάθμιση της Ελλάδας είναι το να "υπάρχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ότι το δημόσιο χρέος / ΑΕΠ επιστρέφει σε σταθερή καθοδική πορεία", μια "συνθήκη" που φαίνεται συνεπώς να ικανοποιείται, καθώς ο οίκος σημείωσε ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος κορυφώθηκε το 2020 στο 205,6% του ΑΕΠ, αντί στο 207% που προέβλεπε τον Ιούλιο, και εκτιμά ότι θα αρχίσει να μειώνεται φέτος, φτάνοντας το 196,2% έως το 2023. Η άλλη "συνθήκη", σύμφωνα με τη Fitch, είναι η συνέχιση της βελτίωσης της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών. Με δεδομένο ότι οι ελληνικές τράπεζες θα καταγράψουν μονοψήφιους δείκτες NPE το 2022 – κάποιες και από φέτος, ενώ έως το α’ εξάμηνο του τρέχοντος έτους το σύνολο των NPEs διαμορφώθηκε στα 29,4 δισ. ευρώ από 47,2 δισ. ευρώ το 2020, το βέβαιο είναι πως και αυτή ικανοποιείται.


     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ